
ΝΤΙΜΠΙ ΝΤΙΜΠΙ ΝΤΆΙ η συνέχεια..

βρε Καουρισμάκι, με πότισες σαλάκι
Ο Χτένιος Νιπτήρογλου μόλις έχει βγει από την προβολή της ταινίας <<Σκιές στον Παράδεισο>>. Το παίρνει με τα πόδια χωρίς να βρίσκει μπελάδες και μπαίνει μέσα στο γιαρντ-τριπ. Να πιει μπύρες, να πιει βότκες, να πει στους θαμώνες τι είχε μόλις δει. Δεν είχε ξαναδεί κάτι παρόμοιο. Πέρα από τα μεθυσμένα σάλια και τα ξυδιασμένα φιστικά που έφτυνε πάνω στους θαμώνες δεν μπορούσε να τους ξεστομίσει τίποτα άλλο πάρα ένα, γάμησε σας λέω, η ταινία, γά-μη-σε. Μετά το γάμησε, δεν κατάφερε να ανταλλάξει άλλες κουβέντες. Αριστούργημα, δηλαδή.
Ξυπνάει στο πάτωμα του σαλονιού, έχει προνοήσει όμως και έχει πάρει το μαξιλάρι του μαζί. Κολλήματα. Δηλαδή δεν σε ενοχλεί το πάτωμα, αλλά θέλεις το μαξιλάρι σου, μπούλη. Διπλά από το μαξιλάρι υπάρχει ένα κομμάτι δαγκωμένο κασέρι Σοχού. Δαγκώνει άλλη μια. Βγάζει το χέρι κάτω από το μαξιλάρι. Προς μεγάλη του έκπληξη κρατάει σφιχτά ένα βέλος. Σφιχτά τόσο που το χέρι αγκυλωμένο μοιάζει. Δεν μπορεί να ανοίξει την χούφτα του να αφήσει το βέλος. Τον απασχολεί τόσο το να το βγάλει από την γροθιά του, που αγνοεί πλήρως πως δεν έχει ιδέα το πως βρέθηκε εκεί το βέλος. Ξανακοιμάται. Μια ώρα αργότερα καταφέρνει και ανοίγει τα δάχτυλα του. Αφήνει το βέλος στο τραπεζάκι. Και το κοιτάει. Το κοιτάει ώρες με βλέμμα κενό. Και τότε, καθώς κοιτάει το βέλος στο τραπεζάκι, του τα σκάνε οι χτεσινές οι βότκες, και τα καταλαβαίνει όλα.

Ο Άκι Καουρισμάκι κάνει ταινίες για απομονωμένες φυλές του Αμαζονίου. Για φυλές που έχουν δική τους γλώσσα. Συνεννοούνται με τα μάτια. Με σφυρίγματα. Μαζεύονται τις νύχτες να ανταλλάξουν ιστορίες. Να κοιταχτούν αμήχανα γύρω από τη φωτιά. Με ένα απλό νεύμα, ένα απλό άγγιγμα, αυτός και αυτή χάνονται στη ζούγκλα ενώ οι υπόλοιποι συνεχίζουν κάνοντας πως δεν κατάλαβαν. Αν και κατάλαβαν το πιο απλό πράγμα στον κόσμο. Το να χάνονται οι δυο για λίγο μόνοι τους στη ζούγκλα. Κάνει ταινίες για φυλές που μέσα από τις αντανακλάσεις των γυαλιών τους βλέπουν το θήραμα να πλησιάζει. Έχουν δικές τους κώδικες. Όσο έρχονται σε επαφή με τον πολιτισμό χάνουν την ψυχή τους. Και η επιβίωση αρχίζει. Ο Άκι Καουρισμάκι είναι ο σαμάνος της φυλής. Οι ιστορίες του κάνουν τον κόσμο να γυρίζει.
Ο Χτένιος Νιπτήρογλου χαμογελάει. Η ταινία όντως γάμησε και το ξέρει. Χαμογελάει. Παίρνει το βέλος, το καρφώνει πάνω στο κασέρι Σόχου και το δαγκώνει άγρια από το βέλος. Νιώθει απομονωμένος στον δικό του Αμαζόνιο. Ανήκει κάπου.

Χτένιος Νιπτήρογλου (πορτφόλιο)
Ξυπνάω το πρωί και ξύνω το αναμαλλιασμένο μου κεφάλι. Τινάζω τα μαλλιά μου με δύναμη για να φύγουν οι εφιάλτες, να πάνε να στοιχειώσουν άλλους, τριγύρω κοιμισμένους. Μετά παίρνω το χτενάκι και όπως μας ξεψειρίζανε μικρούς τα κατεβάζω όλα με μανία στον νιπτήρα. Μαζεύω ότι έχει πέσει μέσα στην αποστειρωμένη λεκάνη και τα ρίχνω μέσα σε γουδί. Πεπεισμένος ότι όλα αυτά είναι νυχτερινοί επισκέπτες τα λιώνω με τον γουδοχέρι και τα βαράω ενδοφλέβια.
Σκέφτομαι, για να δέχομαι επισκέψεις στην μέση της νύχτας, σίγουρα εγώ έστειλα τα προσκλητήρια υποσυνείδητα κατά την διάρκεια της μέρας. Οπότε ότι όραμα δω, το χρησιμοποιώ και λύνω την εκάστοτε υπόθεση.
Γιατί δεν ξέρω αν σας το είπα, είμαι πολύ μεγάλος ντετέκτιβ.


