
Κάθε εβδομάδα ένας συγγραφέας απαντά σε 15 ερωτήσεις. Σήμερα η Χαριτίνη Ξύδη
- Γιατί γράφετε;
Επειδή δεν έχω απαντήσεις για όλα.
- Τι κάνετε όταν δεν γράφετε;
Έρωτα, «για να ξεκάνω τον θάνατο», κατά τον αριστουργηματικό στίχο, του Αργύρη Χιόνη.
- Είστε πρωτίστως αναγνώστης/τρια ή συγγραφέας;
Είμαι και τα δύο, συγχρόνως. Το ένα αδύνατον να υπάρξει χωρίς το άλλο. Οι δύο ιδιότητες είναι ισοϋψείς και αλληλέγγυες, και προς τις δύο κατευθύνσεις. Η ανάγνωση είναι αναδημιουργία. Είναι άλλη διάσταση. Είναι αποκάλυψη και, ένα έτερο, μεταμοντέρνο, είδος συγγραφής. Αλλά, στις δυτικές κοινωνίες, έχει στενέψει πολύ το πεδίο τους. Έχουμε την τάση να ρίχνουμε, μέσα σε αυτό το μικρούτσικο σχήμα, δυνάμεις και επιθυμίες, που θα μπορούσαν να ασκηθούν και αλλού. Το ζεύγος, λοιπόν, συγγραφέας-αναγνώστης, και αντιστρόφως, είναι ένα είδος σταγόνας βροχής, το οποίο, κάτω από το μικροσκόπιο, αντανακλά τη θάλασσα, το καλό και το κακό, το τι είναι η αγάπη.
- Τι διαβάζετε αυτό το διάστημα;
Φρήντριχ Ντύρενματ
- Με ποιες προσωπικότητες της Λογοτεχνίας θα βγαίνατε για ποτό;
Με τον Μπέκετ, τον Μπάροουζ, την Μαργαρίτα Καραπάνου, τον Βακαλόπουλο και τον Καρούζο, τον Ηλία Πετρόπουλο, την Πατρίτσια Χάισμιθ και την Ντυράς.
- Ισχύει ακόμα ο «θάνατος του συγγραφέα» στην εποχή των social media;
Ανυπερθέτως, τα σόσιαλ μίντια, καταβροχθίζουν τους συγγραφείς, αλλά όχι τον συγγραφέα. Παρατηρώ πως, αυτή η στρεβλή «κοινότητα», είναι σαν πελώρια αράχνη. Στο φινάλε, η αράχνη, γίνεται σημαντικότερη από το έργο και τους συγγραφείς του. Γιατί η «αράχνη», είναι σαν μια ακόμη έννοια, μια ιδέα, ένα ανώτερο ον, όπως ο θεός, για παράδειγμα. Επομένως, πολλοί γίνονται παιχνιδάκια, έρμαια και αθύρματά της, αυτοπαγιδευόμενοι στον ιστό της· στην πραγματικότητα, αυτοστραγγαλίζονται.
- Γίνεται να βιοπορίζεσαι στην Ελλάδα μόνο από τη συγγραφή;
Ακούγεται αστείο και θλιβερό, ταυτοχρόνως, το ερώτημά σας. Γνωρίζω μόνο δύο-τρία πρόσωπα, τα οποία βιοπορίζονται, από τη συγγραφή, στην Ελλάδα. Οι υπόλοιποι, όπως μάλλον καλά γνωρίζετε, πληρώνουν για να εκδοθούν. Είμαστε και εμείς, που δεν πληρώνουμε, μεν, για να εκδοθούμε, ούτε, όμως, λαμβάνουμε τα ποσοστά, για τα οποία υπογράψαμε στα συμβόλαια, δε. Θα μου επιτρέψετε να μη σχολιάσω κάτι έτερο, επ’ αυτού. Δεν θα είχε και νόημα, εφόσον τα περισσότερα τα εξέθεσα, ήδη, τις τελευταίες ημέρες, στη σελίδα μου, στο Facebook. Παραπέμπω τους αναγνώστες εκεί, εάν θέλουν να διαβάσουν, τι συμβαίνει στον χώρο.
- Διδάσκεται η γραφή;
Κατηγορηματικά όχι, για εμένα. Όμως, δεν επιθυμώ να ακουστώ απορριπτική, ή σνομπ, προς εκείνους, οι οποίοι (διδάσκοντες και διδασκόμενοι), πιστεύουν πως διδάσκεται και έχουν επενδύσει σε αυτή την πίστη. Ο καθένας μας, διαλέγει τον δρόμο και τον τρόπο του και αναδέχεται την ευθύνη. Ο δικός μου συγγραφικός δρόμος, ας πούμε πως, είναι πιο μοναχικός και λιγότερο κοινωνικοποιημένος από ό,τι των άλλων. Απολύτως, συνειδητή επιλογή. Δεν τη μετανιώνω.
- Ποιο θα ήταν το δικό σας «γράμμα σ’ ένα νέο ποιητή»;
Δεν θα έγραφα ποτέ γράμμα σε έναν νέο ποιητή, ειδικότερα σήμερα, γιατί, ενδεχομένως, να μην είχα, τι να του πω, ή, μπορεί να είχα να πω τόσα πολλά, που δεν θα χωρούσαν σε μία επιστολή, κάτι που θα ερχόταν σε πλήρη αντίφαση, βέβαια, με την άρτι προηγούμενη απάντησή μου. Εντούτοις, για να μην εκληφθεί ως υπεκφυγή, εάν τελικά του έλεγα κάτι, αυτό θα ήταν, να σπρώχνει τις σκέψεις του, μέχρι το τέρμα, ακόμη και αν χρειαστεί να χύσει μαύρα δάκρυα, ακόμη και αν χρειαστεί να ανοίξει πληγές στο κορμί του, ξέρετε, όπως αυτές στα χέρια του Ιησού, κατά τη διάρκεια του μαρτυρίου Του, της Σταύρωσης. Κάπως έτσι θα αξιωθεί, παρακάτω, την ανάσταση, την κάθαρση και φυσικά την ίαση.
- Η Λογοτεχνία είναι ενιαία ή επιδέχεται διακρίσεων;
Η λογοτεχνία είναι μία, ενιαία, συμπαγής και αδιαίρετη. Οι λογοτέχνες, κατά τη διαδρομή τους, υφίστανται διαφόρων ειδών διακρίσεις, σε πολλές περιπτώσεις αήθεις, ρατσισμό και μπούλινγκ, στη χώρα που μας έτυχε να ζούμε. Η λογοτεχνία, η πραγματική, είναι μια διηνεκής, χαρμόλυπη, ερωτική και πολιτική ιστορία. Διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά τους, τις απορρίψεις, τους αγώνες επικρατήσεως, τις αρνήσεις, τις χαρές και την αποδοχή, τις κατακτήσεις και τις κορυφές, τις νίκες και τις ήττες τους, τα σουξέ, ακόμη και τα ταξικά, διακριτικά, στοιχεία τους, και ας ακούγεται παράλογο.
- Υπάρχουν must read βιβλία; Ποια είναι για εσάς;
Το Γυμνό γεύμα, του Μπάροουζ
Ο πρώτος έρωτας, του Μπέκετ
Ο Ρίπλεϊ, της Χάισμιθ
Ο εραστής, της Ντυράς
Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο, του Προυστ
Καλοκαίρι και καταχνιά, του Ουίλλιαμς
Ρεμπέτικα τραγούδια, του Ηλία Πετρόπουλου
Τους Ψαλμούς του Δαυίδ
- Πώς είναι να γράφεις στον καιρό της πολιτικής ορθότητας;
Αισθάνεσαι, εκ προοιμίου, λογοκριμένος, καταπιεσμένος, αιχμάλωτος. Η πολιτική ορθότητα, είναι το άλλο όνομα της σεμνοτυφίας και της άκρατης υποκρισίας. Αισθάνεσαι ολομόναχος, σαν να γράφεις σε υπόγειο απομόνωσης, σαν να γράφεις μπροστά στο τείχος του Βερολίνου, αλλά, κρατώντας μέσα σου πάντοτε αναμμένη τη φλόγα, την ιδέα, να κάνεις μια λογοτεχνία μπροστά, μελλοντική, θέλω να πω. Κάτι εξαίρετο και πρωτότυπο. Το να γράφεις, σήμερα, είναι ένα «πέρασμα», με κάθε σημασία της λέξης. Γιατί είσαι απέναντι, όπως είπα, σε έναν τοίχο, απέναντι σε κάποιους, οι οποίοι ανήκουν στην πολιτική νομιμότητα, και ορθότητα, την εκπροσωπούν, τη διατυμπανίζουν, την περιφέρουν και πετσοκόβουν. Ειδικά, στα σόσιαλ μίντια, πρέπει να γίνεις στρατιωτάκι αυτής της πολιτικής ορθότητας, (εάν με παρακολουθείτε, θα γνωρίζετε πως άπειρες φορές έχω υποστεί κυρώσεις και περιορισμούς, προκειμένου να συμμορφωθώ με την πολιτική ορθότητα και τους κανόνες της) να γίνεις και πιόνι της, σε πολλές περιπτώσεις υποχείριό της, εάν θες να κρατήσεις ένα βήμα. Το είδος της συγκεκριμένης πολιτικής ορθότητας-νομιμότητας, μοιάζει να περικυκλώνει, σαν καρκίνος, όλο τον χώρο της λογοτεχνίας, όπου τα πάντα είναι πιθανά, γιατί τελούν και λειτουργούν μέσα στην ίδια τη φθορά. Διέπονται και κυριαρχούνται από τους νόμους της.
- Γιατί οι Έλληνες γράφουν περισσότερο απ’ ό, τι διαβάζουν;
Επειδή, αφενός, βαριούνται, αφετέρου, στις ημέρες μας, κερδίζει έδαφος η επιφάνεια, η αγραμματοσύνη και η προχειρότητα, έναντι του βάθους, της πραγματικής διανόησης, της ουσιαστικής παιδείας και της πραγματικής κουλτούρας. Αυτό το είδος, του ναρκισσισμού και της ματαιοδοξίας, δεν είναι εύκολο να το πολεμήσεις. Στις νέες γραφές, δεν υπάρχει πόθος, οδύνη, πάθος. Επικρατεί μια κομ-ιλ-φο πεπατημένη, σεμνότυφη, ακαδημαϊκή, όπως και ο φόβος του εύτολμου λόγου. Από αυτή την άποψη, οι σύγχρονες γραφές, δεν προκαλούν ρίγος, σοκ, δέος, απλώς επιπλώνουν ένα αχανές κενό. Πολύ φοβούμαι πως, ο ιστορικός του μέλλοντος, θα ανακράξει, σε ώρες πανικού, «σώστε τα έπιπλα!». Ο Γκόρπας το έγραψε, πολλά χρόνια πριν, σαφώς και υπερωραία:
«Οι μισοί Έλληνες γράφουν ποιήματα – οι άλλοι μισοί δεν διαβάζουν τίποτα.»
- Πώς σας επηρεάζει η πολιτική επικαιρότητα;
Με επηρεάζει πολυεπίπεδα και σε τρομακτικό ψυχοσυναισθηματικό βάθος. Η εξουσία δεν σταματάτησε να αναπτύσσεται, καθ’ όλη τη διάρκεια των τεχνολογικών επαναστάσεων, αλλά και μετά. Δεν γίνεται να μην επιδράσει και στην εσωτερική μας ζωή. Η πολιτική, που είναι συνυφασμένη με την εξουσία, έδειξε πολλές φορές και εξακολουθεί να δείχνει την περιφρόνησή της για το περιεχόμενο της ζωής, και την ύπαρξη. Δεν έπαψε να δείχνει το βίαιο πρόσωπό της, να μπήγει τα δόντια της στο τρυφερό δέρμα της εργατικής τάξης, υπάρχει και στη λογοτεχνία αυτή, ναι, να μπήγει τα νύχια της στους βιοπαλαιστές, τους φτωχούς και τους αδύναμους, του κόσμου ετούτου, και να τους ξεσχίζει, να τους καταντάει κουρελάκια.
Ενώ, η τέχνη, από την άλλη μεριά, είναι ανθρωποκεντρική. Καταλαβαίνετε πως, πασχίζουμε, με άπειρες και καθημερινές θυσίες, και κυριολεκτώ, περνώντας διά πυρός και σιδήρου, και πηγαινοερχόμενοι, από τη σφύρα στον άκμονα, και πίσω, να κρατήσουμε τη ζωή μας, να κρατήσουμε ανέπαφη την τέχνη μας, να φτάσουμε σε μια απάτητη κορυφή, ενώ μας πολεμούν βάρβαρα, πανταχόθεν, «άπονες εξουσίες», για να απελευθερωθούμε και να προστατεύσουμε και να υπερασπιστούμε ό,τι έχει απομείνει από τα ιδανικά μας, και τον άνθρωπο μέσα μας, παράλληλα, με εγκλήματα απάνθρωπα, όπως των Τεμπών, της Γάζας, των αμάχων της Ουκρανίας, προσφάτως της Βενεζουέλας.
- Η Λογοτεχνία, τελικά, σας έχει αλλάξει τη ζωή;
Ναι, κατέστησε τη ζωή μου έναν κινηματογράφο και άλλοτε ένα μπαρ με ζωντανό πρόγραμμα. Η λογοτεχνία, με έκανε να επιθυμώ να γίνω καλύτερη, θέλοντας να κατανοήσω κάτι, μπορεί ελάχιστο, θέλω να πω, μπορεί να είναι μια στιγμή, και αυτή η δράση περνάει από τις αισθήσεις. Η λογοτεχνία συγκινεί αισθησιακά, για εμένα, όπως και το σινεμά, και η μουσική, για αυτό, η θεωρία μου είναι πως, υπάρχουν, ανάμεσα στα τρία, δεσμοί αίματος.
Η λογοτεχνία, μπορεί να μου προκάλεσε δυσκολίες, και να με έφερε ακόμη και σε σημεία αμηχανίας, αλλά, ποτέ, δεν με αφήνει να προσκολληθώ βαθιά σε κάτι, γιατί αυτό, αμέσως βάλλεται, από κάτι άλλο. Για να γράψω, διδάχτηκα πολλά από το σινεμά, από τη φελινική βουλιμία, για παράδειγμα, από τον λεπταίσθητο, λαϊκό και αστικό, ποιητικό ρεαλισμό, του Παζολίνι, από έναν εσωτερικό μονόλογο του Ντράγιερ, από ολόκληρο τον Ταρκόφσκι, τον Τρυφώ, τον Κακογιάννη, τον Αγγελόπουλο, τον Τζον Κασσαβέτη, τον Οικονομίδη και τον Λάνθιμο, από τη μουσική, τις όπερες του Μπιζέ, του Πουτσίνι, τη φωνή της Κάλλας και του Ενρίκο Καρούζο, τον Τσιτσάνη, τον Χατζιδάκι, τον Μίκη, τον Ζαμπέτα, το λαρύγγι του Καζαντζίδη και της Ρίτας Σακελλαρίου, το μπουζούκι και το παίξιμο του Χιώτη και του Μπέμπη, τους πίνακες του Τσαρούχη, δεν έχει σημασία, όταν πρόκειται για μια αισθησιακή «επίθεση».
Για μένα είναι τόσο μεγάλη η ευδαιμονία, όταν τρυπώ τον τοίχο της ευπρέπειας. Από το αποτέλεσμα, την αντλώ, και όχι από αυτό που μου συμβαίνει, διότι, σε αυτό το σημείο, εγώ «δεν υπάρχω» πια. Η ευδαιμονία μου, είναι που πάω μακριά, ή ψηλά, και κάνω την υπέρβαση. Και τότε ναι, συγκινούμαι, μέχρι δακρύων. Η πιο ωραία φάση στη λογοτεχνία είναι αυτή η υπέρβαση.
Η γραφή μου, άλλωστε, είναι φύσει και θέσει στραμμένη προς το ορμητικό, το υπερβολικό, το αναπάντεχο. Ίσως πάλι είναι και θέμα ιδιοσυγκρασίας. Συναισθάνομαι τον κόσμο, σαν έναν χώρο, που σε κάνει να πονάς, έναν χώρο με πολύ θάνατο, με πολύ πόλεμο, και πείνα και δίψα. Η λογοτεχνία (μου) είναι σαφώς εσωτερική, και μπορεί κάποτε να γίνεται ένας «ηθικός μύθος». Η «γλώσσα» της, πάντως, βρίσκεται σε πλήρη συμφωνία με ολόκληρη την ύπαρξή μου.
Η Χαριτίνη Ξύδη γεννήθηκε στο Βόλο και κατοικεί στην Αθήνα. Έχει σπουδάσει ιστορία και αρχαιολογία. Κατά το παρελθόν, έλαβε μέρος σε αποστολές ανασκαφών, στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Έχει εκδώσει, μέχρι σήμερα, 15 βιβλία (ποιητικά, πρόζα και πεζά).
Αρθρογραφεί, κατά καιρούς, σε έγκριτα λογοτεχνικά και μουσικά περιοδικά. Ποιήματα και κείμενά της, έχουν φιλοξενηθεί σε ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές, έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά, επίσης. Έχει διακριθεί, στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Από τον Οκτώβριο του 2012 έως και τον Απρίλιο του 2021 (εννέα χρόνια) ήταν μουσική παραγωγός, παρουσιάζοντας τη ζωντανή εκπομπή Fish & Mr Hiroshima, κάθε Τετάρτη 6-8μ.μ., στο ραδιόφωνο του Αμάγκι, με αφιερώματα στο λαϊκό τραγούδι και τους δημιουργούς του. Σήμερα εργάζεται στο Πρωτοδικείο Αθηνών και λοξώς ως επιμελήτρια κειμένων.


