
Ο Θοδωρής Κοτονιάς ξεπέρασε τα 20 χρόνια από τότε που βρήκε τα «Κλειδιά» και κατάφερε να ξεκλειδώσει τις ψυχές χιλιάδων ανθρώπων που τον αγαπάνε και είναι δίπλα του σε κάθε βήμα του. Από τους πιο αγαπημένους ερμηνευτές και τραγουδοποιούς, παραμένει πιστός στο να υπηρετεί την τέχνη του, με επιμονή στο καλό και ειλικρινές τραγούδι. Αυτό που γεννιέται από την ψυχή ενός εξαιρετικού ανθρώπου. Όπως ακριβώς είναι ο ίδιος. Χαίρομαι διπλά για τη συζήτηση μαζί του, διότι πέρα από όσα προανέφερα, ανακάλυψα πως είναι και ένας άνθρωπος με χιούμορ.
Του Χρήστου Σατανίδη
ΧΣ: Να μιλάμε στον ενικό;
ΘΚ: Φυσικά. Αφού από «φαντάροι» είμαστε μαζί (γελάμε).
ΧΣ: Μου δίνεις με την ατάκα σου απευθείας πάσα να σου πω αυτό με το οποίο ήθελα να ξεκινήσουμε τη συζήτηση μας. Μια ιστορία από το στρατό που με έδεσε μαζί σου. Παρουσιάζομαι Μάιο του 2004 και παίρνω μαζί μου ένα discman με κάποια αγαπημένα albums. Μέσα σε αυτά και το τότε νέο της Γλυκερίας, την «Άνοιξη». Λίγες μόλις μέρες μετά, συμβαίνει ένα δυσάρεστο γεγονός και μη έχοντας ακόμη ορκιστεί, δε μπορούσα να πάρω άδεια. Δέθηκα λοιπόν πολύ με το τραγούδι σου «Άνοιξη», αφού μέσα στην πίεση που περνούσα ταυτίστηκα πολύ με το στίχο «Ωραία είσαι άνοιξη, γιατί δε μας λυπάσαι;»
ΘΚ: Είναι η δύναμη που έχουν τα τραγούδια. Να είναι παρηγορητικά και να προσφέρουν ίαση στους ανθρώπους. Και σε αυτούς που τα γράφουν αλλά κυρίως στους ακροατές. Ένα δυσάρεστο γεγονός σε έκανε να δεθείς με ένα τραγούδι, που δεν έχει σημασία ότι το έγραψα εγώ, αλλά σε συντρόφευε εκείνες τις στιγμές.
ΧΣ: Θυμάσαι κάποια άλλη ιστορία με δικό σου τραγούδι, που ένας άνθρωπος σου εκμυστηρεύτηκε και ένιωσες έντονα;
ΘΚ: Τα τραγούδια μας είναι η ίδια η ζωή και εμείς τους βάζουμε μέτρο και ομοιοκαταληξία για να μεταφερθούν στο κοινό. Έχω ακούσει ιστορίες για τραγούδια μου που ο κόσμος τα συνέδεσε με ένα χωρισμό ή ένα γάμο. Είναι παράξενο ομολογώ το συναίσθημα αλλά συμβαίνει.

ΧΣ: Παράξενο; Όχι αίσθημα χαράς;
ΘΚ: Είναι αίσθημα ευθύνης. Τα τραγούδια έχουν μεγάλη δύναμη και μπορούν εύκολα να μπουν στο υποσυνείδητο των ανθρώπων. Είδες πως εσύ, 22 χρόνια σχεδόν μετά, είχες την ανάγκη να μοιραστείς εξ αρχής τη μνήμη σου με την «Άνοιξη».
ΧΣ: Πάντως σε έχω ακούσει πολλές φορές να λες πως δεν έχεις καλή σχέση με τα τραγούδια σου αλλά ούτε και την καλύτερη άποψη για τον εαυτό σου.
ΘΚ: Νομίζω πως είναι το πιο φυσιολογικό και οι περισσότεροι έτσι σκεφτόμαστε. Δεν είμαστε πάντα ευχαριστημένοι με τον εαυτό μας. Όσον αφορά τα τραγούδια, η αλήθεια είναι πως των άλλων είναι πάντα πιο ωραία. Τα δικά μας έχουν κομμάτια από το δικό μας πόνο. Θα σου φέρω ένα παράδειγμα. Προχθές το πρωί που έπιασε το έντονο κρύο, ένιωσα την ανάγκη να πάρω την κιθάρα μου κι ένα στυλό και έγραψα ένα τραγούδι. Όταν το τελείωσα, το άκουσα κι ήταν από αυτά που μου άρεσαν και είπα να το κρατήσω. Έκρυβε όμως κι αυτό ένα κομμάτι πόνου.
ΧΣ: Θα σταθώ λίγο ακόμα στην «Άνοιξη». Σε άκουσα να λες για αυτό το τραγούδι, πως από όλα τα δικά σου, το ξεχωρίζεις ως το πιο αγαπημένο σου. Παρόλα αυτά δεν το κράτησες να το ερμηνεύσεις εσύ. Είναι θέμα γενναιοδωρίας ή του ότι κρίνεις πως ένα τραγούδι μπορεί να ταιριάζει καλύτερα σε μία άλλη φωνή;
ΘΚ: Το συγκεκριμένο ήταν το πρώτο τραγούδι μου που έδωσα σε άλλον καλλιτέχνη. Το είχε ακούσει ο τότε παραγωγός της Γλυκερίας, ο Άγγελος Σφακιανάκης, μου είπε πως ήθελε να ονομάσει το δίσκο «Άνοιξη» και ήταν μεγάλη η χαρά μου και η τιμή. Ήταν μάλιστα και το πρώτο μου τραγούδι που άκουσα να το λένε σε live. Μας έφερε αυτή η συνεργασία κοντά με τον Δημήτρη Ζερβουδάκη και πήγαμε ένα βράδυ να τον ακούσουμε σε ένα μαγαζί που έπαιζε στην Αθήνα. Δεν ήξερα πως το είχε συμπεριλάβει στο πρόγραμμα του. Το τραγουδούσε όλος ο κόσμος και στην αρχή τρόμαξα λίγο. Είδα πως αυτή η πλευρά της ζωής σου που γίνεται τραγούδι, μπορεί να ταξιδεύει μέσα από ανθρώπους.
ΧΣ: Άρα αυτό το τραγούδι που έγραψες προχθές με το κρύο και σου άρεσε πολύ, θα το κρατήσεις για σένα ή αν το ακούσει κάποιος συνάδελφος σου και του αρέσει θα το δώσεις απλόχερα;
ΘΚ: Το συγκεκριμένο είναι πολύ προσωπικό και δε θα το έδινα. Αν και θα μπορούσε να γίνει ένα ντουέτο και να το έλεγα με κάποια τραγουδίστρια φίλη μου, όμως το έγραψα για τη γυναίκα μου και δε θα ήθελα να το μοιραστώ. Πριν μίλησες για γενναιοδωρία. Δεν είναι αυτό το θέμα. Εμένα με ενδιαφέρει να εξυπηρετούμε τη μουσική και την ουσία του πράγματος. Αν νιώσω πως ένα τραγούδι μπορεί να το πει καλύτερα κάποιος άλλος, θα το προτείνω. ‘Όπως έγινε με τα «Όνειρα» και τον Μίλτο Πασχαλίδη. Άκουγα τη φωνή του όταν το έγραφα.

ΧΣ: Υπάρχουν ακόμη δύο πράγματα που έχουμε κοινά. Καταγωγή από Σμύρνη αλλά και αγάπη στο παραδοσιακό τραγούδι. Από παιδί είχες αυτά τα ακούσματα;
ΘΚ: Υπήρχε έντονα στη ζωή μου η παραδοσιακή μουσική, εξαιτίας του πατέρα μου κυρίως. Είχε καταγωγή από τη Φωκίδα και άκουγε πάρα πολύ τον Τάκη Καρναβά, που τον αγαπούσαν ξεχωριστά στα μέρη του πατέρα μου. Τα κλαρίνα ήταν ένας τρόπος γλεντιού που είχε και συναισθηματική φόρτιση. Αυτό που θυμάμαι σαν παιδάκι και μου έκανε εντύπωση ήταν πως σε τέτοια γλέντια, όταν άρχιζαν τα τσάμικα, οι άντρες θυμόντουσαν πεθαμένους και τους πιάνανε τα κλάματα και οι γυναίκες γελούσαν. Παρότι ήμουν παιδί της πόλης, πηγαίναμε συχνά στο χωριό και όλα αυτά μπαίνανε στο υποσυνείδητο. Με τα χρόνια και ανακαλύπτοντας τόπους και μουσικούς, άρχισα να δανείζομαι τα στοιχεία που μου ταίριαζαν για να μπορώ να εκφράζομαι.
ΧΣ: Δε θα αποφύγω να κάνω αναφορά στα «Κλειδιά», εκφράζοντας μια απορία. Είναι ένα τραγούδι που δισκογράφησαν μετά από σένα, ο Βασίλης Καρράς και ο Χρήστος Μενιδιάτης. Σου γίνεται μια πρόταση συνεργασίας από έναν φαινομενικά μακρινό, ως προς την αισθητική, συνάδελφο. Είσαι ανοιχτός στο να συζητήσεις ή και να προχωρήσεις σε αυτή τη συνεργασία;
ΘΚ: Αναλόγως την οικονομική μου κατάσταση (γελάμε). Πρώτα πρέπει να δεις με ποιον έχεις να κάνεις και μετά έρχονται τα υπόλοιπα. Όμως όταν τίθεται θέμα επιβίωσης, ο κάθε άνθρωπος μπορεί να βάλει νερό στο κρασί του. Δε θα μπορούσα σε καμία περίπτωση να πω «ναι» σε κάτι που δεν ταιριάζει με την κουλτούρα μου. Και δεν το εννοώ με τη βαριά έννοια. Την αναφέρω σε σχέση με μια αισθητική που προσωπικά δε μου ταιριάζει. Μπορώ να ακούσω Μάκη Χριστοδουλόπουλο, μπορώ να ακούσω την τσιγγάνικη σχολή με τους εξαίρετους σολίστες, λατρεύω το κλασσικό λαϊκό τραγούδι. Όσον αφορά τα «Κλειδιά» και τον Χρήστο Μενιδιάτη. Ήταν η εποχή πριν τα capital controls. Μου το ζήτησε ο παραγωγός του, δέχτηκα και πράγματι βγήκε ένα πολύ καλό αποτέλεσμα. Επίσης, χωρίς να μπορώ να το προβλέψω τότε, λειτούργησε και υπέρ μου αυτή η διασκευή. Ο κόσμος έψαχνε να βρει ποιος το είπε πρώτος και ανέβηκαν πάρα πολύ οι θεάσεις της δικής μου εκτέλεσης. Οι άνθρωποι έχουμε πάντα ανάγκη από το τραγούδι που θεωρούμε καλό και μας αρέσει. Η ουσία για μένα δεν είναι απλά το τραγούδι να περάσει στις μεγάλες πίστες, αλλά στις παρέες, στις ταβέρνες. Τότε είναι ένα «λαϊκό» τραγούδι που γίνεται παρηγοριά.
ΧΣ: Λίγους μήνες πριν είχαμε το «Φυλαχτό», το νέο ολοκληρωμένο σου δίσκο.
ΘΚ: Στο «Φυλαχτό» αποτυπώνεται σε τραγούδια, η περίοδος της ζωής μου που έκανα παρέα με ανθρώπους της Κρήτης.
ΧΣ: Γνωρίζουμε πως η δισκογραφία, με την έννοια που οι παλαιότεροι μάθαμε, έχει σχεδόν τελειώσει. Κυκλοφορώντας μία ολοκληρωμένη δουλειά τι προσδοκίες έχεις;
ΘΚ: Μου αρέσει η ολοκληρωμένη δουλειά και την κυκλοφορώ και για μένα και για αυτούς που γουστάρουν να την ακούσουν. Έχει χαθεί με την τεχνολογία η μαγεία και η αξία που είχε ένας ολοκληρωμένος δίσκος. Κυκλοφόρησε από την «φιλική εταιρία», δηλαδή την «Northern Pinwheel – Βόρειος Ανεμόμυλος», των Νίκου και Γιώργου Στρατάκη. Θα κυκλοφορήσει και σε βινύλιο αλλά ήδη υπάρχει σε Usb Flash Drive. Ακόμη και με αυτόν τον τρόπο, του usb stick, αισθάνομαι πως υπάρχει σε φυσική μορφή το έργο και μπορεί ο κόσμος να το ακούσει με έναν πιο παραδοσιακό τρόπο.
ΧΣ: Την επιτυχία του δίσκου ή των τραγουδιών πως την αντιλαμβάνεσαι;
ΘΚ: Από τις ζωντανές εμφανίσεις και τα μέρη που πηγαίνω. Υπάρχουν κάποιες τοπικές επιτυχίες και κάποια τραγούδια που γίνονται επιτυχίες πανελληνίως. Με ενδιαφέρει ειλικρινά να αισθανθώ πως ένα τραγούδι θα περάσει σε μια παρέα, διότι αυτό μπορεί και να επεκταθεί.
ΧΣ: Βρήκα πολλούς στίχους στο δίσκο που με άγγιξαν ιδιαίτερα, όμως θα ήθελα να σταθώ σε δύο τραγούδια. Πρώτα στο «Μεγαλύτερο θεριό» και το στίχο «Τίποτα δε φοβήθηκα μόνο τον εαυτό μου κι ας είμαστε σε ένα πόλεμο με τον εγωισμό μου». Ειλικρινής στίχος.
ΘΚ: Ναι, του Λευτέρη Μπέρκη. Ταυτίζομαι απόλυτα με το στίχο. Ακόμη και αν ο εγωισμός έχει και αρνητική χροιά, θεωρώ πως είναι ένα βασικό συστατικό της ανθρώπινης μηχανής. Αν δεν είχαμε αυτόν τον «εχθρό» θα μπορούσαμε να νικήσουμε τους πάντες αλλά νομίζω πως όλοι μας βρισκόμαστε στον ίδιο πόλεμο. Με τον εγωισμό μας.

ΧΣ: Από το «Με βάρκα την καρδιά». «Κι όσα χρόνια ταξιδεύουμε, εμάς γυρεύουμε». Ταξιδεύοντας στα χρόνια τι γυρεύεις ή τι νοσταλγείς περισσότερο;
ΘΚ: Το παιδί. Ότι και να κάνουμε σε αυτή τη ζωή ψάχνουμε αυτές τις πρώτες, αγνές εικόνες και την αίσθηση που έχουμε για τον κόσμο. Πριν να καταλάβουμε τι συμβαίνει, πρέπει να ξαναγυρίσουμε πιο σοφοί στο ίδιο σημείο. Αυτό το τραγούδι γράφτηκε για να δώσω ένα όνομα στην παράσταση για τα 20 μου χρόνια στο χώρο. Προσπαθούσα να σκεφτώ κάτι ειλικρινές, οπότε αναλογιζόμενος πως όλα τα έκανα με το συναίσθημα, αυτός ο τίτλος θεωρώ πως με εκφράζει απόλυτα.
ΧΣ: Μια συμβουλή που κρατάς σαν «Φυλαχτό» και θα την έδινες στον έφηβο Θοδωρή;
ΘΚ: Μέσα από αυτή τη «βόλτα» που έκανα στη ζωή με τους ανθρώπους που συναντήθηκα, κατάλαβα πως σε όλους τους ανθρώπους υπάρχει κάτι. Αξίζει τον κόπο να βλέπουμε τη φωτεινή πλευρά της ζωής από την άποψη πως όλα έχουν φως. Πως υπάρχει πολλή αρετή στους κακούς και πολλή κακία στους ενάρετους. Θα έλεγα στον έφηβο Θοδωρή πως πρέπει να μοιάζουμε στην τέχνη μας, δηλαδή στον καλύτερο μας εαυτό. Θα του έλεγα να είναι επιεικής με τους γύρω του,γιατί έτσι θέλω να είναι και οι άλλοι με μένα. Τέλος θα του έλεγα για όποιον άνθρωπο συναντά στη ζωή του, να μην ακούει τι λέει ο καθένας για αυτόν αλλά να ψάχνει ο ίδιος για το καλό που μπορεί να βρει.
ΧΣ: 23/1 θα είσαι στη Θεσσαλονίκη, στο Soul.
ΘΚ: Είμαστε με μια ωραία, τσαχπίνικη παρέα και ανάμεσα της μέλη από τα «Μακρινά ξαδέρφια». Οπότε θα παίξουμε αρκετά τραγούδια από τα παλιά. Φυσικά και κάποια από τα καινούργια, διασκευές αλλά είμαστε και ανοιχτοί στο να παίξουμε ότι θελήσουμε εκείνη τη στιγμή. Δε θα επιτρέψουμε να μην περάσουμε καλά.
ΧΣ: Μας θεωρείς κι εσύ το καλύτερο και πιο δύσκολο κοινό της Ελλάδας, όπως λένε οι περισσότεροι καλλιτέχνες;
ΘΚ: Αστειεύεσαι; Είμαι από τον Πειραιά. Φυσικά και δε το πιστεύω αυτό (γελάμε πολύ). Θα σου πω ειλικρινά. Στα μέρη που είναι εκτός Αθηνών υπάρχει μια ομοιογένεια. Θεωρώ πιο δύσκολο ένα live στην Αθήνα γιατί είναι περισσότερο πολυμορφικό το κοινό. Όσον αφορά τη Θεσσαλονίκη, όπως όλοι ξέρουμε ξεκίνησαν πολλά σπουδαία πράγματα. Εκεί γεννήθηκε και δημιούργησε ο Νικόλας ο Παπάζογλου. Όλη η ευκαιρία που έχουμε να εκφραστούμε συνδυάζοντας ροκ, λαϊκό και παράδοση είναι από το δρόμο που χάραξε αυτός ο άνθρωπος. Λατρεύω τη λεγόμενη σχολή της Θεσσαλονίκης. Παπάζογλου, Ξυδάκης και όλα τα υπόλοιπα μέλη της.
ΧΣ: Να κλείσουμε μελωδικά. Υπάρχει ένας στίχος, είτε από δικό σου τραγούδι είτε όχι, που να λες «Αυτός ο στίχος είναι ο Θοδωρής»;
ΘΚ: Κατά καιρούς σκέφτομαι διάφορους στίχους. Συνήθως μου αρέσουν αυτοί που μου υπενθυμίζουν πως δεν υπάρχει κάτι στέρεο ή πως κάνουμε μάταια πράγματα μέχρι να βρούμε τα πραγματικά. (Ακολουθεί παύση). Θα σου πω έναν δικό μου στίχο, ο οποίος μάλλον με χαρακτηρίζει μάλλον περισσότερο από όλους.
Είναι από το τραγούδι «Το σκαρί».
«Μην την πιστεύεις τη στεριά
δεν είναι όπως δείχνει
σε κοροϊδεύει και μετά
στη θάλασσα σε ρίχνει»
Πληροφορίες και εισιτήρια για την παράσταση του Θοδωρή Κοτονιά, στις 23/1/26, στο Soul, θα βρείτε στον σύνδεσμο.
https://www.more.com/gr-el/tickets/music/thodoris-kotonias-live-soul/



