
γράφει η Ιωάννα Λιούτσια
Η πρώτη ποιητική συλλογή της Νικολέτας Βλάχου που κυκλοφόρησε πριν λίγους μήνες από τις εκδόσεις Ρώμη, τιτλοφορείται Εκ μέρους. Η Νικολέτα Βλάχου αποσαφηνίζει λοιπόν ήδη από τον τίτλο πως ήρθε να μιλήσει «εκ μέρους» – εκ μέρους του εαυτού της και εκ μέρους της Σίμπιλ Βέιν, αλλά και εκ μέρους με τη σημασία του εν μέρει όπως εννοείται στην προμετωπίδα της συλλογής με την Α’ επιστολή προς Κορινθίους. Είναι λοιπόν μέρη, τμήματα, fragmenta ή μικρά ραβασάκια όπως τα αποκαλεί κι η ίδια τα ποιήματα αυτής της συλλογής. Δεν ολοκληρώνουν τίποτα, δεν κλείνουν τίποτα, αντιθέτως ανοίγουν. Ανοίγουν έναν δρόμο, μια συνομιλία, ανοίγουν ένα χέρι στο εσύ καταργώντας όπως γράφει στο ομώνυμο ποίημα, τη «Διάξευξη» (σελ. 13):
Όταν γινόμαστε εμείς/
η διάζευξη καταργείται.

Τι είναι όμως διάζευξη; «Διάζευξη είναι η ποίηση / όταν γράφεται στο περιθώριο», διαβάζουμε στο ίδιο ποίημα. Αυτό φαίνεται να είναι η βασική θεματική της ποιητικής συλλογής της Νικολέτας, κι από τη θεματική αυτή πηγάζουν κι όλες οι άλλες που συναντάμε στο βιβλίο. Μπορεί να γραφτεί η ποίηση στο περιθώριο της ζωής, στο περιθώριο του έρωτα; Είναι μια πράξη για να βρεθεί στο περιθώριο, ως μια παράλληλη ενασχόληση, ως μία πολυτέλεια, μια επιλογή κάτι σαν χόμπυ; Ή μήπως η ποίηση είναι η ίδια η ζωή, η ίδια ο έρωτας; Θυμίζω ότι διάζευξη λέγεται αυτό το σχήμα λόγου που προϋποθέτει σαν απάντηση τον αναγκαστικό αποκλεισμό. Ή ποίηση ή ζωή· ή θέατρο ή ζωή λέει η Σίμπιλ Βέιν.
Η Σίμπιλ Βέιν, που αποτελεί τον προνομιούχο συνομιλητή της Νικολέτας ή θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι είναι το alterego της, είναι ένας μυθοπλαστικός χαρακτήρας που πρωτοσυναντάμε στο μυθιστόρημα του Όσκαρ ΓουάιλντΤο πορτραίτο του ΝτόριανΓκρέι (1890), ένα μυθιστόρημα χαρακτηριστικό του ρεύματος του αισθητισμού, το οποίο διαλέγεται πολύ, αν θυμάστε, τόσο με την έννοια του alterego και τη διπλή ζωή που κάνει ο ΝτόριανΓκρέι, όσο επίσης με την διάζευξη τέχνης / ζωής. Στο μυθιστόρημα φυσικά το τρανταχτότερο παράδειγμα είναι η ευχή που κάνει ο Ντόριαν να γερνάει το ζωγραφικό πορτραίτο του κι όχι ο ίδιος και βλέπουμε έτσι λοιπόν πως η φθορά και οι συνέπειες του χρόνου της ζωής δεν εγγράφονται στο ζωντανό υποκείμενο αλλά μετατίθονται στην καλλιτεχνική του απεικόνιση. Η πρώτη φορά που ο Ντόριαν αντιλαμβάνεται ότι η ευχή του έχει πιάσει και παραμορφώνεται ο πίνακας αντί γι’ αυτόν είναι αφού παρατάει την Σίμπιλ Βέιν.
Η Σίμπιλ Βέιν ενσαρκώνει επίσης τη διάζευξη τέχνης/ζωής. Είναι ηθοποιός ενός θεάτρου, που δεν μπορούμε να πούμε ότι γνωρίζει μεγάλη αίγλη. Ο Ντόριαν τη βλέπει να υποδύεται ως ενζενί την Ιουλιέτα στο Ρωμαίος και Ιουλιέτα του Σαίξπηρ. Την ερωτεύεται. Εκείνη, μαθημένη στη σκληρότητα, τη μουντάδα και τη ματαιότητα της ζωής έχει βρει διέξοδο στο θέατρο. Μέχρι να γνωρίσει τον Ντόριαν, στο θέατρο βρίσκεται για εκείνη η πραγματική ζωή. Η ζωή της είναι η ζωή των ηρωίδων της, τις δικές τους ιστορίες έχει ζήσει. Όταν όμως την ερωτεύεται ο Ντόριαν, αρχίζει να πιστεύει ότι μπορεί κι εκείνη να έχει τη δική της ζωή, μία ζωή έξω από το θέατρο γιατί πια δεν της είναι αναγκαίο. Ο έρωτας κι η χαρά, και συνακόλουθα η ζωή αφού ο έρωτας της δίνει νόημα, είναι πλέον εκεί έξω για τη Σίμπιλ, όχι στο θέατρο. Αυτό βέβαια έχει ως αποτέλεσμα – και λυπάμαι αν τυχόν κάνω σπόιλ για κάποιους – να την απορρίψει τελικά ο Ντόριαν, ο οποίος δεν ήταν ερωτευμένος με το ζωντανό υποκείμενο αλλά με το καθρέφτισμά του στην τέχνη: μπορεί η Σίμπιλ να μην ήταν πίνακας, αλλά ο ηθοποιός είναι ο ίδιος το αντικείμενο της τέχνης του- όταν βέβαια βρίσκεται πάνω στη σκηνή και όχι στην πραγματική του ζωή. Μια διάζευξη που ο Ντόριαν δεν μπόρεσε να κάνει.
Αλλά ούτε ηΣίμπιλ σκεφτόταν τη σύζευξη, τη σύζευξη τέχνης και ζωής. Κι έτσι αυτοκτόνησε. Συνεχίζω να μιλάω για τη Σίμπιλ, προσπαθώντας να βρω κάποιους φανοστάτες που θα με βοηθήσουν να φωτίσουμε καλύτερα το μονοπάτι που σχηματίζουν τα ποιήματα της συλλογης. Πιστεύω θα είχε ενδιαφέρον να αναλογιστούμε, επίσης, και το όνομα της ηρωίδας. Σιμπίλ δηλαδή Σίβυλλα. Η Σίβυλλα απ’ την αρχαιότητα θεωρούταν η γυναίκα που είχε τους θεούς παραστάτες της και προφήτευε, χωρίς όμως να της το ζητήσουν. Οι Σίβυλλες πέρασαν και στη χριστιανική παράδοση και αποκλήθηκαν «Θεοβούλες» γιατί προέλεγαν τις θείες βουλές. Επανερχόμαστε έτσι λοιπόν ξανά στην προμετωπίδα της συλλογής, στις προφητείες και στο «εκ μέρους» της επιστολής προς Κορινθίους.
Η θεόβουληΣίμπιλ απλώνει τον μίτο στον αναγνώστη και ξετυλίγει ποιήματα- εφιάλτες που λένε:
Σίμπιλ,
σε βλέπω σε μένα
με κρατάς πίσω
μ’ ενώνεις μ’ έναν θάνατο
κρατώντας με σπασμένη στα δύο
“Ή εσύ ή αυτός”
“Ή εσύ ή αυτά”
“Ή εσύ ή εσύ”
«Ή εσύ ή εσύ». Ποιο εσύ είσαι; ποιος είναι ο εαυτός σου; Ποιος είναι ο εαυτός σου μες στην τέχνη και ποιος εκτός; Μπορούν αυτά τα δύο να διαχωριστούν; Προχωρώντας πιο πέρα, αναφέρεται η ποίηση της Βλάχου μόνο στην τέχνη; Όχι. «Η εσύ ή εσύ», κι η διάζευξη αυτή μου φέρνει στο νου και το ποίημα του Οδυσσέα Ελύτη, το Παράπονο:«άλλα είναι εκείνα που αγαπώ, γι’ αλλού γι’ αλλού ξεκίνησα» κι ακόμη το καβαφικό «Άλλα ζητεί η ψυχή σου, γι’ άλλα κλαίει» από τη Σατραπεία. Ποιος δεν έχει νιώσει σε στιγμές πως χάνει τον εαυτό του, πως δεν αναγνωρίζει πια ποιος είναι, δε θυμάται πώς ξεκίνησε και πού ήθελε να πάει, δεν διερωτάται ποιος είναι τελικά, ή δεν περνά στιγμές, όπως γράφει η Βλάχου:
Ψάχνοντας και ρωτώντας
Τι θα μπορούσε να σε χτυπήσει
κατάκαρδα
Ποιο θαύμα θα γίνει η λόγχη
που θα σε τρυπήσει
για να δεις ξανά τον ήλιο
Βλέπουμε εδώ, μέσα από την αναφορά και στην Ιερά Λόγχη, πόσα πολλά θέματα και προβληματισμούς ανοίγουν τα ποιήματα της Νικολέτας, πόσο έντονο είναι και το θρησκευτικό στοιχείο, πολλές φορές αξεδιάλυτο με την αγάπη, με την ποίηση με τη ζωή.
Θα μπορούσα να γράψω πολλά ακόμη για αυτήν την πρώτη συλλογή της Νικολέτας Βλάχου αλλά θα προτιμήσω να σταματήσω εδώ. Θα κλείσω λέγοντας πως όσο ξαναδιάβαζα τη συλλογή της, τόσο πιο συναρπαστική γινόταν για μένα η ανάγνωση. Χρησιμοποιώ πολύ συνειδητά τη λέξη συναρπαστική γιατί πραγματικά ο ένας στίχος με οδηγούσε και μου ξεκλείδωνε έναν άλλον κι όλοι μαζί φώτιζαν ακόμη περισσότερο τη συλλογή, στη δική μου αναγνωστική ματιά αλλά τελικά, όπως μας έδειξε κι ο ΌσκαρΟυάιλντ, ο καθένας τελικά βλέπει στην τέχνηαυτό που θέλει.
*Το κείμενο αποτελεί ελαφρώς επεξεργασμένη μορφή του κειμένου της παρουσίασης του βιβλίου που πραγματοποιήθηκε στις 26.11.2025 στον ΠολυχώροAlteFablon, στη Θεσσαλονίκη.


