
Του Χρήστου Σατανίδη
Παρασκευή 6 Αυγούστου 1999.
Έκτακτο δελτίο ειδήσεων
«Κυρίες και κύριοι, διακόπτουμε το πρόγραμμα μας για να σας μεταδώσουμε μια δυσάρεστη είδηση. Έφυγε από τη ζωή η αγαπημένη λαϊκή τραγουδίστρια, Ρίτα Σακελλαρίου».
Παγωμάρα. Μα γιατί; Ήμουν μόλις 17 ετών και ομολογώ πως τότε ήξερα τη Ρίτα ως τραγουδίστρια, μόνο από τα κλασσικά πια σλογκανάτα σουξέ της. Κι όμως, ένιωσα πως έχασα έναν δικό μου άνθρωπο. Την απάντηση στο γιατί στεναχωρήθηκα τότε τόσο πολύ, την βρήκα μέσα στα χρόνια, όταν άρχισα να μελετάω προσεκτικά την ελληνική μουσική σκηνή -χωρίς ταμπέλες και διακρίσεις- και να παρατηρώ τους καλλιτέχνες. Δεν είχα καταλάβει πως από μικρός είχα λατρέψει την αυθεντικότητα της.
Το ότι ήταν μια γυναίκα που ποτέ δεν υποκρίθηκε στη δημόσια εικόνα της, κάποια άλλη από αυτήν που πραγματικά ήταν.
Χάρη στο διαδίκτυο και σε ανθρώπους που την αγαπάνε πολύ, έχουν ανέβει πολλές συνεντεύξεις της, ειδικά από τη δεκαετία του 90. Οι συνεντεύξεις αυτές είναι αξιολάτρευτες, διότι βλέπεις μια αληθινή star του ελληνικού πενταγράμμου, να μη φοράει τη «μάσκα» της αγίας τραγουδίστριας, που θα λάτρευε το κοινό. Σε μια εποχή γεμάτη taboo και υποκρισία, έβγαινε δίχως ίχνος κόμπλεξ και έλεγε τις αλήθειες της.
«Ναι, μου αρέσουν οι νέοι άντρες. Ναι, έχω κάνει lifting, κάνω ενέσεις, παίρνω χάπια αδυνατίσματος. Όχι, δε θέλω άντρες της ηλικίας μου. Τι να τους κάνω? Να τους ταΪζω κρεμούλες;»
Ατάκες και παραδοχές που το κοινό δεν ήταν μαθημένο να ακούει, μιας και -μέχρι σήμερα- οι περισσότερες τραγουδίστριες της πίστας, δηλώνουν πως με Νταλάρα, Αλεξίου και Χατζιδάκι είναι μεγαλωμένες. Και με ένα μοναδικό τρόπο, μια αόρατη μαγική δύναμη τις έφερε μπροστά σε έναν μεγαλοπαράγοντα της μουσικής σκηνής, ο οποίος μαγεύτηκε από το ξεχωριστό ταλέντο και έγιναν φίρμες. Με μια διαδρομή τόσο προβλεπόμενη.
«Σπίτι, κατηχητικό, πίστα». Μα ποτέ και καμία (εξαιρώ την Κατερίνα Στανίση), δε δούλεψε σε μαγαζιά της επαρχίας; Καμία δεν δέχτηκε πειράγματα; Καμία δε τα βρήκε δύσκολα στην αρχή;

«Ξεκίνησα δουλεύοντας στα σκουπίδια, έπρεπε να ζήσω τα παιδιά μου, γιατί να πω ψέματα;»
Η Ρίτα Σακελλαρίου εξομολογείται την αλήθεια της ζωής της.
Και την ίδια ώρα που δηλώνει πως «Μα είμαι μαλωμένη με τη Στανίση», αμέσως μετά θα την υπερασπιστεί δυναμικά, όταν θεωρεί πως επιδεικτικά την αγνόησε και δεν την ανέφερε η Έφη Σαρρή, στο σχήμα που συνεργαζόντουσαν.
«Το καλάμι γίνεται τουφέκι και το τουφέκι μπαίνει στον πισινό, και τότε άστα να πάνε», θα πει για τους τραγουδιστές που με ένα δίσκο ή ένα σουξέ, απαιτούν να κρατούν μαγαζί μόνοι τους ή να έχουν ξεχωριστή αφίσα.
Προφανώς για μια τραγουδίστρια σαν τη Ρίτα, ήταν δύσκολο να αποδεχθεί τη νέα τάση της εποχής. Και πόσο εύκολο να της ήταν, όταν η ίδια λίγα χρόνια πριν συνυπήρχε επί σκηνής μαζί με τη Μοσχολιού, τον Στράτο Διονυσίου και το Μανώλη Μητσιά; Όταν έβγαινε αφίσα αγκαλιά με τη Δούκισσα και τον Μητροπάνο;
Η Ρίτα δεν καταλάβαινε από κανόνες life style και star system.
Αν ένιωθε θιγμένη, θα το έλυνε το θέμα μόνη της και παρουσία κοινού. Ακόμη κι αν δεν άξιζε τον κόπο.
Θα πάρει τηλέφωνο δημόσια στην εκπομπή του τον «Εθνικό σταρ» να του τα χώσει, διότι προηγήθηκε σκληρή κριτική από τον ίδιο για την ομολογία της Ρίτας, πως προτιμά νέους άντρες.
Μακάρι να βρεθεί και το απόσπασμα, όπου και πάλι ασυγκράτητη, καλεί σε εκπομπή του Ανδρέα Μικρούτσικου, με καλεσμένη την κυρία Λουκά, η οποία κατηγορούσε τους τραγουδιστές πως «Καταστρέφουν την Ορθοδοξία και την Ελλάδα». Το τι είχε ακούσει από τη Ρίτα, δεν περιγράφεται.
«ΜΑ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΜΑΛΑΚΙΕΣ ΕΓΩ ΘΑ ΤΙΣ ΛΕΩ;»
Η τραγουδίστρια των μεγάλων και σπουδαίων τραγουδιών των δεκαετιών 60 και 70, κάπου εκεί στα μέσα των 80ς έπρεπε να υπακούσει στις εντολές της εταιρίας της.
Και από το «Κάθε ηλιοβασίλεμα» να περάσει στα «Άντε γεια σου χρυσό μου, Ο κοντός με τη γραβάτα, οι 40αρες = με 2 20άρες, Αρέσω, Είσαι sexy, Εγώ δεν πάω μέγαρο, Να σου πω» και δεκάδες ακόμη σουξέ (που σήμερα θεωρούνται κλασσικά), αλλά άξιζαν σε μια τραγουδίστρια όπως η Ρίτα;
Και μόνη της έβγαινε και έλεγε πως δε τα ήθελε αυτά τα τραγούδια. Και η αλήθεια είναι πως προς το τέλος της, προσπάθησε να βγάλει τραγούδια που η ίδια ήθελε πραγματικά. Όχι, δεν ήθελε να κάνει στροφή σε άλλου είδος ρεπερτόριο. Ήθελε να πει καλά, μερακλίδικα λαϊκά τραγούδια.
Και είπε. Αλλά… η εταιρία δεν τα ήθελε. Και την άφηνε δίχως promotion.
«Θα τους τελειώσω εγώ, δε θα με τελειώσουν αυτοί», δήλωνε σε εκπομπή του Μάκη Πουνέντη, αναφερόμενη στη μη στήριξη που είχε από την εταιρία της.
Δυστυχώς όμως δεν πρόλαβε να δικαιωθεί. Διακριτικά και αθόρυβα αποσύρθηκε, δίνοντας τη μάχη της ενάντια στον καρκίνο.
Η Ρίτα Σακελλαρίου, 27 χρόνια μετά το θάνατο της, κέρδισε τη μάχη της διαχρονικότητας. Κέρδισε το ότι ο κόσμος δεν την ξέχασε και αγαπά την ίδια και τα τραγούδια της. Από τα σπουδαία μέχρι τα πολύ ελαφρά.
Θα μπορούσα για επίλογο να κάνω μια πραγματικά μεγάλη λίστα, με τα αδικημένα τραγούδια που είπε, παράλληλα με τα μεγάλα σουξέ.
Θα σας προτείνω, αν δεν γνωρίζεται ήδη, να ακούσετε τα
«Κι αν έφυγε τον αγαπώ, Κανείς δεν είναι τέλειος, Περιπέτεια, Δε θέλω πια κανέναν, Στο απέναντι τραπέζι» και ειδικά τον τελευταίο δίσκο της «Να κρατάμε επαφή».

Δε δίστασε στα τέλη 80ς να κάνει μια τολμηρή ημίγυμνη φωτογράφιση, σπάζοντας τα στερεότυπα της εποχής.
Ρίτα, ευχαριστούμε για όλα.



