
Ο Γιάννης Οικονομίδης επιστρέφει με μια ταινία που μοιάζει να κοιτάζει κατάματα όχι μόνο τους ήρωές της, αλλά και μια ολόκληρη κοινωνία που εξακολουθεί να σπαρταρά μέσα στις ίδιες παθογένειες. Η «Σπασμένη Φλέβα» δεν είναι απλώς ακόμη ένα νεύρο από τον κόσμο του Οικονομίδη· είναι μια βαθιά πολιτική αλληγορία ντυμένη με σάρκα, λάθη, πάθη και σιωπές.
Στο κέντρο βρίσκεται ο Θωμάς, ένας άντρας που παλεύει με τα «τέρατα» γύρω του αλλά κυρίως με τα τέρατα μέσα του. Ένας άνθρωπος που οδηγάει τη ζωή του πάνω σε μια επιπολαιότητα τόσο επίμονη, που μοιάζει να έχει γίνει ο βασικός του μηχανισμός επιβίωσης. Τα κάνει όλα λάθος, σχεδόν με προμελέτη, κι όμως δεν είναι κακός. Ο Οικονομίδης δεν τον δικάζει· τον παρατηρεί. Κι έτσι τον παρακολουθούμε να προσπαθεί να σταθεί όρθιος, να μαζέψει κομμάτια που δεν ξέρει αν θέλει πραγματικά να μαζέψει, να παλέψει με τον ίδιο του τον εαυτό που τον τραβάει πότε προς το συναίσθημα και πότε προς την ωμή ανάγκη για επιβίωση.

Αυτό που κάνει την ταινία ανατριχιαστικά επίκαιρη είναι το πώς ριζώνει την ιστορία του Θωμά μέσα σε ένα ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο. Πρόκειται για μια ιστορία που όλοι έχουμε ακούσει, όλοι έχουμε δει, ένα απότοκο μιας ολόκληρης εποχής, μιας κουλτούρας που άνθισε από τη δεκαετία του ’80 και μετά. Της εποχής εκείνης όπου ο «άντρας ο σωστός» έπρεπε να διαθέτει μια τυπικά καλοστημένη οικογένεια, μια σταθερή ερωμένη «που έχει και συναίσθημα», και μερικές εξωσυζυγικές περιπέτειες για να συμπληρώνει το πακέτο. Μια εποχή όπου, ακόμη κι αν κατέρρεαν τα επαγγελματικά του, ο άντρας αυτός είχε ένα είδος ασυλίας. Περνούσε μέσα από τις ρωγμές του συστήματος σαν να ήταν αόρατος.
Ο Οικονομίδης, με τη «Σπασμένη Φλέβα», δεν δείχνει κάτι που συνέβαινε· δείχνει κάτι που συνεχίζει να συμβαίνει. Αυτή είναι η πολιτική διάσταση της ταινίας: η πραγματικότητα που επιμένει, η πατριαρχική μυθολογία που δεν λέει να τελειώσει, οι κοινωνικές άγραφες άδειες που εξακολουθούν να δίνονται. Ο Θωμάς είναι το παιδί αυτής της κουλτούρας – και το θύμα της.

Ο Βασίλης Μπισμπίκης κουβαλάει την ταινία ψυχή τε και σώματι. Περιφέρεται σαν ένας άνθρωπος που έχει αποδεχτεί ότι έχει τινάξει τα πάντα στον αέρα, αλλά εξακολουθεί να έχει μια αγαθή, σχεδόν αθώα πλευρά που τον κρατάει συμπαθή. Δεν είναι ούτε ήρωας ούτε αντιήρωας· είναι ένας άνθρωπος του δρόμου, του σπιτιού, της δουλειάς, του λάθους. Και ο Μπισμπίκης τον ενσαρκώνει με μια ακομπλεξάριστη παρουσία που καθιστά τον Θωμά απτό, οικείο, σχεδόν αναπόφευκτο.
Όσο για την ελληνική οικογένεια, ο Οικονομίδης την κοιτάζει από μια νέα οπτική γωνία. Δεν την παρουσιάζει με τον συνήθη, εκρηκτικό του τρόπο. Η υποκρισία εδώ δεν εκρήγνυται· κυλάει υπόγεια, σαν μια φλέβα που πάλλεται συνεχώς μέχρι να σπάσει. Είναι μια υποκρισία ήρεμη, καθημερινή, σχεδόν αόρατη και γι’ αυτό ακόμη πιο επικίνδυνη. Δεν χρειάζεται φωνές· η σιωπή λέει περισσότερα.

Η «Σπασμένη Φλέβα» είναι μια ταινία που καταφέρνει να γίνει ταυτόχρονα προσωπική και συλλογική. Μιλάει για έναν άνθρωπο, αλλά στην πραγματικότητα μιλάει για όλους μας· για τις μικρές και μεγάλες μας ψευδαισθήσεις, για τα πρότυπα που κουβαλάμε χωρίς να το καταλαβαίνουμε, για τα σχήματα που αναπαράγουμε επειδή μας τα δίδαξαν σαν νόρμες.
Ο Οικονομίδης εδώ δεν περιορίζεται στο να κάνει μια ταινία για το θυμό. Φτιάχνει μια ταινία για την ευθύνη, την ευαλωτότητα, και το βάρος μιας κοινωνίας που αρνείται να κοιταχτεί στον καθρέφτη. Και γι’ αυτό ίσως η «Σπασμένη Φλέβα» να είναι η πιο ώριμη ταινία του. Δείτε την!


