
Κάθε εβδομάδα ένας συγγραφέας απαντά σε 15 ερωτήσεις. Σήμερα ο Γρηγόρης Παντελόγλου
Γιατί γράφετε; Για να συντηρήσω τις μνήμες και τις ακροβασίες του μυαλού. Να συνθέσω τις ανερμήνευτες περιπλανήσεις και αναδιπλώσεις του. Να αισθανθώ (γιατί όχι;) τον παλμό και τον ρυθμό του. Αλλά και για να διαβώ ξανά τους μυστικούς του δρόμους θέλοντας να δω αν παραμένει χώρος για το πλασματικό, το αναπάντεχο, το λογικό και το παράδοξο.
Τι κάνετε όταν δεν γράφετε; Εργάζομαι για να ζήσω! μια αυτονόητη πραγματικότητα και για έναν συγγραφέα, όταν ιδιαίτερα αυτός δεν είναι «επαγγελματίας». Αναζητώ συνέχεια το «ευ εργάζεσθαι», σίγουρα όχι με την αστόχαστη ευκολία ενός αστεϊσμού: «εργασία και χαρά». Θέλω πλέον να συνδυάζω προσωπική αλήθεια, γνώση και εμπειρία με κοινωνική ευθύνη.
Είστε πρωτίστως αναγνώστης ή συγγραφέας; Δεν τα διακρίνω. Αναγνώστης που απορεί για όσα όλοι μας απορούμε και συγγραφέας όταν θέλει να αποκαλύψει τον εαυτό του μέσα στα πράγματα.
Τι διαβάζετε αυτό το διάστημα; Διαβάζω ένα φιλοσοφικό κοινωνικό δοκίμιο που αναλύει διάφορες μορφές βίας: κρατική βία, κοινωνική βία, βία στην ιδιωτική ζωή, με τίτλο: ««Sept leçons sur la violence», Marc Crépon, Odile Jacob, 2024.
Με ποιες προσωπικότητες της Λογοτεχνίας θα βγαίνατε για ποτό; Από μαθητής του “Centre Voltaire” και αργότερα του «Institut français» έβρισκα ως συναρπαστική προσωπικότητα τον Εμίλ Ζολά. Τα λόγια των δασκάλων μου τον είχαν κατατάξει μέσα μου ως έναν επίμονο μαχητή του λόγου που είχε ως κέντρο του τον άνθρωπο. Λίγα χρόνια αργότερα ως μεταπτυχιακός φοιτητής ασχολήθηκα με την ιστορία του μαζικού κινήματος. Τότε είναι που διάβασα την «Ταβέρνα». Η περιγραφή με ζωηρά και σκληρά χρώματα, της εργατικής φτωχολογιάς του Παρισιού με συγκίνησε. Ο συγγραφέας με κατέκτησε για πάντα. Αν αυτός ο αστός περιπατητής του Παρισιού με προσκαλούσε στην παρέα του, αν λέω! θα του ζητούσα καθόλου δειλά να με ξεναγήσει στα καμπαρέ της πόλης εκεί που εμπνεύστηκε την ποθητή «Νανά». Ελπίζω το κρασί να ήταν Grands Vins de la Côte-d’Or της Βουργουνδίας.
Ισχύει ακόμα ο «θάνατος του συγγραφέα» στην εποχή των social media; Σε αυτή την τόσο περίπλοκη και ασταθή εποχή, λέτε να υπάρχουν συγγραφείς που θέλουν να σκοτώσουν την ίδια τους την ιδιότητα; Και γιατί να απελευθερωθεί ο αναγνώστης από την «τυραννία» του συγγραφέα; Τέτοιες συμπαιγνίες σε εποχές αβεβαιότητας, όπου έχει μπερδευτεί το κινούμενο και το στάσιμο δεν είναι επιτρεπτές.
Γίνεται να βιοπορίζεσαι στην Ελλάδα μόνο από τη συγγραφή; Ακόμη και οι πιο επιδραστικοί συγγραφείς και κάποιοι άλλοι που έχουν εισαχθεί αβίαστα και ανώδυνα με κάποιο μαρκετίστικο τρόπο στον προθάλαμο των media της εποχικότητας και της αγοράς, έχουν τοποθετηθεί αρνητικά.
Διδάσκεται η γραφή; Γραφή και ανάγνωση προφανώς διδαχτήκαμε στα χρόνια της εγκύκλιας εκπαίδευσης. Δεν με αφορούν τέτοια τεχνικά ζητήματα. Το πώς ο καθένας μαθαίνει τελικά να εκφράζεται, το πώς ο καθένας θα ανακαλύψει και θα αποκαλύψει τον εαυτό του μέσα στα πράγματα τον αφορά αποκλειστικά. Αρκεί να μη χάνεται το μυστήριο και να μη θίγεται το θαύμα.
Ποιο θα ήταν το δικό σας «γράμμα σ’ ένα νέο ποιητή»; Ευτυχώς πάει καιρός που έχω ανακαλύψει ότι έχω επίγνωση των ορίων μου. Ότι έχω επίγνωση των αναλογιών μου. Δεν χρειάζεται κανείς, είτε ποιητής είτε συγγραφέας επιστολές παραίνεσης από μένα. Τα παιχνιδίσματα της φαντασίας, των ιδεών και των συναισθημάτων και της κατανόησης του κόσμου τα ανακαλύπτει ο καθένας μόνος του. Άλλωστε, ποιος μπορεί στις μέρες μας να εγγυηθεί ότι οι άνθρωποι βλέπουν πραγματικά την ίδια απόχρωση για όσα συζητούν;
Η Λογοτεχνία είναι ενιαία ή επιδέχεται διακρίσεων; Η λογοτεχνία όσο και να διακρίνεται έχει μια ενιαία διάσταση, γιατί όλα τα είδη της μοιράζονται τον κοινό στόχο της έκφρασης των ανθρώπινων εμπειριών μέσω της γλώσσας. Ο έρωτας, η φαντασία, η μνήμη, το όνειρο είναι έννοιες ανθρώπινα προσπελάσιμες και στη λογοτεχνία θα παραμένει χώρος για το αναπάντεχο και το μυστικό ανεξάρτητα από τις τεχνικές διαιρέσεις της.
Υπάρχουν must read βιβλία; Ποια είναι για εσάς; Αποφεύγω να μιλώ για συγγραφείς και τίτλους βιβλίων, ιδιαίτερα των αποκαλούμενων must read. Κρατήστε μόνο ότι οι κλασσικοί συγγραφείς από παιδί μου έμαθαν πως η γλώσσα έχει ψυχή. Ψυχή σαν αισθητή αναπνοή. Η κληρονομιά των σύγχρονων και κλασικών συγγραφέων επηρεάζουν και τιθασεύουν την ανισορροπία των εμπειριών όλων μας.
Πώς είναι να γράφεις στον καιρό της πολιτικής ορθότητας; Για μένα δεν είναι αποδεκτή οποιαδήποτε μορφή ιδεολογικού ελέγχου της γλώσσας και της σκέψης. Δεν χρειάζονται σκοτεινές συνεργασίες στον μικρόκοσμο μας, ούτε όμως και υπαινιγμοί για το ορατό και το αόρατο. Μια διαυγής γλώσσα μπορεί να διακρίνει το αγγελικό και το μαύρο και όλα τα τρεμουλιαστά νεφελώματα που ακυρώνουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια .
Γιατί οι Έλληνες γράφουν περισσότερο απ’ ό, τι διαβάζουν; Φαύλος κύκλος, δεν νομίζετε; Αυτό το ερώτημα επανήλθε και την προηγούμενη βδομάδα στις εργασίες του Greece Talks , όπου ένας καταξιωμένος ηθοποιός και έξυπνος συμπολίτης μας παρουσία και του πρωθυπουργού είπε: «Στην Ελλάδα έχουμε μία τάση να γράφουμε βιβλία και όχι να διαβάζουμε. Είναι φοβερό. Και αυτό θα πρέπει κάποτε να τελειώνει. Αυτό δεν το λέω για τον κύριο Τσίπρα, το λέω γενικότερα. Γράφουν όλοι, γράφουν, γράφουν, αλλά δεν διαβάζουν τόσο πολύ. Οπότε, καλό θα ήταν να ανοίξουμε και κάνα βιβλίο». Τελικά τι είναι τούτο; Γεγονός που αποδεικνύεται με αποδείξεις; Γοητευτικοί λεκτικοί μηχανισμοί ψυχικής αντίδρασης; Καινούργια μυθολογία αναπαραγωγής απόψεων κλειστών διανοουμενίστικων συστημάτων; Και για να αντιστρέψουμε τον συλλογισμό. Αυτή η ανορθολογική υπερπραγματική γραφή, αν ισχύει, τι συνέπειες επιφέρει; Αυτή είναι που μας οδηγεί «να διαβάζουμε λιγότερο»; Άλλη μια στερεότυπη προκατάληψη ή ένας ακόμη λαϊκισμός που δεν απεικονίζει την ουσία των πραγμάτων; Και γιατί άραγε και σε αυτόν τον τόπο να μην εκφράζονται νέοι συγγραφείς; Τα βιβλία γράφονται για το σήμερα, το αύριο, το «ύστερα από χρόνια», αλλά και για πάντα για να διηγηθούν τις ιστορίες των ανθρώπων και να προσεγγίσουν αργόσυρτα τη λήθη. Έχουν χρόνο για να αξιολογηθούν. Πάντα υπήρχαν και θα υπάρχουν απαίδευτοι αναγνώστες και ατάλαντοι συγγραφείς. Αυτή η πραγματικότητα δεν μπόρεσε να παραποιήσει την ουσία της λογοτεχνίας. Δεν κινδύνεψε το φως της.
Πώς σας επηρεάζει η πολιτική επικαιρότητα; Η επικαιρότητα αποτελεί πρωταρχικό υλικό της πολιτικής ιδιαίτερα σε ρευστούς καιρούς. Όλα όσα συμβαίνουν βρίσκονται σε συνεχή κίνηση μπροστά στα μάτια μας. Πολώσεις και συγκρούσεις που καθημερινά επανέρχονται και που υπονομεύουν τον κοινό μας δεσμό. Αυτό που πραγματικά με θλίβει ως ενεργό πολίτη είναι η εξοργιστική σαπουνόπερα του λαϊκισμού και η συνεχής χρήση του ακαλλιέργητου και διαιρετικού τελικά κομματικού παρελθόντος και της ψευδεπίγραφης -επικοινωνιακής μόνο- λύτρωσης μέσω ενός συνολικά φθαρμένου πολιτικού υλικού. Πόση επιτέλους ενέργεια των πολιτών ξοδεύεται ασυλλόγιστα σε αυτόν τον τόπο;
Η Λογοτεχνία, τελικά, σας έχει αλλάξει τη ζωή; Μου έχει λυτρώσει την αμηχανία του νου και της ψυχής τις στιγμές που δύει το φως της μέρας.
Βιογραφικό
Ο Γρηγόρης Ε. Παντελόγλου γεννήθηκε στη Σάμο το 1963. Αναγορεύτηκε διδάκτορας Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης το 1992. Έχει δημοσιεύσει μελέτες που άπτονται του επιστημονικού του ενδιαφέροντος και επιπλέον έχει μελετήσει την ιστορία του μαζικού κινήματος ανάμεσα στους δύο πολέμους, στην Κατοχή και στον Ελληνικό Εμφύλιο. Το πρώτο λογοτεχνικό του βιβλίο «Ζήσε ΤΩΡΑ! Γλυκό μου… ΡΕ!», κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο του 2019 από τις εκδόσεις Οσελότος και τον Δεκέμβριο του 2020 κυκλοφόρησε, επίσης, από τις εκδόσεις Οσελότος το βιβλίο του «Το ελληνικό συνδικαλιστικό κίνημα στην Κατοχή και στον Εμφύλιο – Οι παραμορφωτικές συλλογικές συνειδήσεις της κοινωνικής μας ιστορίας στη δεκαετία του 1940». Τέλος, έχει συγγράψει μικρές ιστορίες για την ψυχή και τα όνειρά της, για να ομορφαίνει πού και πού μια μικρή γωνιά της «φυλακής» του και να σκανδαλίζει με αυτόν τον τρόπο τη φαντασία του.
Γρηγόρης Ε. Παντελόγλου
Η Μαθητεία των Προέδρων
Σελίδες: 354, Τιμή: 16 ευρώ, Διαστάσεις: 14×21
ISBN: 978-618-205-680-6
Εκδόσεις Οσελότος
Κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Οσελότος το μυθιστόρημα του Γρηγόρη Ε. Παντελόγλου «Η Μαθητεία των Προέδρων».
Σ’ αυτόν τον επαγγελματικό χώρο, τέτοιες ιστορίες επαναλαμβάνονταν σαν να ξεκινούσε και πάλι η παρτίδα σκακιού που σκόπιμα οι παίχτες της την είχαν αφήσει στη μέση. Η εγκατάσταση στον Οργανισμό σε θέση ευθύνης νέων κομματικών στελεχών ή προσώπων εμπιστοσύνης των στελεχών της κεντρικής πολιτικής σκηνής επαναλαμβανόταν με πανηγυρικό ύφος και άπειρες παραλλαγές. Ο αέναος κύκλος της Μαθητείας των Προέδρων συνεχιζόταν. Εκείνη η ώρα, που το ψιλόβροχο γινόταν μπόρα που ξέπλενε τα πάντα γύρω της, σηματοδοτούσε πως η ζωή στον Οργανισμό θα προχωρούσε, αδιάφορη για το ποιος θα έφευγε και ποιος πάλι θα ερχόταν. Σαν ένας άλλος αδιέξοδος, τελικά, κοπετός. Καταστροφικός σαν κηλίδα πετρελαίου, που στην αρχή έπαιρνε τη μορφή ενός ουράνιου τόξου, ή μιας μεταλλικής λάμψης, και κατέληγε να γίνεται μπάλωμα και θλιβερός ιριδισμός στις ταραγμένες θάλασσες της Δημόσιας Διοίκησης. Από τις αποθήκες μνήμης του Οργανισμού έβγαιναν διόλου λησμονημένες οι ιστορίες, τα σχέδια και οι αυταπάτες των μέχρι τότε προέδρων του, για να διασταυρωθούν αυτόματα με τα ανάμικτα, γεμάτα «αιφνίδια» μίμηση, όνειρα και τις προσδοκίες των επόμενων, μαζί με τις κενολογίες και τις μωρολογίες της πληθωρικής και πολύχρωμης κομματικής γλώσσας τους. Ήταν η στιγμή που ο ήλιος θόλωνε πριν από τη δύση των ξέφρενων φαντασιώσεών τους. Οι τελευταίες είχαν καταντήσει η περιορισμένη φωτεινή τους περιοχή.


