
Υπήρχε για χρόνια η αίσθηση ότι ο κινηματογράφος τελειώνει. Ότι ανήκει σε μια άλλη εποχή, πιο αργή, πιο ρομαντική. Μετά τον covid και τις άδειες αίθουσες, η εικόνα έμοιαζε οριστική. Το streaming κατέλαβε τον καναπέ, οι πλατφόρμες έγιναν στούντιο και το σκοτάδι της αίθουσας φαινόταν πολυτέλεια. Όμως κάποια σινεμά, δημιούργησαν συνθήκες που έκαναν την έξοδο για ταινία, πραγματική διασκέδαση, όπως παλιά.
Η Gen Z, η γενιά που μεγάλωσε με οθόνη στο χέρι και ειδοποιήσεις στην τσέπη, δείχνει μια απρόσμενη έλξη προς τη μεγάλη οθόνη όπως και με τα άλλα αναλογικά μέσα. Ισως από κόπωση. Ίσως από κορεσμό.
Οι αίθουσες γεμίζουν ξανά με νέους ανθρώπους. Όχι περιστασιακά, αλλά συστηματικά. Το σινεμά παύει να είναι «άλλη μια επιλογή» και ξαναγίνεται έξοδος.
Σε έναν κόσμο όπου όλα είναι άμεσα διαθέσιμα, το να πρέπει να ντυθείς, να βγεις από το σπίτι και να καθίσεις σε μια σκοτεινή αίθουσα για δύο ώρες μοιάζει σχεδόν επαναστατικό. Κι όμως, μέχρι πριν λίγα χρόνια, έτσι ζούσαν όλοι.
Για τη Gen Z το streaming δεν είναι καινοτομία. Είναι δεδομένο. Υπάρχει, αλλά δεν εντυπωσιάζει πια. Αντίθετα, το να μοιράζεσαι μια ιστορία με αγνώστους, να γελάς, να τρομάζεις ή να σωπαίνεις μαζί τους, αποκτά άλλη βαρύτητα.
Οι ίδιες οι αίθουσες προσαρμόζονται. Το σινεμά γίνεται «γεγονός» και μετά συνήθεια.
Όλο αυτό έρχεται κόντρα στο αφήγημα των πλατφορμών που παρουσιάζουν την αίθουσα ως εμπόδιο. Ως κάτι παλιό, άβολο, ξεπερασμένο. Στην πράξη, όμως, το κοινό –και ειδικά το νεότερο– δείχνει ότι δεν θέλει μόνο ευκολία. Θέλει λόγο να μείνει. Ρυθμό. Ιστορίες που αξίζουν τον χρόνο του. Και όταν αυτές υπάρχουν, επιστρέφει στο σινεμά χωρίς δεύτερη σκέψη.
Μπορεί… το πρόβλημα να μην ήταν ποτέ το μέσο. Ήταν το περιεχόμενο. Όταν το streaming γεμίζει με γρήγορες, αναλώσιμες παραγωγές, ο κινηματογράφος κερδίζει έδαφος ως χώρος ποιότητας και χρόνος “well spent”.


