Δύο ελληνικές ταινίες που μπορείς να δεις στην αγαπημένη μας πλατφόρμα, αγκαλιά με τον ανεμιστήρα!

Άδικος Κόσμος
Κοινωνικό δράμα, 2011, Ελλάδα, 107 λεπτά
Σκηνοθεσία: Φίλιππου Τσίτου
Παίζουν: Aντώνης Καφετζόπουλος, Θεοδώρα Τζήμου, Χρήστος Στέργιογλους
Ο Σωτήρης είναι προανακριτής της Αστυνομίας. Μια μέρα αποφασίζει να γίνει δίκαιος. Θα αθωώνει όλους αυτούς που έπεσαν στο έγκλημα επειδή δεν είχαν “στον ήλιο μοίρα”. Στην προσπάθειά του να σώσει έναν ακόμα αθώο, σκοτώνει από λάθος έναν άνθρωπο. Η Δώρα είναι η μοναδική μάρτυρας στο έγκλημα. Η Δώρα είναι ο άνθρωπος του οποίου τη βοήθεια χρειάζεται ο Σωτήρης. Και ενώ δεν της περισσεύει η συμπόνια, ο Σωτήρης την νιώθει σαν τον μοναδικό του σύμμαχο. Η άδικη Δώρα θα σώσει τον δίκαιο Σωτήρη; Και ο έρωτας; Τι κάνουμε τώρα με τον έρωτα;
Ο Φίλιππος Τσίτος στην τρίτη ταινία του συνδυάζει για ακόμα μια φορά την ιλαρότητα αλλά και την τραγικότητα της κοινωνίας για να τοποθετηθεί κάπου στη μέση. Στην πραγματικότητα συνδυάζει το κοινωνικό δράμα, το νουάρ αλλά και ένα υποδόριο χιούμορ που όταν φανερώνεται στην φαντασία του θεατή τον ευφραίνει. Οι ήρωες του Τσίτου δεν είναι απλοί ήρωες αλλά πολύ πιο σωστά αντιήρωες, ανθρωποι της διπλάνης πόρτας, άνθρωποι συνηθισμένοι χωρίς καμία λάμψη πάνω τους. Και έπειτα ζουν σε μια Αθήνα χωρίς το εκτυφλωτικό φως του καλοκαιριού, σε μια πόλη με γκρίζες προοπτικές.
Δεν είναι η πρώτη φορά που κάποιος κινηματογραφιστής μπλέκει σε ένα σενάριο που πραγματεύεται γενικά ζητήματα ηθικής και υπαρξισμού. Το αποτέλεσμα σίγουρα ικανοποιεί αλλά έχω την πίστη πως ο Τσίτος αν αφεθεί στην ιστορία και στους ηθοποιούς του, όπως συνέβη με την Ακαδημία Πλάτωνος είναι ικανός για μεγάλα πράγματα. Στηριζόμενος και εδώ στους ηθοποιούς του ποντάρει σε σίγουρο άλογο και δικαιώνεται. Τόσο ο Αντώνης Καφετζόπουλος, όσο και η Θεοδώρα Τζίμου και ο Χρήστος Στέργιογλου δίνουν απολαυστικές, γεμάτες ερμηνείες. Ο Άδικος κόσμος έχει νατουραλιστικά όμορφη φωτογραφία, ευρωπαϊκή διάθεση (που παραπέμπει σε Καουρισμάκι ή ότι άλλο βορειοευρωπαϊκό θέλετε) αλλά δεν χαρίζει ελληνική ζωντάνια στα αδιέξοδα των ηρώων της. Παρ’ όλα αυτά δεν αδικεί τους θεατές του. Και εν τέλει δικαιώνεται…

Miss Violence
Δράμα, 2013, Ελλάδα, 99 λεπτά
Σκηνοθεσία: Αλέξανδρος Αβρανάς
Παίζουν: Θέμης Πάνου, Ρένη Πιττάκη, Ελένη Ρουσσινού, Σίσυ Τουμάση, Καλλιόπη Ζωντανού, Κωνσταντίνος Αθανασιάδης
Την ημέρα των γενεθλίων της, η εντεκάχρονη Αγγελική πηδάει από το μπαλκόνι και πέφτει στο κενό με ένα χαμόγελο σχηματισμένο στα χείλη της. Η αστυνομία και η κοινωνική πρόνοια προσπαθούν να εξιχνιάσουν τον λόγο της πιθανής αυτοκτονίας. Η οικογένεια όμως υποστηρίζει σθεναρά πως ήταν ατύχημα. Ποιο μυστικό πήρε μαζί της η μικρή Αγγελική; Γιατί η οικογένεια επιμένει να την «ξεχάσει» και να συνεχίσει τη ζωή της; Αυτές είναι οι απαντήσεις που αναζητά η κοινωνική πρόνοια, όταν τους επισκέπτεται στο άψογα τακτοποιημένο τους σπίτι. Ο πατέρας έχει φροντίσει να μη λείπει τίποτα. Όλα βρίσκονται στη
θέση τους. Φαίνεται ότι τίποτα δεν μπορεί να τους προδώσει.
To βραβευμένο στη Βενετία (και πολυαναμενόμενο για ένα περιορισμένο κοινό που διψά για New Greek Wave Miss Violence του Αλ. Αβρανά αποτελεί καταγγελία. Με την πρώτη ματιά, απέναντι στην ελληνική οικογένεια για την ψυχική και σωματική βία που εδράζει
στις τάξεις της, καθώς και τη μεθοδευμένη συγκάλυψη που επιχειρείται. Με μια δεύτερη, πιο αλληγορική, ματιά η καταγγελία απευθύνεται στο εκάστοτε απάνθρωπο σύστημα εξουσίας. Θέματα, κατ’αρχήν, καίρια και διαχρονικά.
Οι (βασικές) ενστάσεις μου, όμως, ξεκινούν από το γεγονός πως ο σκηνοθέτης επιλέγει αποκλειστικά την προβοκατόρικη μέθοδο του σοκ (σε βαθμό σαδισμού) για να συναρπάσει τον θεατή και να ακουστεί φωναχτά το μήνυμα (πώς αλλιώς να ερμηνεύσεις σκηνή όπου παιδί χαστουκίζει το αδερφάκι του πάνω από δέκα φορές σε γκρο πλαν ή σκηνή όπου μια
δεκατετράχρονη βιάζεται από σειρά ανδρών μέχρι να ολοκληρώσει το όργιο ο πατέρας της;) και κορυφώνονται στο μισανθρωπικό φινάλε στο οποίο ως μόνος λόγος επανάστασης έναντι του δυνάστη φανερώνεται η επιθυμία να γίνεις χαλίφης στη θέση του χαλίφη. Συγχωρέστε με, αλλά προτιμώ τη θέση του καταφανώς συγγενούς Κυνόδοντα πως το επαναστατείν γεννιέται από την βαθιά ανάγκη για προσωπική ελευθερία. Ελευθερία που ούτε ένας ήρωας του Miss Violence δεν διεκδικεί. Κι αυτό πέρα από ακραίο είναι και ηθικά αποκρουστικό.


