HomeInterviews«Λο» στα ηπειρώτικα σημαίνει «σώπα». Συνέντευξη με...

«Λο» στα ηπειρώτικα σημαίνει «σώπα». Συνέντευξη με τον σκηνοθέτη Θανάση Βασιλείου

Συνέντευξη στον Γιώργο Καρακασίδη

Όταν ο σκηνοθέτης Θανάσης Βασιλείου επιστρέφει στο διαμέρισμα της παιδικής του ηλικίας μετά τον θάνατο της μητέρας του, βρίσκεται αντιμέτωπος με μυστικά που βαραίνουν την ιστορία όχι μόνο της οικογένειάς του, αλλά ολόκληρης της σύγχρονης Ελλάδας. Έτσι, ξεκινά ένα ταξίδι-προσωπικό ημερολόγιο ανάμεσα στα αόρατα ίχνη που ενώνουν την πόλη και τους ανθρώπους με το παρελθόν τους.

Μια βαθιά προσωπική ταινία, κινηματογραφικά λιτή και συναισθηματικά βαθιά, για όλους τους τρόπους με τους οποίους η συναισθηματική μνήμη συμπορεύεται με τη συλλογική, για το τραύμα, τη σιωπή που βιώνεται σαν ενοχή, την αγάπη και τελικά την αποδοχή.

Το ντοκιμαντέρ έκανε πρεμιέρα στο 27ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, κέρδισε το Βραβείο ΕΚΚΟΜΕΔ πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη (Ελληνικό Πρόγραμμα), ενώ απέσπασε επίσης το Χρυσό Στεφάνι της Μεγίστης (GRAND PRIX) αλλά και το Βραβείο «Οδυσσέας» για το καλύτερο ντοκιμαντέρ Έλληνα σκηνοθέτη της Διασποράς στο 10ο Beyond Borders – Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Καστελλορίζου.

Το ΛΟ ξεκινά από ένα εξαιρετικά προσωπικό γεγονός: την απώλεια της μητέρας σας και μια οικογενειακή αποκάλυψη. Πότε ακριβώς συνειδητοποιήσατε ότι αυτό το “άνοιγμα του κουτιού της Πανδώρας” μπορεί – ή πρέπει – να γίνει ταινία;

Αυτό συνέβη όταν η προσωπική η ιστορία εισχώρησε στη συλλογική και η μία έγινε ένας παραλλαγμένος αντικατοπτρισμός της άλλης. Πήρα την απόφαση να μιλήσω μέσω του σίνεμα σχετικά με την κληρονομιά της σιωπής η οποία δεν αφορά μόνο την περίοδο της δικτατορίας, αλλά έρχεται από πιο μακριά. Γι’αυτό άλλωστε στην οικογενειακή ιστορία δεν συμμετέχει μόνο η γενιά των γονιών μου οι οποίοι ήταν νέοι τη χρονιά του πραξικοπήματος, αλλά και αυτή των παππούδων και γιαγιάδων που -αντίστοιχα- υπήρξαν νέοι στον Εμφύλιο. Το «Λο» έρχεται από εκεί και ίσως κι από πιο μακριά. Άλλωστε, η ευθεία που ενώνει τον Μεταξά με τους δοσίλογους κι από εκεί τον Εμφύλιο, περνά από τα βίαια καθεστώτα της δεξιάς τις δεκαετίες 1950 και 1960 (με τη σύντομη και συζητήσιμη παύση του Παπανδρέου), για να καταλήξει στη δικτατορία, είναι μία, σταθερή και αδιαμφισβήτητη.

 

Επταετής σιωπή για την χούντα. Μήπως ήρθε η ώρα να ξεκινήσει ο διάλογος με το παρελθόν; Σε ένα υποθετικό σενάριο, που θα επαναλαμβανόταν ένα πραξικόπημα, πιστεύετε ότι  θα αντιδρούσαμε ως λαός με τον ίδιο τρόπο;

Ο διάλογος με το παρελθόν είναι πάντα αναγκαίος αλλά στην Ελλάδα που έκαψε τους φακέλους των κοινωνικών φρονημάτων το 1989 στο όνομα της Εθνικής Συμφιλίωσης, που αποφεύγει επιδεικτικά να θυμίσει τί συνέβη σε κτίρια φρίκης και σε σταυροδρόμια δολοφονιών, που μπαζώνει τους εκτελεσμένους στο Γεντι-Κουλέ και πρόσφατα τα θύματα στα Τέμπη, αυτό φαίνεται να μην συμπεριλαμβάνεται στις επιλογές της. Εξ’άλλου κάτι αντίστοιχο συμβαίνει, όταν εξετάσουμε τον τρόπο με τον οποίο το Κράτος συμπεριφέρεται στα αρχεία του και στην πρόσβαση που δίνει στους πολίτες, τους δημοσιογράφους και τους ιστορικούς. Τα αλλεπάλληλα σκάνδαλα που πλήττουν τη χώρα φαίνεται να πνίγονται μέσα σε έναν διοικητικό βάλτο ο οποίος αντικατοπτρίζει μία ξεκάθαρη πολιτική στάση: αυτή της αποσιώπησης που προσφέρει χρόνο στους υπεύθυνους και προσβλέπει στη λήθη.

Όλα αυτά λειτούργησαν και λειτουργούν περίφημα για την εξουσία. Η πολιτική λήθης έφερε την ΧΑ στη Βουλή (νομιμοποιώντας την προπαγάνδα) και έθρεψε τον ρατσιστικό και εθνικιστικό λόγο. Αυτά μαζί ενίσχυσαν το αίσθημα της πατριαρχίας το οποίο επεκτάθηκε σε κάθε είδους κοινωνικού αποκλεισμού ή απαξίωσης : ατιμώρητος σεξισμός και ομοφοβία, μηδενική ανοχή σε αυτό που για την πατριαρχία θεωρείται «μη-κανονικό».

 

Σχετικά με το πώς θα αντιδρούσαμε αν επαναλαμβάνονταν ένα πραξικόπημα, θα απαντούσα με ερώτηση: πιστεύετε ότι η κυβέρνηση φοβάται τους πολίτες της για να πάρει ένα τέτοιο ρίσκο;

Στη εποχή του gentrification πόσο εύκολο είναι να διατηρηθούν ιστορικά τοπόσημα, όπως το κτίριο επί της οδού Μπουμπουλίνας 18, εκεί όπου οι κραυγές των βασανιστηρίων έπεφταν στο σιωπηλό κενό των γειτονικών πολυκατοικιών;

Στην Μπουμπουλίνας δεν υπάρχει ούτε μία πλάκα που να θυμίζει αυτό που συνέβη στη δικτατορία. Στο κτήριο της Μεσογείων η πλάκα ξηλώθηκε και τοποθετήθηκε στο ασανσέρ -μόνο οι εργαζόμενοι και κάποιοι επισκέπτες έχουν τη δυνατότητα να τη δουν. Στο Επταπύργιο έχει χτιστεί μία ολόκληρη γειτονιά πάνω στα κόκαλα των εκτελεσμένων. Υπάρχει βέβαια ο Πέτρουλας, ο Παναγούλης. Η μνήμη της δολοφονίας του Γρηγορόπουλου μένει ζωντανή χάρη στην πρωτοβουλία/προστασία των κατοίκων των Εξαρχείων. Πάντα κάτι θα αντιστέκεται κι αυτό δίνει ελπίδα.

Στις μεγάλες πόλεις ωστόσο, πουλάμε αυτό που θέλουν οι τουρίστες και αυτό σίγουρα δεν είναι η πρόσφατη ιστορία μας, τα βασανηστήρια και οι ανεξιχνίαστες δολοφονίες. Η Ελλάδα πουλάει ήλιο, τοπία, αρχαία κτήρια και κάθε είδους υπηρεσίες για το instagram των τουριστών. Γιατί να διατηρηθούν τα τοπόσημα; Αυτό άλλωστε αναρωτιέμαι στην ταινία, όταν βλέπω τους δεκάδες τουρίστες στο Παναθηναϊκό Στάδιο, με έναν ακουστικό οδηγό κολλημένο στο αυτί τους, να κατευθύνονται προς τις κεντρικές θέσεις απ’όπου οι δικτάτορες μιλούσαν στο λαό: μέσα από ποιά μνήμη τους μιλά η φωνή του μηχανήματος; Σίγουρα όχι από αυτή της πρόσφατης Ιστορίας.

 

Το ντοκιμαντέρ φαίνεται να  λειτούργησε κάπως θεραπευτικά για εσάς, αν και παραμένουν πληγές και απορίες στο τέλος. Υπήρξαν στιγμές που διστάσατε να προχωρήσετε ή ακόμα και να το μετανιώσετε;

Δεν ξέρω αν λειτούργησε θεραπευτικά, ωστόσο ολοκληρώθηκε μία πορεία όπου το σινεμά και η ζωή πήγαιναν χέρι-χέρι και το ένα επηρέαζε το άλλο. Δεν δίστασα ούτε μετάνιωσα για κάτι. Προσπαθήσαμε με όλους τους πολύτιμους συνεργάτες (και κυρίως με τον συν-σεναριογράφο Χρήστο Χρυσόπουλο) να είμαστε ειλικρινείς και να ισορροπήσουμε αναμεσα σε δύο τάσεις που ήθελαν προσοχή και έπρεπε να τις αποφύγουμε : τη δραματοποίηση από τη μία, την εύκολη κριτική για τις προηγούμενες γενιές από την άλλη. Η ταινία -και κατά συνέπεια εγώ μιας και πρόκειται για ένα φιλμικό αυτοπορτρέτο-  προσπαθεί να διαχειριστεί την σιωπή ως κληρονομιά και όχι να προτείνει μια ανάγνωση της Ιστορίας.

 

Αν ζούσε η μητέρα σας τι θα της λέγατε; Θεωρείτε ότι ένας γονιός πρέπει να μοιράζεται εν ζωή κάποια οικογενειακά μυστικά;

Αν ζούσε η μητέρα μου σίγουρα η ταινία δεν θα ήταν αυτή. Το πιο πιθανό είναι βασικά να μην υπήρχε ταινία. Η ταινία ξεκίνησε από τη στιγμή που έπαψα να είμαι γιος μετά το θάνατό της και μετατράπηκα σε κληρονόμος. Μόνο από αυτή την οπτική θα μπορούσε να γίνει το «Λο». Όσο για τη δεύτερη ερώτηση, σαφώς και όχι. Κάποια πράγματα είναι καλό να μένουν στη σκιά. Είναι ένας τρόπος να σεβαστείς την ιδιωτικότητα του άλλου, ιδίως όταν πρόκειται για τη μητέρα. Άλλωστε σε αυτή την άβολη θέση ήρθα όταν μετατράπηκα σε κληρονόμο: έπρεπε να ψάξω σε μέρη που δεν ήθελα, έπρεπε να σπάσω μία σιωπηλή συμφωνία σεβασμού απέναντι στον άλλον. Βέβαια αυτό με έστειλε μέχρι το γράμμα της προς εμένα, που ανακαλύπτω 40 χρόνια μετά. Η μητέρα μου μίλησε για το παρελθόν, αλλά με τον δικό της ιδιαίτερο τρόπο: μέσα από σπαράγματα φράσεων, βλέμματα, το γράμμα. Δεν θα μπορούσα παρά να της απαντήσω μέσω μίας φιλμικής επιστολής.

 

Μιας και ζείτε και εργάζεστε στη Γαλλία, έχετε κάποιο μέτρο σύγκρισης όσον αφορά τη διαφορά αντιμετώπισης ενός συλλογικού τραύματος σε σχέση με την Ελλάδα; Π.χ. Διδάσκεται το αποικιοκρατικό παρελθόν της χώρας στα σχολεία;

Σαφώς και διδάσκεται το αποικιοκρατικό παρελθόν της Γαλλίας στα σχολεία. Πολύ περισσότερο από την Ελλάδα. Αδιαμφισβήτητα. Η σύγκριση ωστόσο εμπεριέχει κάποια δομικά προβλήματα: το αποικιοκρατικό παρελθόν της Γαλλίας είναι βαθιά ριζωμένο στην Ιστορία της με ό,τι αυτό συνεπάγεται (ενοχή, επιδιόρθωση, συμφιλίωση, αλλά και περηφάνια, εθνικισμός, απαξίωση για τον «άλλον»). Η Ελλάδα, στην σύγχρονη ιστορία της δεν επέδειξε τέτοιου είδους τάσεις. Κυρίως υπέστη, δεν επέβαλλε. Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι υπέστη αρκετά και σε μία σχετικά σύντομη περίοδο : πρόκειται για τη μόνη ευρωπαϊκή χώρα που βιώνει και έναν εμφύλιο και μία δικτατορία μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η πρόσφατη Ιστορία μας είναι χαραγμένη ακόμη πάνω μας, το τραύμα όσο αποσιωπάται μένει ζωντανό.

Σε ό,τι αφορά στη Γαλλία, αν πάρουμε για παράδειγμα την Αλγερία (1954-1962), που πρόκειται για ένα πρόσφατο τραύμα που χρονολογικά είναι αρκετά κοντά με το δικό μας, υπάρχει η ανάλογη σιωπή. Μία είδους λευκή μνήμη κληροδοτείται από γενιά σε γενιά και στις δύο περιπτώσεις.

 

Η ταινία έχει μια DIY αισθητική, γεγονός που μπορεί να ενθαρρύνει κόσμο να καταγράψει την προσωπική του ιστορία. Πιστεύετε ότι μπορείτε να “ξεκλειδώσετε” τέτοιες ιστορίες; Τι συμβουλή θα δίνατε σε έναν κινηματογραφιστή που κάνει τα πρώτα του βήματα;

Η DIY αισθητική έρχεται από πολύ παλιά, δεν πρόκαιται για κάτι καινούργιο. Τη δεκαετία του 1960 δεν ήταν μόνο ο Γκοντάρ και η Νουβέλ Βαγκ, αλλά επίσης και το Underground στη Νέα Υόρκη με σκηνοθέτες όπως ο Μέκας, ο Σνόου, ο Μπράκεϊτζ αλλά και ο Κασαβέτης. Τα φιλμικά ημερολόγια και οι φιλμικές επιστολές ξεκινούν με τον Μαρκέρ ήδη από τη δεκαετία του 1950. Στη συνέχεια υπήρξε ο Καβαλιέ, η Ακερμάν, η Βαρντά, ο Γκοντάρ της μοναχικής περιόδου του 1970, πιο πρόσφατα ο Περλόφ και ο Μάκελουι. Υπάρχει μία τεράστια παράδοση κινηματογραφιστών που δεν καταφεύγουν σε αυτη την αισθητική απλά για να διαφοροποιηθούν, αλλά γιατί ο τρόπος κινηματογράφησης και η ποιότητα της εικόνας ενσαρκώνουν τη συνθήκη «επείγουσας ανάγκης» του να γίνει μία ταινία. Με άλλα λόγια η ανάγκη του να γίνει η ταινία «εδώ και τώρα» υπερβαίνει την πολυτέλεια της αναμονής με σκοπό να γυριστεί η ταινία σε άψογες -ή έστω καλές- συνθήκες. Αυτό συνέβει και με το «Λο». Ο φόβος του να χάσω το διαμέρισμα με ανάγκασε να γυρίσω τα πρώτα πλάνα μέσα στην αγωνία του ότι ίσως δεν θα είχα ξανά ποτέ την ευκαιρία να το επισκεφτώ. Έτσι γύρισα με ό,τι είχα πάνω μου, δηλαδή ένα απλό κινητό. Στη συνέχεια η ταινία δεν θα μπορούσε να προδώσει αυτη τη συνθήκη για χάρη μιας καλογυαλισμένης εικόνας -στην οποία προσωπικά δεν βρίσκω ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Θεωρώ τον εαυτό μου νέο κινηματογραφιστή και άρα όχι τόσο έμπειρο ώστε να δίνω συμβουλές. Η ταινία έγινε γιατί υπήρχε μία συγκεκριμένη ανάγκη, και η ανάγκη αυτή ήταν ξεκάθαρη στο μυαλό μου. Ίσως αυτή η ανάγκη να είναι ένας καλός οδηγός για να ξεκινήσει κάποια, κάποιος, μία ταινία.

 

Επόμενο καλλιτεχνικό βήμα; Έχετε κάτι στα σκαριά;

Ξεκινώ μία ταινία που ευελπιστεί να δημιουργήσει ένα κουτί αντηχήσεων μεταξύ δύο γεγονότων για τα οποία αναφέρθηκα ήδη πιο πάνω: το κάψιμο των φακέλων κοινωνικών φρονημάτων το 1989 (κάηκαν 17.000.000 και παραμερίστηκαν για να σωθούν μόλις 2110) με τις πρόσφατες ανακαλύψεις των σκελετών των εκτελεσμένων στο Επταπύργιο. Από τη μία η καταστροφή, η εξαφάνιση. Από την άλλη η αντίσταση.

 

Στο πλαίσιο της κυκλοφορίας της ταινίας στις κινηματογραφικές αίθουσες, το ΛΟ επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη για μία ειδική προβολή την Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου στις 19.00 στην αίθουσα «Σταύρος Τορνές», παρουσία του σκηνοθέτη Θανάση Βασιλείου. Προπώληση διαθέσιμη στο παρακάτω link: https://www.more.com/gr-el/tickets/cinema/cinedoc-lo

  

ΛΟ | 2025 | Ελλάδα, Γαλλία | 70’ | Σκηνοθεσία: Θανάσης Βασιλείου | Σενάριο: Θανάσης Βασιλείου, Χρήστος Χρυσόπουλος | Διεύθυνση Φωτογραφίας: Θανάσης Βασιλείου | Μοντάζ: Χρόνης Θεοχάρης | Ήχος: Κώστας Φυλακτίδης | Colorist: Άγγελος Μάντζιος | Συμπαραγωγοί: Orlane Dumas, Caroline Le Roy | Παραγωγός: Κωνσταντίνος Βασίλαρος | Με την υποστήριξη: Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, Οπτικοακουστικών Μέσων & Δημιουργίας (ΕΚΚΟΜΕΔ) | Με τη συγχρηματοδότηση: Ευρωπαϊκή Ένωση, NextGenerationEU – MICRO-BUDGET PLUS | Συμπαραγωγή: Les films de l’Aube Sauvage, ΕΡΤ | Παραγωγή: StudioBauhaus | Ελληνική Διανομή: CineDoc

 

 

 

Related stories

Πέθανε ο Αλμπέρτο Εσκενάζυ σε ηλικία 73 ετών – Έδινε μάχη με τον καρκίνο

Θλίψη προκάλεσε στον καλλιτεχνικό χώρο η είδηση του θανάτου...

Η Κινηματογραφική Λέσχη Solaris συναντά τον Nagisa Oshima

Η Κινηματογραφική Λέσχη Solaris προβάλλει, την Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου...

Χριστουγεννιάτικες προτάσεις δώρων από τα πιο δημιουργικά στέκια της πόλης

Τα Χριστούγεννα είναι μια καλή ευκαιρία να διαλέξεις κάτι...

Ο George Ντόρας είναι ο άνθρωπος πίσω από το Le Cercle de Salonique εκεί που ο χρόνος κυλά αλλιώς

φωτογραφίες: Έπη Παπαπετρίδου Στην καρδιά της Θεσσαλονίκης, πίσω από μια...

Η Μπέσσυ Αργυράκη στον Εξώστη

Ήτανε «Μεγάλη στιγμή», αυτή της συνάντησης μου με την...