
Σε μια παράσταση όπου η μουσική συναντά τη θεατρική αφήγηση και δύο εμβληματικές μορφές του 20ού αιώνα «ανασαίνουν» ξανά επί σκηνής, η Κασσάνδρα Δούση και η Δήμητρα Καρακώστα αναλαμβάνουν να ζωντανέψουν τη Μαρλέν Ντίτριχ και την Εντίθ Πιάφ. Με σεβασμό, βαθιά έρευνα και προσωπική κατάθεση ψυχής, οι δύο ερμηνεύτριες μιλούν για την πρόκληση του να ενσαρκώνεις μύθους, για την εύθραυστη σχέση των δύο καλλιτέχνιδων, για το πάντρεμα μουσικής και δράσης και για τον τρόπο με τον οποίο η αυθεντικότητα, το θάρρος και η αγάπη γίνονται σήμερα πιο επίκαιρα από ποτέ. Μέσα από τις απαντήσεις τους, αποκαλύπτεται ένας κόσμος όπου το προσωπικό ταξίδι, η ευαλωτότητα και η δύναμη συνυπάρχουν αρμονικά, φωτίζοντας ξανά δύο γυναίκες που τόλμησαν να ζήσουν όπως πραγματικά ήταν.
Πώς προσεγγίσατε τους ρόλους δύο τόσο εμβληματικών γυναικών όπως η Μαρλέν Ντίτριχ και η Εντίθ Πιαφ; Τι σας βοήθησε περισσότερο για να μπείτε στον ψυχισμό τους;
Κασσάνδρα: Ξεκίνησα από το κέιµενο. Παίζουµε ένα θεατρικό έργο και άρα οι χαρακτήρες δίνονται µέσα από την µατιά του συγγραφέα- είναι ρόλοι, όχι τα ίδια τα άτοµα. Ως ηθοποιός έχω την υποχρέωση να αφουγκραστώ την αντίληψη του συγγραφέα, πριν προχωρήσω στο να βάλω δικά µου στοιχεία στον ρόλο. Είχα την τύχη να ερµηνεύσω τον ρόλο της Μαρλένε Ντίτριχ στη Γερµανία και, από το γερµανικό κείµενο, ένιωσα πολύ άµεσα τον ψυχισµό του ρόλου έτσι όπως τον “προτείνει” ο συγγραφέας. Στη συνέχεια, έκανα τη δική µου έρευνα. Αρχικά φωτογραφίες της, µετά συνεντεύξεις και ντοκιµαντέρ, και εν τέλη, είδα κάποιες από τις ταινίες της. Η ηθοποιός µε το λεπτεπίλεπτο, αλαβάστρινο πρόσωπο και την τέλεια, αψεγάδιαστη εικόνα µε άφησε άφωνη. Ανακλάλυψα ένα “enfant terrible” ντυµένο µε ταγιέρ και πέρλες, ένα άτοµο που επέβαλε τον εαυτό της και όλα του τα “διαφορετικά” χωρίς να κάνει καµία έκπτωση. Είδα µια γυναίκα µε φλογερό ταµπεραµέντο, µε δύναµη και χιούµορ, που ακόµη και µέσα από το εξαιρετικά στενό πλαίσιο αισθητικής της εποχής, βρήκε τρόπο να είναι ο εαυτός της και να το δείχνει ελεύθερα, ακόµη κι αν για να το πετύχει έπρεπε να φοράει σµόκιν και ηµίψηλο καπέλο. Ήξερε ενστικτωδώς τι σηµαίνει marketing, ένιωθε τον παλµό του κοινού. Με τεράστια έκπληξη είδα πολύ γρήγορα ότι έχω µπόλικη “Μαρλένε”µέσα µου. Σιγά σιγά ακούµπησα τον εαυτό µου επάνω της, άφησα το δικό της βλέµµα, τη δική της φωνή και κίνηση να µε καθοδηγήσει, “ανέβασα” κι άλλο τα στοιχεία που έχουµε κοινά, τα φώτισα, έτσι ώστε να µπορέσω να της δανείσω για λίγο ένα υλικό σώµα. Έχασα 3 κιλά για να πλησιάσω την σιλουέτα της, έκανα ξανθά τα µαλλιά µου, έβγαλα µια σειρά από µαλλιά για να µεγαλώσει κι άλλο το µέτωπό µου, φοράω γαλάζιους φακούς επαφής. Φαίνονται αυτά στη σκηνή; Ίσως όχι, αλλά εγώ έπρεπε να τα κάνω. Είναι µια κάπως µυστικιστική διαδικασία, σα να “καλείς” ένα πρόσωπο να έρθει πιο κοντά σου. Δεν ξέρω αν είναι ικανοποιηµένη, πιστεύω ότι στην καλύτερη περίπτωση, σηκώνει το λεπτό της φρύδι µε ειρωνία. Το πιθανότερο είναι ότι αν µπορούσε, θα µου την έλεγε. Εγώ ως Μαρλένε, σίγουρα θα µου την έλεγα!
Δήμητρα: Η μελέτη ενός ρόλου, και ειδικά ενός υπαρκτού προσώπου, ξεκινά πάντα από τη μελέτη της ζωής του. Έτσι, μελέτησα το βιογραφικό της Εντίθ Πιάφ, παρακολούθησα ντοκιμαντέρ και ταινίες που αναφέρονται στη ζωή της, οπτικοακουστικό υλικό από ζωντανές εμφανίσεις της καθώς και συνεντεύξεις της. Αυτό με βοήθησε να γνωρίσω πέρα από τη σπουδαία φωνή της, την ιδιοσυγκρασία της, την κίνησή της, τα βιώματά της, τις πληγές της αλλά και τις φωτεινές πτυχές της. Με αυτά ως οδηγό, προσπάθησα αρχικά να προσεγγίσω την ιδιαίτερη χροιά της. Ένιωσα πως αυτή η σκοτεινή alto φωνή έρχεται από πολύ μακριά, όσο κι εκείνη, σαν τον στίχο «il vient d’aussi loin que je viens». Είναι φωνή σκοτεινή που σε συνδέει με τα βάθη της ψυχής της και σε καλεί να τα δεις και ταυτόχρονα μια φωνή λαϊκή που κουβαλά τον πόνο των ανθρώπων που πάλευαν για την επιβίωση. Έπειτα, προσπάθησα να προσεγγίσω το χαρακτηριστικό της «ρ» που ήταν σαν να την ενώνει με τη γη. Μελέτησα, επίσης, πολύ την κίνησή της αλλά και τα χαρακτηριστικά κέρινα χέρια της που ήταν σαν να σχίζουν τον αέρα και να υπογραμμίζουν το νόημα των στίχων. Τέλος, θαύμασα το πάθος που είχε επί σκηνής που έκανε το μικρό σώμα της να παίρνει διάσταση και όγκο. Από τη μελέτη αυτή, αποκόμισα πως η Πιάφ ήταν ένα μικρό piaf (=σπουργίτι) τραυματισμένο που κυνηγούσε την ευτυχία αλλά ποτέ δεν πίστεψε πως την αξίζει και ταυτόχρονα ένα πλάσμα που αυτοσαρκαζόταν για να γλυκάνει τις πληγές του. Έτσι, προσπάθησα να δώσω βάση, στη φωνή, την κίνηση, την ευαισθησία, τον αυτοσαρκασμό, το πάθος και πάνω σε αυτό τον καμβά, με την καθοδήγηση του σκηνοθέτη Αντώνη Καραγιάννη που σέβεται τους ηθοποιούς του, να δώσω όλες τις πτυχές του ρόλου.
Η σχέση των δύο αυτών καλλιτεχνών είχε βάθος, αγάπη, αλλά και μυστήριο. Πώς βιώνετε και αποδίδετε επί σκηνής αυτή την ευαίσθητη ισορροπία μεταξύ φιλίας και έρωτα;
Κασσάνδρα: Στη ζωή, στον έρωτα και στον θάνατο, είµαστε µόνοι- έτσι κάπως δεν πάει; Στη φιλία όµως τι γίνεται; Η φιλία είναι κι αυτή ένα είδους έρωτα, δεν είναι; Οι δύο γυναίκες ήταν “µόνες” τους µε τα θηρία που κουβαλούσε η κάθε µία. Συναντήθηκαν σε ένα επίπεδο όπου η ψυχή της µίας ακούµπησε στην ψυχή της άλλης. Κάτι τις ένωσε, για κάποιον λόγο που κανείς από εµάς δεν µπορεί να ξέρει, παρά µόνο (ίσως) οι ίδιες. Η φιλία και η αγάπη τους, κράτησε ως το τέλος της ζωής τους. Δεν τόλµησα καν να προσπαθήσω να κατανοήσω το γιατί ερωτεύτηκαν. Δέχτηκα ότι η Μαρλένε αγάπησε την Εντίθ ως το τέλος- και έτσι πορεύθηκα. Στη σκηνή, στέκοµαι απέναντι στην “Εντίθ” µου όπως θα στεκόµουν απέναντι σε έναν άνθρωπο που αγαπάω, ευάλωτη και ανθρώπινη, µε όλα µου τα“κουσούρια” και τα αληθινά µου χρώµατα. Με συγκινεί πολύ το πώς νιώθει η Μαρλένε για την Εντίθ: Τη θαυµάζει για το µεγαλείο του ταλέντου της, ξέρει ότι είναι ισοδύναµες καλλιτεχνικά, αλλά και ότι η Εντίθ είναι “η καλύτερη τραγουδίστρια που έχει υπάρξει και που θα υπάρξει ποτέ”. Θέλει να έχει αυτό το µεγαλείο δίπλα της, θεωρεί ότι είναι ιερό καθήκον της να το προστατέψει, σαν άγγελος προστάτης, ακόμη κι αν ο ψυχισμός της Εντίθ είναι εξαιρετικά τοξικός. Ο συγγραφέας µας δείχνει µε συγκλονιστικό τρόπο την οργή και τον πόνο της, όταν νιώθει ότι δεν µπορεί να τη βοηθήσει, όταν η Εντίθ απαρνείται τη ζωή της και τη φιλία τους για να ζήσει µε τους δικούς της, τροµερούς “δαίµονες”: το αλκοόλ, τα ναρκωτικά και την τρομερά χαμηλή της αυτοεκτίμηση. Με συγκινεί η ζεστασιά που προσπαθεί να της δείξει, µε τον δικό της, “γερµανικό” τρόπο, µε πρακτικά κυρίως πράγµατα, µε στεναχωρεί που δε γίνεται κατανοητή από την Εντίθ. Πληγώνοµαι που στο τέλος µένει εντελώς µόνη της, χωρίς την Εντίθ. Το προσωπικό ταξίδι της κάθε µίας, παράλληλα µε την άλλη, αυτή η µοναξιά που µοιραζόµαστε είναι που µας “ενώνει” επί σκηνής, αυτό είναι το έργο- και η ζωή.
Δήμητρα: Ήταν δύσκολη και απαιτητική η απόδοση των σκηνών. Κληθήκαμε να ερμηνεύσουμε λεπτές συναισθηματικές αποχρώσεις των δύο ηρωίδων που κάνει τη σχέση τους να πατά σε τεντωμένο σχοινί. Παρά τις συγκρούσεις τους, η σχέση τους διακρίνεται από ουσιαστική σύνδεση η οποία αντέχει ως το τέλος. Αυτό που νιώσαμε πως έπρεπε να γίνει, είναι να αφεθούμε στην ροή των σκηνών. Δοκιμάσαμε με πολλούς τρόπους να τις αποδώσουμε, γιατί κάθε σκηνή μπορεί να θεαθεί και να ερμηνευτεί από διαφορετικές οπτικές, αλλά καταλήξαμε στην εκδοχή που κρίναμε πως ήταν πιο κοντά στην ψυχοσύνθεση των δύο προσώπων με βάση την έρευνα που κάναμε. Δεν ήταν εύκολη δουλειά. Ήταν απαιτητική και επίπονη αλλά κι οι δυο μας ήμασταν αποφασισμένες να δουλέψουμε. Θέλω να πιστεύω πως αποδώσαμε τον πυρήνα τον χαρακτήρων απογυμνωμένο έτσι που το κοινό να μπορεί να δει δυο ανθρώπους που μάχονται να βρουν την εσωτερική ισορροπία, την αγάπη, την ελευθερία και την ευτυχία. Αν το κατάφεραν ή όχι, είναι μεγάλη συζήτηση. Πιστεύω πως έδιναν μάχες σε όλη τους τη ζωή για την κατάκτησή τους αλλά εκεί έγκειται το θάρρος και η γενναιότητά τους.

Το έργο συνδυάζει μουσική και θεατρική αφήγηση. Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση στο να «παντρέψετε» την ερμηνεία με τη μουσική απόδοση των τραγουδιών;
Κασσάνδρα: Τα τραγούδια έχουν τοποθετηθεί µε τρόπο ώστε να υποστηρίζουν και να ενδυναµώνουν τον ψυχισµό των χαρακτήρων και την συνθήκη. Νοµίζω ότι η πρόκληση και η δυσκολία θα ήταν αν το έργο δεν είχε µουσική. Αν υπάρχει µια πρόκληση, είναι η διπολικότητα της της αστραπιαίας ενίοτε εναλλαγής µεταξύ της κατάστασης που συµβαίνει ανάµεσα στις δύο γυναίκες σε προσωπικό επίπεδο, και της προβολής τους µπροστά στο κοινό, η συνθήκη δηλαδή: “θέάτρο µέσα στο θέατρο”, η οποία όµως είναι µια συνθήκη που προσωπικά λαυτρεύω, γιατί επιτρέπει στους καλλιτέχνες να µεταφέρουν αυτούσιο το συναίσθηµα της “πραγµατικής” κατάστασης (της ιστορίας του έργου) µέσα σε µια “θεατρική” κατάσταση, πάντα όµως µέσα σε µια “τεχνιτή”, θεατρική συνθήκη. Αυτή η τεχνική φέρνει πολύ κοντά τους ερµηνευτές µε το κοινό, το οποίο βιώνει ξεκάθαρα το πώς νιώθουµε και ζούµε οι ερµηνευτές, το πώς η ζωή µας και τα βιώµατά µας “µπαίνουν”αυτούσια µέσα στις ερµηνείες µας.
Δήμητρα: Τα τραγούδια του έργου προκύπτουν οργανικά, έρχονται ως εξέλιξη της σκηνικής δράσης. Αυτό σημαίνει πως έπρεπε να ερμηνευτούν με το συγκινησιακό βάρος της σκηνής. Υπήρχε λοιπόν η δυσκολία της απόδοσης των τραγουδιών με τη φωνή του ρόλου και ταυτόχρονα με τις συναισθηματικές αποχρώσεις του ψυχισμού του και αυτό ήταν αρκετά απαιτητικό.
Ποιες πτυχές της προσωπικότητας της Ντίτριχ ή της Πιαφ σας συγκινούν περισσότερο; Υπάρχει κάτι που αισθάνεστε πως σας ενώνει μαζί τους;
Κασσάνδρα: Η αγάπη της για τη ζωή και για τους ανθρώπους. Η ιερή της προσύλωση στον στόχο. Ο αυστηρός και κάθετος επαγγελµατισµός της. Η προσγειωµένη φύση της. Η κατανόηση για την ανθρώπινη φύση και τις εκφράσεις της. Η εντελώς απελευθερωµένη από κάθε ταµπού και µικροπρέπια κρίση της. Όλα αυτά είναι και στοιχεία δικά µου. ΗΜαρλένε όµως µε βοήθησε να αγαπήσω και να σεβαστώ και ακόµη περισσότερο τον εαυτό µου και γι’αυτό σκέφτοµαι να την κρατήσω κοντά µου για όσο µου χρειαστεί. Είναι η προσωποποίηση της γυναικείας ενδυνάµωσης.
Δήμητρα: Με συγκινεί ιδιαίτερα η εύθραυστη πτυχή της Πιάφ που δεν απέβαλλε ποτέ όση φήμη κι αν κέρδισε. Προσωπικά αισθάνομαι να συνδέομαι με την Πιάφ όταν βγαίνει στη σκηνή και καταθέτει όλα της τα συναισθήματα απογυμνώνοντας την ψυχή της και ταυτόχρονα όταν πίσω από τα φώτα δεν έχει τίποτα που να την χαρακτηρίζει σταρ αλλά διακρίνεται από ταπεινότητα και αυτοσαρκασμό.
Η μουσική της εποχής έχει έναν ιδιαίτερο ρομαντισμό και νοσταλγία. Πώς αισθάνεστε κάθε φορά που ερμηνεύετε τραγούδια όπως το La Vie en Rose ή το Lili Marlene;
Κασσάνδρα: Τα τραγούδια της Μαρλένε έχουν πολύ έντονο το στοιχείο του καµπαρέ, κάτι που µε εξιτάρει πολύ σαν είδος και δεν κατείχα. Η Μαρλένε µου “άνοιξε” µια ακόµη οκτάβα στη φωνή µου προς τα κάτω, την οποία δεν είχα εξερυενήσει γιατί αυτές οι νότες δεν χρησιµοποιούνται στο ρεπερτόριο που τραγουδάω στην όπερα. Το “Lili Marlene” αποπνέει όντως µια νοσταλγία και µου θυµίζει τους παππούδες µου που ήξεραν αυτό το κοµµάτι και το τραγουδούσαν. Με ταξιδεύει σε µια εποχή πιο αθώα και παράλληλα πιο “άγρια”, πιο δυνατή, πιο ευαίσθητη.
Δήμητρα: Αισθάνομαι πως γευόμαστε κάτι από την ατμόσφαιρα της εποχής, πως για λίγο ταξιδεύουμε στον χωροχρόνο με τις δύο ηρωίδες και αυτό το έχει ανάγκη πρωτίστως ο ίδιος ο ηθοποιός, να ταξιδέψει με το σαρκίο του ρόλου. Πιστεύω, όμως, πως αυτό καταφέρνουμε να το περάσουμε και στους θεατές, την μεταφορά σ’ εκείνη την εποχή που μοιάζει να κουβαλά μια γοητεία παρά τις δύσκολες ιστορικά συνθήκες.
Πώς ήταν η συνεργασία σας μεταξύ σας; Υπάρχει «χημεία» ανάμεσα στις ερμηνείες σας που αντικατοπτρίζει και τη σχέση των δύο γυναικών;
Κασσάνδρα: Η συνεργασία µας ήταν πολύ αποτελεσματική. Το γεγονός ότι η Δήµητρα καλέστηκε να φέρει εις πέρας τον ρόλο της Εντίθ σε πολύ σύντοµο χρονικό διάστηµα, ενώ εγώ είχα ήδη παίξει το έργο και ουσιαστικά το έφερα στην Ελλάδα, αλλά και το ότι είµαι µεγαλύτερή της και πιο πολλά χρόνια μέσα στον μουσικό χώρο, µας “τοποθέτησε” ψυχικά και ηλικιακά στις “σωστές” θέσεις µέσα στα πλαίσια των χαρακτήρων. Στο συγκεριµένο έργο, θα έλεγα ότι η “χηµεία”… δεν είναι το ζητούµενο! Οι δύο γυναίκες δεν µοιάζουν, δεν έχουν αυτό που λέµε “χηµεία”, κι αυτό είναι το δύσκολο στην απόδοση των χαρακτήρων: πρέπει να ταιριάζουν, χωρίς να…ταιριάζουν. Εκεί µας βοήθησε πολύ ο Αντώνης Καραγιάννης, που σκηνοθέτησε µε λεπτότητα και ακρίβεια, αφήνοντάς µας να είµαστε ο εαυτός µας και ο εαυτός του ρόλου µας, χωρίς παρεµβατικότητα, αλλά µε εξαιρετική καθοδήγηση. Με τηνΔήµητρα είµαστε εντελώς διαφορετικές, αλλά έχουµε κάτι κοινό, όπως η Μαρλένε και η Εντίθ. Το πιο είναι αυτό, σας το αφήνω να το ανακαλύψετε στην παράσταση.
Δήμητρα: Με την Κασσάνδρα είμαστε αρκετά διαφορετικές σε ιδιοσυγκρασία και επαγγελματικό υπόβαθρο κι αυτό βοηθούσε την καθεμιά να χτίσει τον δικό της ρόλο. Προέρχομαι από τον χώρο του θεάτρου και του εντεχνολαϊκού τραγουδιού και αυτό το υπόβαθρο θεωρώ πως με βοήθησε να χτίσω μια λαϊκή τραγουδίστρια που έπρεπε να ξετυλίξει διαφορετικές πτυχές της ψυχοσύνθεσης και μια μεγάλη γκάμα συναισθημάτων. Από την άλλη, μια mezzo soprano εμπειρία σε παραστάσεις της όπερας, όπως η Κασσάνδρα, μπορούσε να αποδώσει τον άτεγκτο, εξωτερικά αλύγιστο και προσεκτικά κατασκευασμένο δημόσιο εαυτό της Ντίτριχ. Η εμφάνισή της, άλλωστε, διαθέτει τη λάμψη και το εκτόπισμα που απαιτεί ο ρόλος.
Η παράσταση μιλά για θάρρος, αγάπη και αυθεντικότητα. Πώς συνομιλούν αυτά τα θέματα με τη σημερινή εποχή και το κοινό του 2025;
Κασσάνδρα: Το έργο είναι απόλυτα συντονισµένο µε την εποχή µας και βοηθάει στο να γίνουν κατανοητά όλα τα ζητήµατα που αφορούνε όλα τα παραπάνω και επιπλέον, τη διαφορετικότητα. Δύο γυναίκες, δύο καλλιτέχνες- είδωλα, που κανείς δεν µπορεί να αµφισβητήσει το µεγαλείο τους, µας δείχνουν τον δρόµο για να είµαστε αυθεντικοί, καλύτεροι άνθρωποι. Είναι ένα έργο που έπρεπε να έρθει στηνΕλλάδα και νιώθω µεγάλη τιµή που ο Αντώνης Καραγιάννης δέχτηκε να το σκηνοθετήσει και ο Παύλος Μιτσόπουλος µας εµπιστεύτηκε τυφλά και µας άνοιξε τις πόρτες του νέου του θέατρου, το Θέατρο “Αθήναιον” για να αρχίσει τη νέα του σεζόν µε αυτή την παράσταση.
Δήμητρα: Πιστεύω πως αυτές οι τρεις έννοιες μπορούν να λειτουργήσουν ως όχημα για τον δρόμο προς το νόημα της ζωής, την ουσία της ύπαρξης και κατ’ επέκταση την κατάκτηση της εσωτερικής ισορροπίας και της ευδαιμονίας με την αρχαιοελληνική έννοια του όρου, της εξημέρωσης των εσωτερικών δαιμόνων με τους οποίους παλεύουμε όλοι μας.
Η Μαρλέν και η Εντίθ υπήρξαν γυναίκες που αψήφησαν τα στερεότυπα της εποχής τους. Τι σημαίνει για εσάς να ενσαρκώνετε τέτοια πρότυπα γυναικείας δύναμης και ελευθερίας;
Κασσάνδρα: Νοµίζω ότι οι ρόλοι µας διαλέγουν. Η πρώτη σκηνοθέτιδά µου, η Annegret Ritzel, “είδε” σε µένα µια Ντίτριχ και µου την εµπιστεύτηκε. Είναι τιµή µου να µιλάω και να εκφράζοµαι εκ µέρους της τεράστιας αυτής προσωπικότητας. Είναι τιµή µου να υπερασπίζοµαι τη διαφορετικότητα, την ελευθερία του ατόµου. Ελπίζω µέσα από αυτό το έργο, οι άνθρωποι να νιώσουν παραπάνω άνθρωποι και να αγαπήσουν και να σεβαστούν τους άλλους χωρίς να τους κρίνουν για τις αποφάσεις ή τις προτιµήσεις τους. Άλλωστε, αυτή είναι και η αρχή του Χριστιανισµού και υπάρχουν πολλοί άνθρωποι εκεί έξω που ακουµπάνε στη θρησκεία αλλά κάνουν εκπτώσεις στις κρίσεις τους. Δε θα έπρεπε. Όλοι οι άνθρωποι έχουν δικαίωµα να ζήσουν ως ο εαυτός τους, είτε λέγονται Μαρλένεκαι Εντίθ και είναι διεθνείς σταρ, είτε είναι ο άνθρωπος δίπλα µας.
Δήμητρα: Η γυναίκα σήμερα, παρά ποτέ, παλεύει να επιτρέψει στον εαυτό της να ζει με τόλμη, πάθος και ελευθερία. Αλλά ακόμη κι αν η ίδια το επιτρέπει, παλεύει να δημιουργήσει το πλαίσιο που θα επιτρέπει σ’ εκείνη μια τέτοια στάση ζωής. Η ενσάρκωση δύο τέτοιων γυναικείων προτύπων επί σκηνής μπορούν να λειτουργήσουν αφυπνιστικά στον δρόμο της διεκδίκησης της ζωής που επιθυμεί.
Αν μπορούσατε να συναντήσετε την “πραγματική” Μαρλέν Ντίτριχ ή Εντίθ Πιαφ, τι θα θέλατε να τους ρωτήσετε ή να τους πείτε;
Κασσάνδρα: Από τη Μαρλένε θα ήθελα να µου µαγειρέψει, να µιλήσουµε για ρούχα και να κοτσοµπολέψουµε. Θα ήθελα να περάσω µια µέρα µαζί της σα να ήταν η θεία µου, ή η µεγάλη µου αδερφή. Δε θα τη ρωτούσα κάτι συγκεκριµένο. Από την Εντίθ, θα ήθελα να µου κάνει λίγα µαθήµατα φωνητικής, να δω από κοντά τι κάνει, να νιώσω τον παλµό της- τι άλλο;
Δήμητρα: Θα ήθελα να ρωτήσω την Εντίθ «Μετάνιωσες ποτέ για κάτι;». Και πριν μου απαντήσει αψήφιστα «Non, je ne regrette rien», θα ήθελα να με εμπιστευτεί και να με αφήσει να δω τις ρωγμές της, εκείνα τα λεπτά σημεία στα οποία οι φόβοι της δεν της επέτρεψαν να βρει την ευτυχία, εκείνα τα φευγαλέα δευτερόλεπτα που και η ίδια αναρωτιέται αν έπραξε καλά, πριν η περηφάνια της την κάνει να πει πως δεν μετάνιωσε ποτέ για τίποτα.
Τι θα θέλατε να κρατήσει μαζί του ο θεατής φεύγοντας από την παράσταση; Ποιο είναι το μήνυμα που εσείς οι ίδιες κουβαλάτε από αυτό το έργο;
Κασσάνδρα: Η ζωή τελειώνει για όλους µας. Ζήστε την αληθινά. Πάρτε ρίσκα. Αγαπήστε πολύ. Δώστε τα όλα. Χωρίς φόβο.
Δήμητρα: Θα ήθελα να κρατήσει τις πτυχές των δύο γυναικών πίσω από τα φώτα που δεν λάμπουν αλλά κραυγάζουν για ουσιαστική επαφή και σύνδεση, τα σημεία που συγκρούονται αποκαλύπτοντας τους δαίμονες που τις ταλάνιζαν. Κρατώ πως η Πιάφ πεινά για αγάπη και η Ντίτριχ για ελευθερία. Να τις ένιωσαν άραγε σε στιγμές;

«Ο Άγγελος και το Σπουργίτι»
Μία συγκλονιστική ιστορία αγάπης μεταξύ της Μάρλεν Ντίτριχ και Εντίθ Πιαφ.
Το μιούζικαλ των Ντάνιελ Μπόϋμαν και Τόμας Κάρυ «Ο ΑΓΓΕΛΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΣΠΟΥΡΓΙΤΙ», η συγκλονιστική ιστορία αγάπης μεταξύ των δύο θρύλων της σκηνής, της Μαρλέν Ντίτριχ και της Εντίθ Πιαφ, ζωντανεύει για πρώτη φορά στην Ελλάδα σε σκηνοθεσία Αντώνη Καραγιάννη, στο ανανεωμένο Θέατρο Αθήναιον από την Παρασκευή 7 Νοεμβρίου και για περιορισμένο αριθμό παραστάσεων.
Μια ιστορία γεμάτη τρυφερότητα, θάρρος και αλήθεια για δύο γυναίκες που έζησαν έντονα, ερωτεύτηκαν χωρίς φόβο, – το έργο φωτίζει την αθέατη, σε πολλούς, σύντομη ερωτική τους σχέση -, και έγιναν παγκόσμια σύμβολα.
Η προσεγμένη και αριστοκρατική Μαρλέν Ντίτριχ ( «Γαλάζιος Άγγελος») με την πρωσική της ανατροφή και η αυθόρμητη Εντίθ Πιάφ («Σπουργίτης του Παρισιού»), με την παριζιάνικη υπερηφάνεια της, συναντήθηκαν και ενώθηκαν με μια σπάνια και αυθεντική φιλία, η οποία άντεξε μέχρι το τέλος της ζωής τους. Από την πρώτη τους κιόλας επαφή το 1948, στη Νέα Υόρκη, συνδέθηκαν τόσο συναισθηματικά όσο και δημιουργικά με αποτέλεσμα η σχέση τους να αφήσει έντονο αποτύπωμα στην καλλιτεχνική τους πορεία.
Οι δημιουργοί Ντάνιελ Μπόϋμαν και Τόμας Κάρυ ενσωματώνουν στο έργο τα αγαπημένα και πιο συγκινητικά τραγούδια των δύο καλλιτεχνών, υφαίνοντας ένα μοναδικό μιούζικαλ που ταξιδεύει το κοινό σε μια εποχή γεμάτη πάθος, λάμψη και συγκίνηση. Η mezzo soprano Κασσάνδρα Δημοπούλου και η ηθοποιός και τραγουδίστρια Δήμητρα Αντωνακούδη οι οποίες ενσαρκώνουν τις θρυλικές Μαρλέν Ντίτριχ και Εντίθ Πιάφ αντίστοιχα, μας παρασύρουν στη γοητευτική ατμόσφαιρα των δεκαετιών του 1940 και 1950 ερμηνεύοντας διάσημα τραγούδια, όπως το La vie en rose, Non, je ne regrette rien, Padam Pada, Lili Marlene σε αυθεντική εκτέλεση.
Το έργο έκανε την πρώτη του εμφάνιση στο Burgtheater της Βιέννης το 2013, και λόγω της μεγάλης ανταπόκρισης ενσωματώθηκε στο επίσημο πρόγραμμα, με πάνω από έξι θεατρικές σεζόν σε Αυστρία, Ιταλία, Γερμανία κι Ελβετία.
ΠΟΥ ΚΑΙ ΠΟΤΕ
Στο Ανανεωμένο Θέατρο Αθήναιον, Λεωφόρος Βασιλίσσης Όλγας 35, Θεσσαλονίκη
Πρεμιέρα: Παρασκευή 7 Νοεμβρίου, 9:00μμ για περιορισμένο αριθμό παραστάσεων, κάθε Παρασκευή και Σάββατο έως την Παρασκευή 28/11, στη συνέχεια Πέμπτη και Παρασκευή.
Πληροφορίες & κρατήσεις:
https://www.more.com/gr-el/tickets/theater/o-aggelos-kai-to-spourgiti
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
Μία ιδέα του: Ντέιβιντ Βίντερμπεργκ
Κείμενο: Ντάνιελ Μπόϋμαν και Τόμας Κάρυ
Μετάφραση: Κασσάνδρα Δημοπούλου
Σκηνοθεσία: Αντώνης Καραγιάννης
Πιάνο και Μουσική Διδασκαλία: Κωνσταντίνος Γκαρίπης
Χορογραφίες: Χρήστος Κατίδης
Σκηνογραφία / Σχεδιασμός φωτισμών: Αντώνης Καραγιάννης
Ενδυματολογία: Κωνσταντίνα Καπανίδου
Επιμέλεια Σκηνικών / Video trailer: Γεωργία Εδιρνέλη
Μακιγιάζ / Μαλλιά: Ιωάννα Ζαφειρίδου
Φωτογραφίες: Παναγιώτης Πέτρου
Χειρισμός Φωτισμών: Βαγγέλης Ματίκας
Τεχνική υποστήριξη / Ήχος: Μιχάλης Βιδάλης
Βοηθός Παραγωγής: Βάνα Βουρτσάκη
Παραγωγή: Θέατρο Αθήναιον
Στο ρόλο της Μαρλέν Ντίτριχ: Η Μezzo Soprano Κασσάνδρα Δημοπούλου
Στο ρόλο της Εντίθ Πιαφ: Η ηθοποιός και τραγουδίστρια Δήμητρα Αντωνακούδη


