
Κάθε εβδομάδα ένας συγγραφέας απαντά σε 15 ερωτήσεις. Σήμερα η Ελένη Καραμαγκιώλη
Γιατί γράφετε;
Γράφω για να πάρουν μια μορφή σκέψεις, ιστορίες και εικόνες, που μαζεύονται στο κεφάλι μου καθημερινά. Με εντυπωσιάζει πάντα πως όταν καταγράφονται καταλήγουν τελείως διαφορετικά από την αρχική τους σύλληψη, παίρνουν τον δικό τους δρόμο κατά κάποιο τρόπο. Οπότε, ναι, για αυτό γράφω, για τη χαρά της ανακάλυψης, ποτέ καμία ιδέα δεν εξελίσσεται όπως ξεκίνησε, κανένας χαρακτήρας δεν μένει ο ίδιος, συμβαίνει κάτι μυσταγωγικό θα έλεγα, το οποίο τελικά πολύ λίγο μπορεί αυτός που γράφει να προκαθορίσει. Το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να πάει μαζί του, να το ακολουθήσει με ανοικτό μυαλό, είναι ένα παιχνίδι του οποίου οι κανόνες συνέχεια διαμορφώνονται, ποτέ δεν μένουν ίδιοι.
Τι κάνετε όταν δεν γράφετε;
Διαβάζω πολύ, άρα κατά κάποιο τρόπο γράφω, ακούω μουσική, βλέπω ταινίες, βγαίνω έξω, παρατηρώ, κι αυτό χρειάζεται όταν θες να γράφεις.
Είστε πρωτίστως αναγνώστης/τρια ή συγγραφέας;
Είμαι μια υποψιασμένη αναγνώστρια, θα έλεγα. Ακόμη νιώθω φόβο μπροστά στη δήλωση «είμαι συγγραφέας», για μένα περικλείει τόσα πολλά, που μου φαίνεται κάπως ανώριμο στο σημείο που βρίσκομαι να δηλώσω ότι αυτό κάνω κατά κύριο λόγο, γιατί δεν το κάνω, άλλωστε, λόγω συνθηκών, με την αφοσίωση και τον χρόνο που του αναλογεί.
Τι διαβάζετε αυτό το διάστημα;
Διαβάζω την ιδιότυπη βιογραφία του Μίλαν Κούντερα από την Φλοράνς Νουαβίλ «Γράψιμο…τί ιδέα κι αυτή» από τις εκδόσεις Εστία και του Σελίν, το «Ταξίδι στην άκρη της νύχτας», εκδόσεις Εστία και αυτό.
Με ποιες προσωπικότητες της Λογοτεχνίας θα βγαίνατε για ποτό;
Με Ροθ και Ουελμπέκ για πολλές ερωτήσεις, νομίζω θα τους ζάλιζα, με τον Χεμινγουέι για εντρύφηση στη φιλοσοφία της μπάρας και της ζωής, με τον Όσκαρ Γουάιλντ για καυστικά σχόλια για τους θαμώνες του μπαρ και γερές δόσεις αυτοσαρκασμού, με την Αναίς Νιν για αναλύσεις ερωτικές και φαντασιακές.
Ισχύει ακόμα ο «θάνατος του συγγραφέα» στην εποχή των social media;
Ισχύει το τέλος της συγκέντρωσης, της ανάγνωσης χωρίς διακοπές, της κριτικής σκέψης χωρίς περίσσεια συναισθηματισμού και παρόρμησης. Ο συγγραφέας δεν πεθαίνει, μόνο παραμερίζεται, αποδομείται, υποτιμάται, όπως άλλωστε συμβαίνει με όλες τις μορφές Τέχνης, με όλους τους δημιουργούς, στην εποχή των social media. Υπάρχει και ανθίσταται αυτό στο οποίο δίνουμε την αμέριστη προσοχή μας, αλλιώς σκεπάζεται από τον θόρυβο και την σωρεία των εικόνων. Άρα, ακόμη κι ένας αναγνώστης διασώζει τον συγγραφέα. Τον επαναφέρει στη ζωή.
Γίνεται να βιοπορίζεσαι στην Ελλάδα μόνο από τη συγγραφή;
Με τίποτα. Η αναγνωστική αγορά είναι πολύ περιορισμένη, αν κάποιος το καταφέρνει είναι εξαίρεση και συμβαίνει ελάχιστα και υπό προϋποθέσεις. Η προσφορά υπερβαίνει κατά πολύ τη ζήτηση.
Διδάσκεται η γραφή;
Η γραφή μπορεί να βελτιώνεται, να εξελίσσεται με τη σωστή καθοδήγηση, να αποφεύγει αυτός που γράφει παγίδες όπως ο άκρατος λυρισμός και η ηθικολογία, ωστόσο, όχι, δεν πιστεύω ότι μαθαίνεις να γράφεις, χρειάζεται ένας λογοτεχνικός τρόπος σκέψης, που δεν έχει να κάνει με γνώσεις ή διδασκαλία. Είναι ο τρόπος, που βλέπεις τον κόσμο, η οπτική, το πού εστιάζει κανείς. Μπορεί όμως κάποιος να μάθει να διαβάζει πολύ εποικοδομητικά, να γίνει καλός αναγνώστης.
Ποιο θα ήταν το δικό σας «γράμμα σ’ ένα νέο ποιητή»;
Μάθε πριν αποδομήσεις, τόλμησε να πειραματιστείς με τη γλώσσα και την έκφραση, μη σκεφτείς περιβάλλον και συνθήκες, γενικά τόλμησε, θέλει θάρρος η λογοτεχνία, θέλει υπέρβαση του ίδιου του εαυτού και των ορίων του.
Η Λογοτεχνία είναι ενιαία ή επιδέχεται διακρίσεων;
Μία είναι η λογοτεχνία, πολλά τα βιβλία, πολλοί οι συγγραφείς αλλά και οι αναγνώστες. Πιστεύω ότι ένα βιβλίο, που αντέχει στον χρόνο, που θα νικήσει τη λήθη, ειδικά σήμερα στην εποχή της ταχύτητας, θα ξεχωρίσει, ακόμη και μέσα σε έναν καταιγισμό μετριότητας ή και πρόχειρης δημιουργίας.
Υπάρχουν must read βιβλία; Ποια είναι για εσάς;
Το μόνο «υποχρεωτικό» για μένα είναι να διαβάζει κανείς, να ανακαλύψει την χαρά της ανάγνωσης, να βρει ψάχνοντας αυτό που τον εκφράσει, που του ταιριάζει, που τον συγκινεί. Είναι πολύ υποκειμενικό τί θεωρεί ο καθένας μας ότι θα πρέπει να διαβάζει ο άλλος, μπορεί αυτό που μας ενθουσίασε να μην αγγίξει τον άλλον και αντίστροφα. Το μόνο που θα τολμούσα να προτείνω θα ήταν ειδικά για τα παιδιά να ξεκινήσουν με βιβλία, που πυροδοτούν τη φαντασία τους, όπως τα διαχρονικά βιβλία του Ιουλίου Βερν. Ένα μυαλό, που διεγείρεται, δύσκολα μετά συμβιβάζεται, κι αυτό είναι σημαντικό τώρα, που ειδικά τα παιδιά σε σχέση με τις προηγούμενες γενιές είναι τόσο εξοικειωμένα με την τεχνολογία.
Πώς είναι να γράφεις στον καιρό της πολιτικής ορθότητας;
Είναι μια πράξη αντίστασης, σχεδόν επαναστατική, να μην ακολουθείς αυτό που λέμε πολιτική ορθότητα και να εκφράζεται κανείς χωρίς φραγμούς και ανούσιες ορολογίες. Η λογοτεχνία, όταν υποκύπτει στο ρεύμα της εποχής, παύει να είναι λογοτεχνία, μεταλλάσσεται σε κάτι που τη θυμίζει αλλά δεν είναι λογοτεχνία.
Γιατί οι Έλληνες γράφουν περισσότερο απ’ ό, τι διαβάζουν;
Νομίζω ότι γράφουν όσοι, κυρίως, διαβάζουν. Δεν μπορώ να πω με σιγουριά αν είναι αυτοί που γράφουν λιγότεροι ή περισσότεροι από αυτούς που διαβάζουν. Υποθέτω ότι έχει να κάνει με τη δυσκολία του εγχειρήματος, το να συγκεντρωθεί κανείς στο να διαβάσει με προσοχή και να κατανοήσει τα επίπεδα μιας ιστορίας φαντάζει συχνά πολύ πιο δύσκολο από το να γράψεις αυθόρμητα αυτό που σκέφτεσαι, για αυτό και συχνά βλέπουμε πολλά βιβλία αυτοαναφορικά, στην ουσία ημερολόγια.
Πώς σας επηρεάζει η πολιτική επικαιρότητα;
Δεν γίνεται να μην επηρεάζεται κάποιος από όσα εκτυλίσσονται πολιτικά και κοινωνικά, πόσο μάλλον δε τη στιγμή που τον ενδιαφέρει άμεσα ο άνθρωπος. Τώρα πώς αυτό το μεταφέρει και το μετουσιώνει στο έργο του ο καθένας έχει να κάνει κατά πολύ με τον τρόπο που γράφει, με αυτό που θέλει να πει, με την επιλογή του να ασχοληθεί εδώ και τώρα με αυτό που συμβαίνει ή να αφήσει να κατακαθίσει η σκόνη της επικαιρότητας για να το αποτυπώσει.
Η Λογοτεχνία, τελικά, σας έχει αλλάξει τη ζωή;
Θα έλεγα περισσότερο ότι την έχει κάνει πιο ενδιαφέρουσα, η λογοτεχνία σου προσφέρει αμέτρητους τρόπους ερμηνείας της πραγματικότητας, σε ψυλλιάζει να μην μένεις στο προφανές, στο αυτονόητο, σε αυτό που έχεις συνηθίσει να βλέπεις, αλλά να έχεις τις κεραίες έτοιμες να δεχθούν διαφορετικά μηνύματα από το ίδιο ερέθισμα. Αυτό βέβαια μπορεί να γίνει και ενοχλητικό και επώδυνο, να σε φέρει αντιμέτωπο με δύσκολες αλήθειες και παραδοχές, πάντως σίγουρα με τη λογοτεχνία δεν γίνεται να πλήξεις. Κι αυτό είναι κάτι σπουδαίο, να εκπλήσσεσαι συνέχεια, ακόμη και δυσάρεστα. Είναι επικίνδυνη η αδιαφορία και η απάθεια.
Η Ελένη Καραμαγκιώλη γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θήβα. Ζει στην Κυψέλη. Σπούδασε νομικά στην Αθήνα και στη Γαλλία. Εργάζεται στα κοινοτικά προγράμματα τα τελευταία χρόνια. Το βιβλίο της “Μονωτική Ταινία” , συλλογή διηγημάτων, κυκλοφόρησε το 2021 από τις εκδόσεις Ιωλκός. Διηγήματά της και άρθρα της για βιβλία έχουν δημοσιευθεί σε έντυπα και εφημερίδες.


