
Οι αδελφοί Κοέν θεωρούνται σήμερα από τους πιο σημαντικούς Αμερικανούς σκηνοθέτες των τελευταίων δεκαετιών, όμως η σχέση τους με το Χόλιγουντ ξεκίνησε με αρκετή δυσπιστία. Το 1984, όταν γύρισαν το Blood Simple, το πρώτο τους μεγάλου μήκους φιλμ, είχαν στα χέρια τους ένα σκοτεινό, χαμηλού προϋπολογισμού neo-noir θρίλερ, γεμάτο ένταση, παράξενους χαρακτήρες και εκείνη την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα που αργότερα θα γινόταν σήμα κατατεθέν τους.
Το πρόβλημα ήταν ότι τα μεγάλα στούντιο δεν ήξεραν τι να το κάνουν. Ο Τζόελ Κοέν είχε θυμηθεί πως πήγαν την ταινία σε διάφορες εταιρείες, μόνο και μόνο για να ακούσουν αδιάφορα και άσχετα σχόλια. Σε μία από αυτές τις συναντήσεις, ένας παραγωγός φέρεται να αγνόησε σχεδόν όσα του έλεγαν, έτρωγε ηλιόσπορους και ξαφνικά τους ρώτησε γιατί το Revenge of the Nerds έβγαζε τόσα χρήματα. Για τους Κοέν, η ερώτηση ήταν εντελώς παράλογη: είχαν φτιάξει μια σκοτεινή, προσωπική ταινία εγκλήματος, όχι μια εμπορική κωμωδία για να γεμίσει τα ταμεία.
Εκείνη η στιγμή τους έδειξε πολύ νωρίς πώς σκεφτόταν η βιομηχανία: πρώτα το κέρδος, μετά όλα τα υπόλοιπα. Φεύγοντας από τη συνάντηση, ο Ίθαν Κοέν πέταξε ειρωνικά τη φράση «αν θέλεις να μάθεις κάτι άλλο για το σινεμά, πάρε με τηλέφωνο». Το Blood Simple τελικά βρήκε τον δρόμο του μέσα από φεστιβάλ όπως της Νέας Υόρκης και του Sundance, χωρίς να γίνει τεράστια εμπορική επιτυχία. Απέδειξε όμως ότι οι Κοέν ήταν δύο δημιουργοί που άξιζε να τους πάρουν στα σοβαρά — και κυρίως ότι θα έκαναν σινεμά με τους δικούς τους όρους.



