
Κάθε εβδομάδα ένας συγγραφέας απαντά σε 15 ερωτήσεις. Σήμερα ο Κωνσταντίνος Τσάβαλος
- Γιατί γράφετε;
Γιατί η αλήθεια είναι πλέον άχρηστη.
- Τι κάνετε όταν δεν γράφετε;
Βλέπω και ξαναβλέπω ταινίες που ξέρω απ’ έξω, πρόσφατα είδα για 14η ή 15η φορά το «Heat» του Μάικλ Μαν. Επίσης συνηθίζω να χαζεύω τα social media με μια γοητευτική αποστροφή, όπως πριν 20 χρόνια έμπαινα μανιωδώς σε ένα site που λεγόταν Rotten.com.
- Είστε πρωτίστως αναγνώστης ή συγγραφέας;
Είμαι θεατής. Η ζωή περνάει καθημερινά μπροστά μου σαν μια συνεχής, κουραστικά προβλέψιμη ταινία. Μερικές φορές σκέφτομαι ότι η γραφή είναι η παγίδα μου, ένα έξυπνο κόλπο που έχω εφεύρει για να νιώσω πως έχω έλεγχο πάνω στην πλήξη, πως μπορώ να κάνω την ανία μου υλικό, να τη μετατρέψω σε σχήμα, σε ιστορία, σε κάτι που εξαπάτα τον αναγνώστη με το ύφος του, παρότι γεννήθηκε από το απόλυτο τίποτα – και λογικά οδεύει προς το ίδιο αυτό τίποτα.
- Τι διαβάζετε αυτό το διάστημα;
Τον εαυτό μου και τα γραπτά μου, ξανά και ξανά, μπας και καταλάβω τι πήγε στραβά. Πέραν της πλάκας, επιστρέφω ξανά και ξανά στα ίδια που με διαμόρφωσαν, τα ξαναδιαβάζω με βουλιμία μπας και ανακαλύψω κάτι καινούργιο σε σχέση με αυτό που βρήκα πριν από 20-25 χρόνια. Τσαρλς Μπουκόφσκι, Μπρετ Ιστον Ελις, Τζόναθαν Φράνζεν, Κόρμακ Μακάρθι, Ντον ΝτεΛίλο, Πολ Όστερ, Φίλιπ Ροθ και φυσικά τα άπαντα του Κωστή Παπαγιώργη. Αν ήθελα να κάνω φιγούρα, θα έβαζα στην λίστα και Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας, αλλά αυτό το γαμίδι το Infinite Jest ακόμη να το τελειώσω. Το αγόρασα το 2011 και ούτε στα μισά δεν είμαι ακόμη.
- Με ποιες προσωπικότητες της Λογοτεχνίας θα βγαίνατε για ποτό;
Με τον Κωστή Παπαγιώργη γιατί ήξερε να μιλά για το πιο ταπεινό με τρόπο υψηλό, χωρίς να παίρνει ποτέ στα σοβαρά τον εαυτό του. Και την Χρυσηίδα Δημουλίδου για να φτιάχνουμε μαζί deepfakes με την ίδια να χορεύει καρσιλαμά πάνω σε τραπέζια.
- Ισχύει ακόμα ο «θάνατος του συγγραφέα» στην εποχή των social media;
Όχι, γιατί κάποιοι από εμάς δεν ξέρουμε άλλο τρόπο προκειμένου να καταλάβουμε τον εαυτό μας.
- Γίνεται να βιοπορίζεσαι στην Ελλάδα μόνο από τη συγγραφή;
Όχι, αλλά γίνεται να βιοπορίζεσαι από την διαρκή πρόκληση ή από τη δημόσια περσόνα σου. Υπάρχουν εκεί έξω μπόλικοι συγγραφείς που δεν πουλάνε βιβλία – πουλάνε μόνο δημόσια θρασύτητα, γνώμες για όλα και όλους, σχολιάζουν από πολιτική μέχρι διατροφή, αναλύουν τη ζωή με ρηχά αποφθέγματα και επιδέξια αυτοπροβολή. Το πιο πετυχημένο ανέκδοτο της σύγχρονης λογοτεχνίας είναι ότι μπορείς να γίνει συγγραφέας χωρίς να έχεις γράψει τίποτα αξίας, αρκεί να έχεις από πίσω σου ένα κοινό που δεν καταλαβαίνει τον Χριστό του απ’ ότι γράφεις.
- Διδάσκεται η γραφή;
Διδάσκεται η ανάγνωση – η γραφή είναι το επόμενο βήμα, αν το θες αρκετά.
- Ποιο θα ήταν το δικό σας «γράμμα σ’ ένα νέο ποιητή»;
Μην προσπαθείς να είσαι αγαπητός ή δημοφιλής ή δεν-ξέρω-και-εγώ-τι. Να είσαι αναπόφευκτος. Και κατόπιν χτίσε τον μύθο σου με κάθε κόστος γιατί κανείς δεν θα το κάνει για σένα.
- Η Λογοτεχνία είναι ενιαία ή επιδέχεται διακρίσεων;
Ωραία ερώτηση. Η λογοτεχνία δεν είναι ούτε ενιαία ούτε διακριτή. Είναι μια επιχείρηση σαν όλες τις άλλες. Έχει brands, έχει αγορές-στόχους, έχει χαστούκια και αποτυχίες, συνεχόμενες απορρίψεις από εκδοτικούς οίκους, άθλια εξώφυλλα σαν διαφημίσεις για ταμπόν, κριτικούς που συμπεριφέρονται σαν φοβισμένοι δημόσιοι υπάλληλοι και υπάλληλοι εκδοτικών οίκων που συμπεριφέρονται σαν κριτικοί. Αν θες να την πάρεις πολύ στα σοβαρά, ναι, μπορείς να μιλήσεις για ενότητα, για διαχρονικές αξίες, για το μεγαλείο της ανθρώπινης ψυχής. Αλλά και αυτό είναι μια αφήγηση σαν όλες τις άλλες.
Η αλήθεια, έτσι όπως την βιώνω εγώ τουλάχιστον, είναι ότι η λογοτεχνία είναι ένα σύνολο προϊόντων που παράγονται από ανθρώπους με την αγωνία να μην εξαφανιστούν [οι άνθρωποι, όχι τα προϊόντα]. Κάποιοι τα βιβλία αυτά τα γράφουν από πάθος, άλλοι για το νοίκι, μερικοί για να γίνουν viral, άλλοι για να γαμήσουν, άλλοι για να γαμηθούν – όλα θεμιτά είναι. Οι διακρίσεις υπάρχουν μόνο για να εξυπηρετήσουν αυτό το παιχνίδι. “Λογοτεχνία υψηλή”, “λογοτεχνία είδους”, “νεανική φωνή”, “εναλλακτική φόρμα”.
Αν θέλεις να σωθείς ως συγγραφέας, γράψε γενικά. Αν θέλεις να σωθείς ως προϊόν, διάλεξε κατηγορία, κάνε μόνο ερωτικά ή μόνο αστυνομικά. Η λογοτεχνία πάντως, για να απαντήσω στο ερώτημα, δεν είναι ούτε ενιαία ούτε διαιρεμένη. Είναι ο καθρέφτης μιας κουλτούρας που αλλάζει διαρκώς πρόσωπα ανάλογα με την αγορά – όπως δηλαδή συμβαίνει σε όλες τις υποδιαιρέσεις της Τέχνης, μουσική, σινεμά, καλές τέχνες κτλ
- Υπάρχουν must read βιβλία; Ποια είναι για εσάς;
Υπάρχουν must-read βιβλία μόνο για όσους θέλουν να κάνουν λογοτεχνικά bucket lists στη ζωή τους. Εμένα μ’ ενδιαφέρουν τα must-feel βιβλία — αυτά που δεν τα διαβάζεις, αλλά σε διαπερνούν, σε ανοίγουν, σε ενοχλούν, σε προκαλούν να κάνεις εμετό. Δεν με νοιάζει αν έχουν κλασικό status, αν τα υπογραμμίζουν οι φοιτητές λογοτεχνίας ή αν τα ποστάρουν στα social media ως “διαχρονικά”. Με νοιάζει αν με κάνουν να νιώσω κάτι που δεν είχα νιώσει πριν, ή, ακόμη χειρότερα, αν με κάνουν να νιώσω ξανά κάτι που προσπαθούσα να ξεχάσω. Λόγου χάρη, μου φαίνεται αδιανόητα αδιάφορος ο «Μεγάλος Γκάτσμπι» του Φ.Σ. Φιτζέραλντ και απέραντα γοητευτικές – σε σημείο αρρωστημένης εμμονής – οι «Οι 11.000 Βέργες» του Γκιγιόμ Απολινέρ.
- Πώς είναι να γράφεις στον καιρό της πολιτικής ορθότητας;
Είναι σαν να σου ζητούν να οδηγήσεις με το χειρόφρενο ανεβασμένο: τεχνικά γίνεται, αλλά δεν σε οδηγεί πουθενά – και θα καταλήξεις να γαμήσεις και τον κινητήρα του ΙΧ σου (aka τον εγκέφαλό σου). Αυτό που βλέπω εγώ, τόσο από την ελληνική, όσο και από την διεθνή λογοτεχνία, είναι ότι το συγγραφικό ταλέντο στη γραφή σήμερα μετριέται κυρίως απ’ το πόσο «ασφαλής» είσαι. Και κάπως έτσι, ο συγγραφέας σήμερα πρέπει να ζητάει συγγνώμη πριν ακόμα γράψει την πρώτη παράγραφο.
- Γιατί οι Έλληνες γράφουν περισσότερο απ’ ό, τι διαβάζουν;
Γιατί ο καθένας νομίζει πως έχει κάτι να πει. Γιατί μεγαλώσαμε με το παραμύθι του «είσαι μοναδικό ταλέντο» που μας έλεγαν όλοι, από γονείς μέχρι δασκάλους. Όλοι αυτοί μας είπαν – ή, έστω, το υπονόησαν – πως ο κόσμος περιμένει από εμάς μια συγγραφική αποκάλυψη. Και έτσι, αντί να αφομοιώσουμε πως οι αλήθειες που νομίζουμε πρωτότυπες έχουν ξαναγραφτεί χιλιάδες φορές, τις καταθέτουμε με τέτοια θρασύτητα σαν να είναι οι πρώτες λέξεις που ειπώθηκαν ποτέ – και βάζω και τον εαυτό μου μέσα σε αυτόν τον συρφετό, δεν το λέω με ανωτερίλα.
Φυσικά και πολλοί εκεί έξω όντως έχουν κάτι να πούνε. Αλλά πρώτα, πριν γράψουμε το επόμενο «μυθιστόρημα της γενιάς μας» ή πετώντας μια ποιητική πρόζα που μοιάζει με status στο Facebook, χρειάζεται κάτι πιο θεμελιώδες: να μάθουμε να ακούμε. Να διαβάζουμε χωρίς να ετοιμάζουμε μέσα μας την απάντηση. Να δοκιμάζουμε να σιωπήσουμε πριν μιλήσουμε. Γιατί χωρίς αυτήν την ταπεινότητα, η γραφή δεν είναι έκφραση∙ είναι απλά θόρυβος. Και, δυστυχώς, ο κόσμος έχει περίσσευμα από αυτόν ήδη.
Επίσης, γράφουμε πολύ γιατί η ιδέα του συγγραφέα είναι πιο σέξι – ό,τι και αν σημαίνει αυτό για κάποιον – από την πράξη της ίδιας της ανάγνωσης. Και τέλος – πολύ βασικό – γιατί ζούμε σε εποχή που η παραγωγή content είναι πιο εύκολη από την κατανόησή του.
- Πώς σας επηρεάζει η πολιτική επικαιρότητα;
Αν με επηρεάζει κάπως, είναι επειδή με κάνει να νιώθω πιο ψύχραιμος από όσους πιστεύουν ακόμη σε κάτι τόσο νωθρό. Οι πολιτικοί για μένα είναι οι φτωχοδιάβολοι της επιβίωσης, σίγουρα ούτε ηγέτες, ούτε οραματιστές· σαν απλοί υπάλληλοι φθηνής ασφαλιστικής εταιρείας που προσπαθούν να κλείσουν μια συμφωνία με το κοινό τους, πριν αυτό καταλάβει πόσο λίγο αξίζει το προϊόν τους – και πόσο λίγοι είναι οι ίδιοι. Είναι πάντως κάπως απαραίτητοι για την σύγχρονη κοινωνία μας, όσο απαραίτητος είναι ένας ιός ή ένα βακτήριο για την επιστήμη. Είναι ο αναγκαίος φορέας της κοινωνικής νόσου, το μονίμως παρόν σύμπτωμα που μας θυμίζει πόσο εύκολα μπορεί να διαφθαρεί η συλλογική μας νοημοσύνη.
- Η Λογοτεχνία, τελικά, σας έχει αλλάξει τη ζωή;
Κατά κάποιον τρόπο, ναι. Με εκπαίδευσε να περιγράφω με χειρουργική ακρίβεια τον χειρότερο εαυτό μου, και να τολμώ να τον εκθέτω χωρίς να ζητώ συγγνώμη από κανέναν.
*Ο Κωνσταντίνος Τσάβαλος άφησε παράμερα την Αρχαιολογία και την Ιστορία της Τέχνης και συμπληρώνει αισίως 24 χρόνια στην έντυπη και ηλεκτρονική δημοσιογραφία. Έχει εργαστεί ως συντάκτης εφημερίδων και περιοδικών («Το Βήμα», «Esquire»), ως αρχισυντάκτης μουσικών εντύπων («Sonik») και ως αρθρογράφος ιστότοπων (Protagon, Olafaq, In.gr, Avopolis). Έχει εκδώσει μέχρι στιγμής τέσσερις μουσικές βιογραφίες (Freddie Mercury, Rolling Stones, Pink Floyd, Maneskin – όλες στις Εκδόσεις Οξύ/Brainfood), ένα μυθιστόρημα («Ντοπαμίνη», Εκδόσεις Βακχικόν), ένα μουσικό κόμικ («Mixtape», Εκδόσεις Μεταίχμιο), ενώ μόλις εκδόθηκε και κυκλοφορεί το μουσικολογικό δοκίμιο «Αέρας Πεχλιβάνης: Η προφορική ιστορία του “Βραχνού Προφήτη” όπως την αφηγήθηκε ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου» (Εκδόσεις Μεταίχμιο).


