φώτο: Σωκράτης Καμπουρόπουλος.
της Μαρίας Φαρδέλλα
Στην ποιητική της συλλογή Αστική Αγωνία, η Ιωάννα Λιούτσια καταγράφει με ευαισθησία και διορατικότητα τη ζωή μέσα στον πυκνό ιστό της πόλης. Ανάμεσα σε σπασμένα πεζοδρόμια, καθημερινούς ανθρώπους και εσωτερικούς μονόλογους, η ποίηση της αρθρώνει μια φωνή στοχαστική, προσωπική και βαθιά κοινωνική. Με ρίζες στον αστικό ρεαλισμό αλλά με βλέμμα στραμμένο στην ανθρώπινη λεπτομέρεια, τα ποιήματα της δεν επιδιώκουν να εξηγήσουν τον κόσμο, αλλά να μας κάνουν να τον αισθανθούμε. Σε αυτή τη συνέντευξη, η ποιήτρια μιλά για την εμπειρία της πόλης, τη γυναικεία καθημερινότητα, τη σχέση της με το θέατρο και την ανάγκη η ποίηση να λειτουργεί ως ένα «μαγειρεμένο» δώρο: μια πράξη φροντίδας και συναισθηματικής αναγνώρισης.

Η συλλογή “Αστική Αγωνία” διαπερνάται από έναν έντονο κοινωνικό ρεαλισμό. Ποια ήταν η αρχική σου πρόθεση όταν ξεκίνησες να γράφεις αυτά τα ποιήματα;
Τα ποιήματα της «Αστικής Αγωνίας» γράφτηκαν κατά την περίοδο 2020-2024. Αυτά τα τέσσερα χρόνια σημειώθηκαν σημαντικές μεταβολές τόσο στον κόσμο (π.χ. κορονοϊός, διαχείριση πανδημίας, άνοδος της ακροδεξιάς, στρατιωτικές συγκρούσεις, γενοκτονίες), όσο και σε προσωπικό επίπεδο (μετακόμισα από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα, πέρασα τα 30 κ.λπ.). Όλες αυτές οι μεταβολές, από την πιο μικρή μέχρι την πιο μεγάλη, ήταν αδύνατο να μη διαποτίσουν τη γραφή μου τόσο ως προς τον τρόπο της όσο και ως προς το περιεχόμενό της. Δεν ξεκινάω να γράφω μια ποιητική συλλογή έχοντας κάποια συγκεκριμένη πρόθεση, αλλά τελικά τα ίδια τα ποιήματα είναι αυτά που, ενώ εμφανίζονταν σκόρπια στην αρχή, στο τέλος συνιστούν ένα σώμα, έναν κορμό που θέλει κάτι να πει συγκεκριμένο∙ ακόμη κι αν το κάνει μιλώντας για τον έρωτα, για το κινητό, για τη λαϊκή αγορά ή τις νταλίκες.
Η πόλη, είτε είναι η Αθήνα είτε η Θεσσαλονίκη, μοιάζει να είναι κάτι παραπάνω από φόντο: είναι πρωταγωνίστρια. Πώς σε διαμορφώνει ως ποιήτρια ο αστικός χώρος;
Μεγάλωσα και ζω σε αστικά κέντρα. Έτσι, οι περισσότερες αναφορές μου είναι από τον κόσμο που με περιβάλλει. Ευτύχημα είναι πως – καθώς ο άνθρωπος βρίσκεται στο επίκεντρο των ποιημάτων μου – τόσο στη Θεσσαλονίκη όσο και στην Αθήνα, το υλικό έμπνευσης είναι ατέλειωτο. Ασυνείδητα παρακολουθώ συνέχεια τους ανθρώπους που βρίσκονται δίπλα μου στα ΜΜΜ, στα μαγαζιά κ.λπ., προσπαθώ να μαντέψω τι σκέφτονται, κοιτάω τα μάτια τους κι αναλογίζομαι πώς νιώθουν, αναρωτιέμαι πού πηγαίνουν. Αυτή η παρατήρηση ίσως καταλήξει στίχος ενός ποιήματος. Ακόμη, η πόλη καθορίζει εν πολλοίς και τη συμπεριφορά του ατόμου. Συνειδητοποίησα πρόσφατα, για παράδειγμα, ότι πλέον περπατώ με σκυμμένο το κεφάλι γιατί τα περισσότερα πεζοδρόμια στη γειτονιά μου είναι σπασμένα ή έχουν εμπόδια. Αυτό όμως σημαίνει πως ο αστικός ο χώρος κι οι δομές επιβάλλονται στο σώμα μου και συνακόλουθα στην ψυχολογία μου, μια που θα αναγκαστώ να αλλάξω στάση και να μάθω να περπατώ με σκυμμένο κεφάλι. Πώς λοιπόν να μη γράψω για κάτι που με αναγκάζει να φερθώ διαφορετικά απ’ ό,τι θα έκανα ως άτομο;
Οι γυναίκες στα ποιήματά σου δεν είναι σύμβολα ή αρχέτυπα· είναι καθημερινές, σύνθετες, δυναμικές. Πώς δουλεύεις τη γυναικεία εμπειρία στη γραφή σου;
Μέσα από την εμπειρία τη δική μου, των γυναικών της οικογένειάς μου, του φιλικού μου περίγυρου ή ακόμη και άγνωστων, προσπαθώ να φωτίσω μικρές, αθέατες πτυχές της καθημερινότητας. Δε γράφω εύκολα για στοιχεία της γυναικείας εμπειρίας που δε γνωρίζω ή δεν είμαι σε θέση να έχω μια πολύ καλή εικόνα. Κατά τα άλλα η εργασία μου πάνω στη γυναικεία εμπειρία δε διαφέρει καθόλου σε σχέση με ό,τι άλλο μπορεί να γράψω.
Η κυρία Ρήγα είναι μια μορφή-σύμβολο για τη μοναξιά, τη γειτονιά, το “ανθρώπινο πρόσωπο” της πόλης. Πώς γεννήθηκε αυτό το ποίημα; Είναι υπαρκτό πρόσωπο;
Πρόκειται για υπαρκτό πρόσωπο το οποίο υπήρξε γειτόνισσά μου για ελάχιστους μήνες σε μια πολυκατοικία με πολλά πολλά διαμερίσματα στο Παγκράτι, όπου έμενα προσωρινά. Ήταν πράγματι όπως την περιγράφει το ποίημα: «πάντα φοράει ένα πράσινο πουκάμισο ριχτό / γαλάζιο παντελόνι και παντόφλες / —τα μάτια της με απλωμένη μπλε σκιά απ’ το πρωί». Ήταν έντονα φιλική χωρίς να γίνεται φορτική, έμοιαζε να περιμένει πάντα ένα γράμμα, ξεχνούσε ποια είμαι, αλλά πάντα με χαιρετούσε ένθερμα. Όταν την έβλεπα – χωρίς αυτή να δείχνει καθόλου στεναχωρημένη – ένα αγκάθι με τρυπούσε στο στήθος. Κατάλαβα ότι ίσως δε στεναχωριόμουν γι’ αυτήν αλλά για μένα. Αυτά τα αγκάθια τα μάζεψα και έγινε το ποίημα.
Πολλοί στίχοι μοιάζουν προσωπικοί, εξομολογητικοί. Πόσο βιογραφικά είναι τα ποιήματα της “Αστικής Αγωνίας”; Πού τελειώνει η Ιωάννα και ξεκινά η φωνή του ποιήματος;
Όλα μου τα ποιήματα είναι, κατά κάποιον τρόπο, βιωματικά. Με την έννοια αυτή όμως δεν εννοώ ότι έχω ζήσει όλες αυτές τις καταστάσεις η ίδια, ούτε ότι ό,τι γράφω πιστεύω πως ισχύει. Όπως ανέφερα παραπάνω, μου αρέσει πολύ να παρατηρώ τους ανθρώπους και να φαντάζομαι τις ζωές τους, να μαντεύω τη γλώσσα και τον τρόπο τους. Για όσες παρατηρήσεις καταλήγουν σε ποίημα, αυτό σημαίνει πως οι συγκεκριμένοι άνθρωποι για κάποιον λόγο μου τράβηξαν την προσοχή παραπάνω, με συγκίνησαν – για την ακρίβεια με συγκίνησε εκείνο που φαντάστηκα γι’ αυτούς. Υπό αυτήν την έννοια, αφού η συγκίνηση είναι κάτι που βιώνω κι εκφράζω στα ποιήματά μου, η ποίηση μου είναι και βιωματική, προσωπική και εξομολογητική, γιατί ανοίγω ένα μέρος του μυαλού, της καρδιάς και του σώματός μου, προς την αναγνώστρια*
Η γραφή σου κινείται ανάμεσα στη φροντίδα και τον πόνο, την απώλεια και τον έρωτα. Πώς ισορροπείς αυτές τις αντιθέσεις;
Δεν βλέπω κάποια αντίθεση στα παραπάνω. Ίσως αντί να βλέπουμε αντιθέσεις πρέπει να μιλάμε για συνθέσεις. Όπως στη ζωή. Τα πράγματα έρχονται ταυτόχρονα καταπάνω μας, δε διαχωρίζονται σε θετικά ή αρνητικά. Μες στη μέρα το ίδιο γεγονός μπορεί να μας προκαλέσει χαρμολύπη. Μπορούμε π.χ. να φροντίζουμε κάποιον που αγαπάμε, την ίδια ώρα που λυπόμαστε γιατί γνωρίζουμε πως αύριο θα (μας) φύγει. Δεν υπάρχει δοσολογία κι άρα ισορροπία στα συναισθήματα.
Το ύφος σου έχει έναν προφορικό, σχεδόν θεατρικό ρυθμό, ενώ ταυτόχρονα είναι βαθιά λυρικό. Πόσο επηρεάζει η θεατρική σου εμπειρία τη γραφή της ποίησης;
Σίγουρα την επηρεάζει αρκετά όσον αφορά το κομμάτι της προφορικότητας, του ρυθμού, της απλής γλώσσας. Θέλω τα ποιήματα μου να έχουν εκείνες τις ιδιότητες που κάνουν τα θεατρικά έργα «να μιλιούνται», που λέμε στο θέατρο. Κατά τα άλλα, τόσο η παρατήρηση όσο και το να παίρνεις διάφορα προσωπεία είναι για μένα κοινά τόσο στο θέατρο όσο και στην ποίηση, και κάπως η ασχολία μου με το ένα μπολιάζει και το άλλο, ακόμη και με τρόπους που πιθανά δεν έχω καν την πρόθεση και τη συνειδητότητα ότι συμβαίνει.
Η φράση “μα αυτό που γράφω, στο μαγείρεψα” είναι σχεδόν μανιφέστο. Πιστεύεις ότι η ποίηση πρέπει να προσφέρεται σαν πράξη φροντίδας;
Πιστεύω πως η ποίηση, όπως και πολλά άλλα πράγματα που φαντάζουν πολυτέλεια, θα έπρεπε πράγματι να υπάρχουν ενταγμένα με τρόπο φυσικό στην καθημερινότητά μας, να αποτελούν κομμάτια της φροντίδας μας και προς τους εαυτούς μας και προς τους άλλους. Στο ποίημα ενυπάρχει ένας διπλός και πικρός σαρκασμός: από τη μια το «πού χρόνος για ποιήματα» και για στοχασμό, εμβάθυνση, αναπόληση, οραματισμό, παρατήρηση μέσα στον ορυμαγδό των καθημερινών υποχρεώσεων και από την άλλη η συχνά ειπωμένη φράση «για ποιήματα είμαστε τώρα;». Η απάντηση για μένα είναι ναι, πάντα είμαστε για ποιήματα. Όταν μαγειρεύουμε για κάποια που αγαπάμε – και μιλώ εδώ για καιρούς ειρηνικούς, όχι για περιπτώσεις πολέμου κι ασιτίας – είναι σαν να της λέμε «σ’ αγαπώ, σε νοιάζομαι, θέλω να είσαι καλά». Την ίδια ζεστασιά κι ανακούφιση μπορεί να προσφέρει κι ένα ποίημα – το κατάλληλο ποίημα την κατάλληλη στιγμή.

Σε μια εποχή που οι νέοι στρέφονται ξανά στην ποίηση, τι ελπίζεις να βρει κάποιος αναγνώστης στη “Αστική Αγωνία”;
Ελπίζω να βρει ένα κομμάτι δικό του, μια σκέψη, ένα συναίσθημα ή μια ιστορία του. Ιδανικά θα ήθελα να πει «απίστευτο, αυτό το έχω νιώσει κι εγώ!». Να νιώσει ότι δεν είναι μόνος.
Η φωνή σου, στοχαστική αλλά και βιωματική, απευθύνεται σε ένα πολύ συγκεκριμένο κοινό: τους “εσωτερικούς μετανάστες”, τους εργαζόμενους, τις γυναίκες. Νιώθεις ότι η ποίηση μπορεί να γίνει εργαλείο κατανόησης ή ακόμη και ενδυνάμωσης;
Πιστεύω πως η ποίηση, όπως και άλλα είδη τέχνης και λόγου, μπορεί να παίξει έναν τέτοιο ρόλο, να μας ανοίξει τα μάτια και τα αυτιά προς την εμπειρία κάποιου άλλου. Ακριβώς για τον λόγο αυτόν πιστεύω ότι η ποίησή μου δεν άφορά ένα πολύ συγκεκριμένο κοινό, αλλά τους πάντες. Εξυπακούεται βέβαια ότι δεν πρόκειται να τους αγγίξει όλους με τον ίδιο τρόπο, όπως δε θα αγγίξει κι όλες τις γυναίκες ή όλους τους εργαζόμενους. Πιστεύω βαθιά πως τα ποιήματα είναι για όλους, απευθύνονται σε όλους απλώς, όπως είναι λογικό, άλλα μας αφορούν περισσότερο, συνδεόμαστε, μας αρέσουν περισσότερο και άλλα όχι. Ως αναγνώστρια έχω πολλές φορές κατανοήσει άλλες συμπεριφορές και κοσμοθεωρίες γιατί μου πρόσφεραν μια άλλη οπτική, μια άλλη σκέψη∙ δεν έμεινα μόνο με τη δική μου. Κυριότερα όμως έχω πολλές φορές ενδυναμωθεί και συνεχίζω να ενδυναμώνομαι μέσα από ποιήματα άλλων ποιητών, σύγχρονων ή παλιότερων. Νιώθω αυτό το «δεν είμαι μόνη!» της προηγούμενης απάντησης.
*σε όλη τη διάρκεια της συνέντευξης η Ιωάννα Λιούτσια χρησιμοποιεί το θηλυκό γραμματικό γένος για να μιλήσει για όλα τα φύλα


