HomeCinemaΕίναι το Wuthering Heights της Emerald Fennel...

Είναι το Wuthering Heights της Emerald Fennel η πιο παρεξηγημένη ταινία της χρονιάς;

Γράφει η Φανή Εμμανουήλ

Η εναρκτήρια σκηνή του Wuthering Heights της Emerald Fennell υπονοεί αρχικά μια ερωτική πράξη, μέχρι που το κάδρο ανοίγει και αποκαλύπτεται πως πρόκειται για κάποιον που πεθαίνει δια απαγχονισμού. Είναι σαν ένα πονηρό κλείσιμο του ματιού προς το κοινό που περίμενε κάτι αισθησιακό, λες και η ταινία μας κοιτάζει κατάματα και σαρκάζει το πόσο εύκολα παρασυρθήκαμε από το πολύμηνο μάρκετινγκ που την πλασάριζε ως steamy romance και τελικά είχε  λιγότερες ερωτικές σκηνές από ένα επεισόδιο του Industry.

Η σκηνοθέτης που με το Saltburn το 2023 πυροδότησε, άθελά της ή μη, ένα νέο κινηματογραφικό ρεύμα, το αποκαλούμενο “TikTok cinema”, όπου κάθε σκηνή έμοιαζε σχεδιασμένη για να αποσπαστεί και να λειτουργήσει αυτόνομα ως Instagram reel ή thirst edit, επιστρέφει τώρα με μια εντελώς διαφορετική πρόθεση. Εκεί που θα περίμενε κανείς να επαναλάβει την ίδια viral αισθητική, επιλέγει συνειδητά μια στροφή καθώς το Wuthering Heights εγκαταλείπει τον κατακερματισμένο εντυπωσιασμό και επενδύει σε μια πιο συμπαγή, παραδοσιακή και ουσιαστική κινηματογραφική συνοχή, με σταθερό pace και καθηλωτικό character development.

Το αποτέλεσμα είναι μια ταινία που αποπνέει αίσθηση «μεγάλου σινεμά». Ο ρυθμός είναι ισορροπημένος, επιτρέποντας στους χαρακτήρες να αναπτυχθούν οργανικά από την παιδική ηλικία έως την ενηλικίωση, χωρίς αφηγηματικές ευκολίες. Κάθε επιλογή στο κάδρο και στο μοντάζ υπηρετεί τη δραματουργία, ενισχύοντας την ψυχολογική τους ένταση. Η αφήγηση δεν εξαντλείται σε μια επιφανειακή ιστορία πάθους αλλά αντίθετα, χτίζει μεθοδικά την κλιμάκωση των σχέσεων, το σταδιακό buildup της επιθυμίας και την ασφυκτική αλληλεξάρτηση των ηρώων.

Ο λόγος για την έκδηλη δυσαρέσκεια του «σοκαρισμένου» κοινού, κατά την γνώμη μου, έχει να κάνει με την ίδια τη σκηνοθέτη και όχι με τον τρόπο που επέλεξε να αποδώσει το source material. Οι αντιδράσεις εξάλλου, ξεκίνησαν περίπου έναν χρόνο πριν καν προβληθεί η ταινία.

Είναι κοινή παραδοχή πως πρόκειται για μια δημιουργό που φτιάχνει προκλητικές ταινίες για έφηβα κορίτσια, ένα είδος γυναικείου αντίβαρου σε σκηνοθέτες όπως ο Quentin Tarantino, που κάνει το ίδιο για έφηβα αγόρια (το λέει εξάλλου και ο ίδιος στο βιβλίο του Cinema Speculations, όπου αναλύει τις επιρροές και τις κινηματογραφικές εμπειρίες που τον σμίλεψαν ως δημιουργό). Αντίστοιχα, η Fennell έκανε μια ταινία εμπνευσμένη, όπως δήλωσε και η ίδια σε συνεντεύξεις της, από το πώς αισθανόταν ως έφηβη όταν διάβαζε το μυθιστόρημα της Emily Brontë. Ο σκοπός της δεν ήταν ποτέ το να κάνει ένα πιστό adaptation, αλλά ένα adaptation, εξ’ού και τα quotation marks στον τίτλο. Και παρότι δεν είναι η πρώτη ούτε η μόνη που το κάνει, ο μηχανισμός μάρκετινγκ που τη στηρίζει χαρίζει στις ταινίες της mainstream προβολή που άλλα στοιχεία της «girl culture» σπάνια διαθέτουν.

Εντελώς ανεξάρτητα από το πως νιώθω για την ποιότητα των ταινιών της βέβαια, χαίρομαι που στις μέρες μας υπάρχει μια τέτοια δημιουργός, καθώς καλύπτει ένα κενό που δεν είχε καλυφθεί με αυτόν τον τρόπο μέχρι τώρα. Και αυτό έχει τεράστια σημασία από μόνο του.

Όταν υπάρχει η ανησυχία πως η εφηβική ηλικία έχει χαθεί, πως δεν υπάρχουν πλέον teen media όπως αυτά των 90s και early 2000s, όταν οι πολυεθνικές κάνουν marketing για skincare και «ενήλικα προϊόντα» σε νεαρά κορίτσια που δεν τα χρειάζονται, είναι a breath of fresh air να υπάρχει μια σκηνοθέτης σαν τη Fennel. Ακόμα κι αν οι ταινίες της δεν είναι για όλους, αυτό δεν σημαίνει πως πρέπει να χλευάζεται ή να μηδενίζεται μόνο και μόνο επειδή απευθύνεται κυρίως σε γυναικείο και νεαρό κοινό. Το ίδιο έγινε και το 2023 με την Greta Gerwig και την Barbie, όταν ανεξαρτήτως από την τεράστια εμπορική επιτυχία της ταινίας, οι επικριτές της συνέχισαν να διερωτώνται αν άξιζε τις τόσες οσκαρικές υποψηφιότητες.

Στο κάτω κάτω, και οι μελλοντικοί σινεφίλ πρέπει από κάπου να ξεκινήσουν. Αν αυτή είναι η ταινία που θα ανοίξει τα μάτια μιας γενιάς στο ότι το σινεμά μπορεί να κάνει προκλητικά, στιλιζαρισμένα πράγματα, τότε για μένα το πρόσημο είναι θετικό. Προτιμώ αυτό από το να βλέπουν μόνο Serbian Film ή Irreversible στα sleepover parties τους.

Όσες αρνητικές κριτικές και αν διάβασα, καμία δεν θίγει ακόμα και μέσα στο μένος τους να βγάλουν την ταινία σκάρτη, την μοναδική ικανότητα της Fennell να δημιουργεί μια συνεκτική και καθηλωτική ατμόσφαιρα. Η εκδοχή της για τους βαλτότοπους της Αγγλίας του 18ου αιώνα είναι πολύχρωμη, θεατρική και στιλιζαρισμένη, με μουσική υπόκρουση δια χειρός Charli XCX (η οποία έγραψε ένα ολόκληρο concept album με βάση την ταινία), να ενισχύει την ένταση των σκηνών.

Η φωτογραφία του Linus Sandgren προσδίδει, όπως πάντα, μια πραγματικά επική διάσταση. Ο DOP, γνωστός για τα οπτικά αριστουργήματα όπως τα La La Land, Babylon, First Man και το Saltburn, μετατρέπει κάθε κάδρο σε feast for the eyes. Κάθε πλάνο έχει νόημα καθώς τα τοπία, οι βαλτότοποι και οι εσωτερικοί χώροι πλαισιώνονται με τρόπο που ενισχύει το ψυχολογικό βάρος και την υποβόσκουσα ένταση των χαρακτήρων.

Οι ερμηνείες των πρωταγωνιστών αξίζουν ιδιαίτερη μνεία. Η Margot Robbie και ο Jacob Elordi έχουν εκπληκτική χημεία. Εκείνη με το πείσμα και τον δραματικό της στόμφο, εκείνος με το μονίμως πληγωμένο βλέμμα του αθεράπευτου ρομαντικού, το ίδιο πονεμένο βλέμμα που του χάρισε και την πρώτη του υποψηφιότητα για Όσκαρ β’ ανδρικού. Οποιαδήποτε αμφιβολία για το αν η Robbie ήταν κατάλληλη για τον ρόλο της Catherine καταρρέει, καθώς είναι τόσο πειστική ως έφηβη εγωίστρια που νοιάζεται μόνο για τον εαυτό της. Η ειρωνεία και το κακομαθημένο entitlement της προοικονομούν το πείσμα της μέχρι τον θάνατο.

Από την άλλη, ο Heathcliff νιώθει ντροπή και ότι δεν ανήκει εκεί από μικρός. Δεν θα μπορέσει ποτέ να είναι με την Catherine, και όταν φτάνει να γίνει επιτέλους κομμάτι του κόσμου της, το passive-aggressive παιχνίδι μεταξύ τους γίνεται απολαυστικό. Η Fennell αναδεικνύει κάτι παθιασμένο στο υλικό που υπήρχε πάντοτε, χωρίς όμως να είχε γίνει ποτέ ρητό, ενισχύοντας αυτό που σε μεγάλο βαθμό έμεινε ανεκπλήρωτο όλα αυτά τα χρόνια: τη σωματική επιθυμία, και τα mind games μέσω των οποίων η εξουσία μετατοπίζεται ανάμεσα στην Catherine και τον Heathcliff.

Η σκηνοθέτης αφήνει στην άκρη μεγάλο μέρος του original material για να εστιάσει σε όσα μένουν αθέατα ανάμεσα στις γραμμές: το ανείπωτο πάθος και η ανεξερεύνητη επιθυμία. Η Catherine αρνείται τα προφανή αισθήματά της για τον Heathcliff και ταυτόχρονα συνάπτει σχέση με τον πλούσιο Edgard Linton. Ο Heathcliff κατανοεί ότι ανήκουν ο ένας στον άλλον, αλλά η ταξική διαστρωμάτωση τον περιορίζει, με αποτέλεσμα η λαχτάρα να παραμένει πιο συναρπαστική από την ικανοποίηση της επιθυμίας. Όταν η ταξική δυναμική μεταξύ τους αλλάζει κατά το δεύτερο μέρος της ταινίας, οι χαρακτήρες οδηγούνται σε πιο απροκάλυπτα σαρκικές κατευθύνσεις. Οι σκηνές αυτές είναι αισθησιακές αλλά και αρκετά κοινότοπες, αλλά η εστίαση της Fennell στην επιθυμία ως μέσο σκιαγράφησης χαρακτήρων παραμένει ισχυρή.

Σε μια εποχή όπου τα ρομαντικά δράματα μοιάζουν αναλώσιμα, το Wuthering Heights λειτουργεί καλύτερα για όσους είναι διατεθειμένοι να ξεχάσουν προηγούμενες εκδοχές και να αφεθούν στο συναίσθημα μιας πρώτης, παραβατικής εφηβικής εμμονής. Η ταινία δεν είναι η ιστορία αγάπης που μας υποσχέθηκε το τρέιλερ, αλλά μια εξερεύνηση του πάθους, της επιθυμίας και των παιχνιδιών εξουσίας που παραμένουν ανεξίτηλα, ακόμη κι όταν η λύτρωση ή η ικανοποίηση μένουν ανεκπλήρωτες.

Related stories