HomeCinemaΟ Γιάννης Οικονομίδης στον Εξώστη

Ο Γιάννης Οικονομίδης στον Εξώστη

Ο Γιάννης Οικονομίδης δεν χρειάζεται συστάσεις. Κάθε φορά που εμφανίζεται, είτε στη μεγάλη οθόνη είτε στο θέατρο, φέρνει μαζί του μια θύελλα, μια αδιαπραγμάτευτη ματιά πάνω στην ανθρώπινη ύπαρξη, στην κοινωνία, στο άγριο και συχνά άβολο πρόσωπο της πραγματικότητας. Με τη «Σπασμένη Φλέβα» επιστρέφει σε γνώριμα, αλλά ακόμη πιο βαθιά και επικίνδυνα νερά: ένα έργο που πατάει γερά στον ρεαλισμό, στη δραματουργία και στη συναισθηματική ένταση που χαρακτηρίζει το σύνολο της φιλμογραφίας του.

Στη συζήτηση που ακολουθεί, ο Οικονομίδης μιλά χωρίς περιστροφές για την ελληνική κοινωνία, τη γλώσσα του δρόμου, τις εμμονές και τις αγωνίες του, αλλά και για το σινεμά που τον συγκινεί, το σινεμά που ψάχνει τον άνθρωπο πίσω από τις λέξεις, τα πάθη, τα αδιέξοδα. Αναφέρεται στους συνεργάτες του, στη σχέση του με τους ηθοποιούς, στη θέση του ελληνικού σινεμά μέσα στο παγκόσμιο τοπίο, αλλά και στη σκοτεινή πορεία του σύγχρονου κόσμου, όπως την αντιλαμβάνεται μέσα από τα δικά του μάτια και τη δική του τέχνη.

Με ειλικρίνεια, χιούμορ, απαισιοδοξία αλλά και ατόφια αγάπη για την κινηματογραφία, ο Οικονομίδης ανοίγει διάπλατα το σύμπαν του, το σύμπαν όπου η σκληρή γλώσσα δεν είναι ύφος αλλά πραγματικότητα, όπου οι ήρωες γλιστρούν στο χείλος του γκρεμού, και όπου η τέχνη μοιάζει ο μόνος τρόπος να κρατηθεί κανείς όρθιος. Η Σπασμένη Φλέβα του Γιάννη Οικονομίδη είναι άγρια, άμεση, παθιασμένη και απόλυτα ρεαλιστική.

 συνέντευξη στον Γιώργο Καρακασίδη

Πώς προέκυψε η ιδέα για την ταινία; Τι είχατε στα σκαριά και πώς διαμορφώθηκε η ιστορία;

 Ήθελα να κάνω ένα καθαρόαιμο δράμα, μια ακραία τραγωδία. Μια ιστορία με έντονη συναισθηματική φόρτιση, με μεγάλα, διαχρονικά διακυβεύματα — αυτά που μας απασχολούν σε σχέση με την ανθρώπινη μοίρα και την ανθρώπινη κατάσταση. Σκαρώσαμε λοιπόν αυτόν τον ήρωα, χτίσαμε τον χαρακτήρα και από εκεί ξεκίνησε όλη η αφήγηση.

Το σενάριο το γράψατε με τον Βαγγέλη Μουρίκη; Aυτή τη φορά, ο Μουρίκης όχι πρωταγωνιστής, αλλά πίσω από την κάμερα.

 Ναι, το γράψαμε μαζί με τον Βαγγέλη. Επίσης, είναι η δεύτερη συνεργασία με τον Βασίλη Μπισμπίκη, μετά την «Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς».

Έχω την εντύπωση ότι η ταινία είναι ουσιαστικά «πάνω» στο χαρακτήρα του Θωμά (Β.Μπισμπίκης). Στην αρχή μοιάζει να υπάρχουν υποπλοκές — η εγκυμοσύνη, ένας κίνδυνος — αλλά τελικά περιστρέφεται γύρω από την ιστορία ενός ανθρώπου.

Η ιστορία όντως αφορά αυτόν τον άνθρωπο. Είναι one man show. Στην αρχή παίζει λίγο μπλόφα η ταινία, μοιάζει να ανοίγει και σε άλλα ενδεχόμενα. Αλλά μετά την πρώτη πράξη καταλαβαίνεις ότι έχεις έναν κεντρικό χαρακτήρα και θα πας μαζί του μέχρι τέλους.

Το στυλ σας όσον αφορά τη «βωμολοχία» και ο τρόπος που επανέρχονται συγκεκριμένες λέξεις, αν και μετριασμένος, παραμένει.

Δεν είναι βωμολοχία. Είναι σκληρή γλώσσα. Είναι η γλώσσα που μιλιέται. Με ενοχλούν οι λέξεις «μπινελίκια» και «βρισιές». Αυτή είναι η γλώσσα που προκύπτει κάτω από συγκεκριμένες περιστάσεις. Το σκληρό, το βρώμικο, το “μη καθώς πρέπει”. Η σκληρή γλώσσα ενσωματωμένη σε δραματουργικό διάλογο. Δεν είναι θέμα στυλ.

Άρα μιλάμε περισσότερο για ρεαλισμό;

Ακριβώς. Όταν ακούς κάποιον να μαλώνει στον δρόμο, αυτή είναι η γλώσσα του. Όταν ανεβαίνουν οι τόνοι, όταν υπάρχει αντιπαράθεση, διακύβευμα, αυτή είναι η πραγματικότητα. Έτσι ήταν και έτσι θα είναι. Η πραγματική ζωή είναι έτσι. Ο Έλληνας είναι έτσι. Δεν αρέσει σε εκείνους που δεν μπορούν να αποδεχτούν ότι ο κόσμος είναι έτσι. 

Πιστεύετε ότι αυτό θα αλλάξει κάποια στιγμή;

Όλοι οι πολιτισμοί έχουν γλώσσα του δρόμου. Δεν θα πας να πάρεις μια εφημερίδα και να βρίζεις τον περιπτερά. Αλλά όταν μιλάμε για σύγκρουση, για ένταση, εκεί αλλάζει το πράγμα. Όταν το βλέπουμε σε αμερικανικό ή βρετανικό σινεμά, δεν μας κακοφαίνεται… Ταραντίνο ή Σκορσέζε — εκεί όλα είναι μια χαρά. Στο ελληνικό σινεμά ξαφνικά «ενοχλεί». Μα όταν είναι πρόκειται για  ταινία “δρόμου”, όταν αφορά σε συγκεκριμένα κοινωνικά στρώματα, αυτή είναι η γλώσσα.. Το δέχεσαι στο εξωτερικό, το απολαμβάνεις κιόλας. Εδώ γιατί σε πειράζει;

Ποιο είναι το σινεμά που σας συγκινεί;

Σίγουρα δεν με συγκινούν τα σύγχρονα παραμύθια τύπου Γκιγιέρμο Ντελ Τόρο. Όλες αυτές οι ταινίες που είναι σε πλατό, με κατασκευές, με τεχνητά σύμπαντα. Πολλή μυθοπλασία που δεν με αφορά. Εγώ θέλω ανθρωποκεντρικό σινεμά. Που να προσπαθεί να πει ιστορίες. Που να ενδιαφέρεται για τον άνθρωπο, τα διλήμματα του, την κοινωνία του. Υπάρχουν έργα που προσπαθούν πραγματικά να πουν ιστορίες. Υπάρχει μια γραμμή στο ελληνικό σινεμά που παλεύει για δραματουργία, για χαρακτήρες, για να πει ιστορίες. Σκηνοθέτες που ενδιαφέρονται πραγματικά για τον θεατή, όπως για παράδειγμα ο Φωκίων Μπόγρης, ο Γιώργος Γεωργόπουλος και ο Αργύρης Παπαδημητρόπουλος. Να τον κάνουν να αναρωτηθεί για τον εαυτό του, για την κοινωνία που ζει.

Το πρόβλημα είναι ότι αυτές οι ταινίες λειτουργούν σαν νησίδες. Δεν έχουν τη μαζικότητα ενός κινηματογραφικού κινήματος.

Ναι, αυτό είναι αλήθεια. Δεν υπάρχει μαζικότητα — και χρειάζεται περισσότερη τόλμη και θάρρος από αυτούς τους σκηνοθέτες. Όχι από τους άλλους, τους “εθνικοπατριωτικούς” και τους τηλεοπτικής κοπής που είναι πιο εμπορικοί. Μιλάω για εκείνους που πραγματικά ενδιαφέρονται να προβληματίσουν το κοινό. Αυτοί θέλουν κουράγιο — και στήριξη — για να ανθίσει αυτή η γραμμή.

Ως γονιός, τι θα συμβουλεύατε το παιδί σας για το μέλλον;

Δεν κάθεσαι ένα ωραίο πρωί και μιλάς στο παιδί σου για το μέλλον. Προσπαθείς να το παρατηρείς. Βλέπεις πώς μεγαλώνουν σήμερα τα παιδιά. Εκεί που εμείς ανοίγαμε 10 βιβλία, αυτά είναι συνεχώς σε μια οθόνη. Δεν ξέρω  τι θα γίνει, ούτε πού πάει το πράγμα. Αλλάζει ο κόσμος σε πολλά επίπεδα. Σε όλα τα επίπεδα. Αλλάζουν οι πολιτικοί. Επικρατεί ο νόμος του καουμπόι και ο νόμος του σαλούν. Οι ανισότητες γίνονται ξανά πολύ μεγάλες. Πείνα, καταστροφή της φύσης, υπερπληθυσμός, πόλεμοι, ξεδιαντροπιά. Ανεβαίνουν oι φασίστες οι ακροδεξιοί, οι εθνικιστές. Έχω μια αίσθηση ότι χάνεται η μπάλα προς τη νύχτα, προς το σκότος. Όπως ο κόσμος του Θωμά, του κεντρικού χαρακτήρα στη «Σπασμένη φλέβα».

Υπάρχει περίπτωση να δούμε κάτι διαφορετικό από τον Οικονομίδη; Π.χ. μια ταινία για το ναυάγιο της Πύλου ή για μια δομή στη Λέσβο;

Υπάρχουν άλλοι που τους ελκύουν αυτά τα θέματα και που μπορούν να τα διαχειριστούν καλύτερα. Εγώ θέλω να μιλήσω έμμεσα για αυτά, όπως μιλάω στις ταινίες μου. Γιατί έμμεσα έχουν πιο δυνατή απήχηση από το να κάνεις έναν ολόκληρο θέμα γύρω από αυτό. Τουλάχιστον κατά τη γνώμη μου.  Εμένα η προσοχή μου είναι στον μέσο Έλληνα, μετανάστη, πρόσφυγα, εξόριστο. Όπως ο τρόπος που μιλά ο Μάκης με τον Μουρίκη στο παγκάκι στο «Μικρό Ψάρι» για τους μετανάστες, όπως μιλάνε για την Αλβανίδα στο «Σπιρτόκουτο» ή όπως συμπεριφέρεται ο Σταμουλακάτος, ως αφεντικό, στην εργάτρια. Είναι πιο direct, πιο ειλικρινές. Προσπαθώ να φωτίσω το πώς αντιμετωπίζει πραγματικά ο Έλληνας αυτά τα θέματα, αυτά τα ζητήματα, αυτόν τον κόσμο που είναι έξω από αυτόν και που υποφέρει. Η κατάντια και το πρόβλημα προέρχονται από εμάς. Εμείς είμαστε που δημιουργούμε το πρόβλημα, οι “δυτικοί άνθρωποι”. Το βλέμμα του δυτικού ανθρώπου και οι πράξεις του πάνω σε αυτόν τον κόσμο. Στο προσφυγικό, στο μεταναστευτικό, στο ξένο, στον αλλοδαπό, στον γκέι, στη λεσβία, στον ανάπηρο, στον αδύναμο, στο διαφορετικό.

Όμως η κινηματογραφική βιομηχανία ασχολείται με αυτά τα ζητήματα όταν σκέφτεται κερδοσκοπικά; Βλέπουμε πόσες ταινίες Marvel, τη στιγμή που ο Κλιντ Ιστγουντ δεν παίρνει διανομή για την τελευταία του ταινία ή ο Κόπολα αναγκάζεται να τη χρηματοδοτήσει ολόκληρη μόνος του.

Ποια βιομηχανία; Τη βιοτεχνία εννοείς. Το πρόβλημα το ξεκίνησαν οι Αμερικάνοι και τώρα γυρίζει μπούμερανγκ  εναντίον όλων. Κατέκτησαν όλη την κινηματογραφία του πλανήτη, όλο το δίκτυο διανομής είναι δικό τους, άφησαν απ’ έξω όλες τις άλλες κινηματογραφίες: το ευρωπαϊκό, το ασιατικό, το ανατολικοευρωπαϊκό σινεμά. Και τώρα που το δικό τους σινεμά έχει γίνει μονολιθικό και μονοδιάστατο, έχουν πρόβλημα όλοι. Γιατί δεν υπάρχουν πια αίθουσες να παιχτούν τα ανεξάρτητα, τα σκεπτόμενα. Επικρατούν τα μπλοκμπάστερς. Κι είναι τρομακτικό αν το σκεφτείς. Καθώς, όλα τα μαγαζιά είναι δικά τους, έχουν και το μαχαίρι και το καρπούζι.

Μια ταινία του Οικονομίδη μπορεί να μιλήσει σε έναν ξένο ή είναι ελληνοκεντρική; Έχει υπάρξει ταινία σας («Μικρό Ψάρι») υποψήφια στο Φεστιβάλ του Βερολίνου.

Ναι, είναι δυνατόν. Αφού δουλεύουν εδώ, θα δουλέψουν κι εκεί. Απλά δεν θεωρούν οι ατζέντηδες, οι εταιρείες διανομής, ότι οι δικές μου ταινίες ενδεχομένως να είναι εμπορικές. Όπως είχε πει ο Κόπολα, πριν κάποιες δεκαετίες, έχει χαθεί πια το παιχνίδι από τους κινηματογραφιστές και τους παραγωγούς και τη δύναμη πλέον την έχουν οι ενδιάμεσοι, οι διανομείς. Και σε έναν κόσμο που γίνεται όλο και πιο περίπλοκος, όλο  και πιο σύνθετος, που τα προϊόντα έχουν υπερπολλαπλασιαστεί, που χάνεσαι στην υπερπροσφορά και την υπερπληθώρα περιεχομένου, τότε ο διανομέας είναι ακόμα πιο απαραίτητος.

Από το «Σπιρτόκουτο», που ήταν ταινία δωματίου, βγήκατε από αυτό και ξαναμπήκατε μέσω θεάτρου με το «Στέλλα Κοιμήσου». Υπάρχει περίπτωση να ανεβάσετε άλλο θεατρικό;

Ναι υπάρχει, αν βρω ένα θέμα που να με ιντριγκάρει. Να θέλω να εμπλακώ. Δεν είμαι επαγγελματίας σκηνοθέτης θεάτρου. Να κάνω τρεις, τέσσερις σκηνοθεσίες με δανεικές ιδέες άλλων συγγραφέων. Εγώ είμαι δημιουργός, γράφω τα σενάρια μου, αυτά που θέλω να πω, τις ιδέες μου, είμαι κινηματογραφιστής. Μπαίνω στο θέατρο σαν ελεύθερος σκοπευτής και έπειτα βγαίνω. Αλλά όταν ξαναμπώ, θέλω να είναι κάτι που θα με αφορά και ενδιαφέρει, που θα με κάνει να εμπλακώ και που θα γουστάρω να το κυνηγήσω στη θεατρική φόρμα.

Λειτουργεί η «Σπασμένη Φλέβα» ως αποδόμηση της Αθηναϊκής Ριβιέρας; Πίσω από τις τζαμαρίες που βλέπουν θάλασσα, όπως αυτή του κεντρικού χαρακτήρα, φαίνεται να κρύβονται πολλά προβλήματα.

Η επιλογή δεν έγινε τυχαία. Πάνω κάτω ξέρουμε το lifestyle που πηγάζει από εκεί. Και κάτω από την επιφάνεια μπορεί να κρύβονται πολλά και άσχημα.

Μπορείτε να πείτε μερικά λόγια για τη διαδικασία υλοποίησης της ταινίας;

Η συγγραφή διήρκησε ενάμιση χρόνο, οι πρόβες ήταν πολύμηνες και τα γυρίσματα κράτησαν 11 εβδομάδες. Μετά ακολουθεί το κομμάτι της προώθησης.

Θα μπορούσατε να γυρίζετε πιο συχνά ταινίες;

Όπως γίνεται το σινεμά στην Ελλάδα, δεν θα μπορούσα. Γιατί θέλω χρόνο να γράψω ένα σενάριο, μαζί με τους συνεργάτες μου.. Πρέπει να βρω λεφτά να τους πληρώσω και να αναζητήσω με τον παραγωγό τον  χρηματοδότη, μιας και το κράτος δεν μπορεί να καλύψει το budget όλης της ταινίας. Γι’ αυτό μίλησα πριν για βιοτεχνία και όχι βιομηχανία.

Θεωρείτε ότι ο Μπισμπίκης είναι «κράχτης» για την ταινία;

Θα δείξει. Είναι μεγάλος σταρ για την Ελλάδα, αν κρίνω απ’ το πόσο ασχολούνται μαζί του. Αυτό είναι ωραίο. Είναι δείγμα της δυναμικής  του. Διότι τελικά, ό ,τι και να κάνουν, θέλουν δεν θέλουν, ο Βασίλης είναι εκεί ψηλά. Είναι μεγάλος καλλιτέχνης. Το απέδειξε. Και είναι και μεγάλο παλικάρι, πολύ γενναιόδωρος και μεγαλόψυχος. Όσοι έχουν συνεργαστεί μαζί του έχουν να πουν τα καλύτερα. Το εκτόπισμά του είναι μεγάλο. Είναι αυτός και ο Μουρίκης. Είναι μετρημένοι. Στάθης Σταμουλακάτος, Μαρία Κεχαγιόγλου, Μαρία Καλλιμάνη. Μια φορά, μετά τα γυρίσματα στο «Μικρό Ψάρι», ήμασταν με το Μουρίκη στο αυτοκίνητο στη Δροσοπούλου και μου λέει: «νιώθω σαν Φεράρι στη Δροσοπούλου». Είναι μικρή η Ελλάδα γι’ αυτούς.

Αν θεωρώ κάποιο δημιουργό κοντά στο στυλ σας, αυτός είναι ο Γιάνναρης. Συμφωνείτε;

Tου έχω μεγάλο σεβασμό. Θεωρώ ότι όλα ξεκίνησαν με το «Από την άκρη της πόλης». Ο πρώτος σεισμός έγινε εκεί. Και μετά ήρθε το «Σπιρτόκουτο». Μπορεί το «Σπιρτόκουτο» να ήταν πιο επιδραστικό και να ταρακούνησε πιο πολύ σε επίπεδο επιρροής, αλλά η αρχή έγινε από τον Γιάνναρη. Ενδεχομένως αν δεν υπήρχε ο «Δεκαπενταύγουστος», να μην υπήρχα εγώ. Τόσο μεγάλη επιρροή.

Κατά τη γνώμη μου οι ταινίες «Από την άκρη της πόλης», «ο Βασιλιάς» (του Νίκου Γραμματικού) και το «Σπιρτόκουτο» είναι οι τρεις ταινίες που σηματοδότησαν την είσοδο στην καινούρια εποχή, στον 21ο αιώνα του ελληνικού σινεμά. Και ο «Κυνόδοντας», που ήταν επίσης μια σημαντική ταινία όταν κυκλοφόρησε, κι επηρέασε το κλίμα μίμησης που ακολούθησε. Αλλά, ο Λάνθιμος ξεχώριζε πάντα.

Ποια θεωρείτε πως θα είναι η ανταπόκριση του κοινού στη νέα σας ταινία;

Πιστεύω στη νέα μου ταινία. Είναι  πιο ανοιχτή, πιο φιλική για να τη δει κι ένας άλλος κόσμος που δεν είναι αυστηρά σινεφιλικός. Μπορεί να ακουμπήσει πιο mainstream κοινό. Αφού είπε η μάνα μου καλά λόγια και την αποδέχτηκε 100%, λέω: «μπράβο, κάτι είναι κι αυτό».

Βάζετε ποτέ φρένο στον εαυτό σας όταν σκηνοθετείτε; Υπάρχουν όρια που δεν θέλετε να ξεπεράσετε;

Εννοείται ότι βάζω φρένο, με την έννοια ότι δεν θέλω να προσβάλλω ανθρώπους που δεν είναι για να τους προσβάλλω ή να θίξω κάποιον άδικα. Έχω μια αυτοσυγκράτηση. Δε θα κάνω πράγματα, δηλαδή, μόνο για να προκαλέσω ή να πληγώσω. Μόνο άμα έχει νόημα, μόνο αν εξυπηρετεί κάτι.

Εγώ το σινεμά το σέβομαι πάρα πολύ. Και νιώθω ευγνώμων, γιατί όταν ξεκινούσα δεν περίμενα καν ότι θα φτάσω στη δεύτερη ταινία.. Νόμιζα ότι θα μείνω στο «Σπιρτόκουτο» και τέλος. Αυτή θα ήταν η πρώτη και τελευταία μου ταινία. Τώρα έχω ολοκληρώσει την έκτη και μπορεί να πάω και στην έβδομη. Γι’ αυτό αντιμετωπίζω με πάρα πολύ μεγάλη σοβαρότητα το ότι έχω τη δυνατότητα να κάνω ταινίες.

Τελειώνοντας, μια συμβουλή για κάποιον που θέλει να ξεκινήσει να ασχολείται τώρα με τη σκηνοθεσία;

Να γεμίσει το άδειο δοχείο. Μελέτη, μελέτη, μελέτη.

27 Νοεμβρίου στους κινηματογράφους από την Tanweer

Related stories

Η Πένυ και ο κόσμος του Knit to Thrill κρύβουν μια ιστορία δύναμης και δημιουργίας

φωτογραφίες: Έπη Παπαπετρίδου Σε μια εποχή όπου ο ρυθμός της...

Πήραν αυτοκίνητο για δοκιμαστική οδήγηση κι έγιναν …καπνός

Συγκλονιστική κλοπή αυτοκινήτου καταγράφηκε στη Θεσσαλονίκη, καθώς οι δράστες...

Το μεγαλύτερο φεστιβάλ τατουάζ των Βαλκανίων επιστρέφει – πιο δυνατό από ποτέ!

Η Θεσσαλονίκη ετοιμάζεται να υποδεχτεί ξανά το πιο πολυσυζητημένο...

Προηγμένη Απεικόνιση για την Έγκαιρη Διάγνωση & Πρόληψη

Η έγκαιρη διάγνωση αποτελεί τον σημαντικότερο σύμμαχο της υγείας....