
ΝΤΙΜΠΙ ΝΤΙΜΠΙ ΝΤΆΙ (βρε Καουρισμάκι, με πότισες σαλάκι)
Πρόλογος
Μου μπήκε η φαεινή ιδέα να γράψω μια ιστορία σε συνέχειες για τον Άκι Καουρισμάκι. Μια ιστορία για τον Άκι Καουρισμάκι με κεντρικό ήρωα τις ταινίες του και τον Χτένιο Νιπτήρογλου. Σίγουρα δεν θέλω να γράψω κάποια βιογραφία, και σίγουρα δεν ήθελα να κάνω κάποια μελέτη ή κριτική του έργου του. Οπωσδήποτε όχι δεν ήθελα κάτι του στυλ, ο δικός μου Καουρισμάκι ή κάτι με μεταφορές τύπου, ο Τζόρνταν της Φιλανδίας, και άλλα τέτοια παπαπα παα. Ήθελα να πάω μόνο μέσα από τις ταινίες του, τα συναισθήματα και την ευφορία που προέκυψαν από αυτές. Ήθελα να πω μια ιστορία για κάποιον που προτιμάει ένα κεσεδάκι γιαούρτι με πέτσα από οποιαδήποτε βιογραφία. Κάποιον που εκτιμάει και τις μικρές χαρές. Όσο περνούσαν οι μέρες, κάθε που έμπαινε ο Άκι στο μυαλό μου, έσκαγε και το μπουζούκι του Ζαμπέτα πάρα δίπλα.
ρε άσε τον πρόλογο

Χτένιος Νιπτήρογλου (ουν μπιογκραφί)
Ας είμαστε ειλικρινείς μεταξύ μας, ο Χτένιος Νιπτήρογλου δεν είχε ιδέα από σινεμά. Αλλά αφού είμαστε ειλικρινείς μεταξύ μας να πούμε πως δεν τον ενδιέφερε καθόλου και να μάθει από σινεμά. Όχι ότι δεν είχε δει ταινίες, όχι ότι δεν το αγαπούσε. Ίσα ίσα, όταν σταμάτησε από το βίντεο κλαμπ στο οποίο δούλευε δεκαπέντε συνεχόμενα έτη, ο κωδικός του έγραφε 6786 ενοικιάσεις. Είχε δει 6786 ταινίες. Και όχι μόνο. Απλά δεν είχε το υπόβαθρο να αναλύει ταινίες, αλλά και δεν ήθελε να αποκτήσει και να εξελίξει το υπόβαθρο που δεν είχε. Ήταν αγράμματος και τον βόλευε. Δεν τον ενδιέφερε η εις βάθος ανάλυση. Προτιμούσε να αφήνει λίγο χυμό στο λεμόνι. Δεν καθόταν να σκάσει να βρει το νόημα που δεν έπιασε, δεν έψαχνε. Δεν τον ένοιαζαν οι λίγοι του Αρτέμη. Μπορεί επειδή ήταν σαχλός. Μπορεί επειδή έτσι ήταν, αλλά έτσι ήταν. Έτσι είναι. Ας είμαστε όμως ειλικρινείς μεταξύ μας, ο Χτένιος Νιπτήρογλου μπορεί να μην είχε ιδέα από σινεμά, αλλά σε άκυρες στιγμές και σε άκυρα περιστατικά μπορούσε να ανασύρει ολόκληρες σκηνές και να εξηγήσει ακριβώς τι είχε δει. Ή έτσι νόμιζε. Μπορεί να έβλεπε το Σολάρις του Ταρκόφσκι και να μην καταλάβαινε τίποτα, αλλά μπορεί και να έβλεπε μετά από χρόνια μια φωτογραφία του Ζαμπέτα στην κουζίνα με την οικογένεια του και να τα καταλάβαινε όλα. Αλλά, πολλά αλλά.

Ξεκίνησε να πηγαίνει στον κινηματογράφο επειδή είχε αυπνίες. Έμπαινε και έβλεπε ότι υπήρχε και έκανε τους καλύτερους ύπνους. Κοιμόταν μόνο τάπα πάνω στα μπαρ ή μέσα σε κάποιο σινεμά. Και κάπως έτσι ξυπνούσε στο σπίτι χωρίς να θυμάται τι και πως. Το φεστιβάλ Θεσσαλονίκης ήταν η καλύτερη περίοδος για να ξεκουραστεί και να κοιμηθεί κάποιες μέρες σερί. Στα πάρτι του φεστιβάλ δεν πήγαινε, δεν ήθελαν κάποιον να κοιμάται στα πάρτι τους. Τον ήθελαν να κοιμάται στις αίθουσες. Kαι καλά έκαναν. Και αυτό έκανε.
συνεχίζεται


