
γράφει ο Τάσος Γέροντας
Silvio D’ Arzo «Το σπίτι των άλλων». Μετάφραση και επίμετρο Δήμητρα Δότση. Εκδόσεις Μεταίχμιο 2025.
104 σελίδες μικρού μεγέθους, σε εξαιρετικής ποιότητας υποκίτρινο χαρτί σαμουά των 100 γραμμαρίων, με άψογη επιμέλεια, σελιδοποίηση, εκτύπωση και βιβλιοδεσία. Ένα μικρό κόσμημα, όπως όλα της σειράς ΜΙΚΡΑ.
Βρισκόμαστε στο υποθετικό μέρος Μοντέλιτσε, στα Απέννινα Όρη της Ιταλίας. Υποθέτω πως είναι στα βόρεια, από την ύπαρξη τυρφώνων. Το Μοντέλιτσε είναι χωριό. Δηλαδή, τι χωριό; «Εφτά σπίτια κολλημένα και τίποτε άλλο». Και μπορείς να πας εκεί μόνο με μουλάρι, και μόνο αν δεν έχει χιόνια ή αφού λειώσουν τα χιόνια. Έχει και κατοίκους. Άντρες βοσκούς, που λείπουν όλη μέρα, ακολουθώντας τα κοπάδια τους στους βοσκότοπους· γυναίκες στεγνές, που ασχολούνται με το σπίτι τους και με τους άλλους· παιδιά που σκαρώνουν φάρσες· κι έναν παπά. Ο ιερέας, μόνιμα ο ίδιος τα τελευταία τριάντα χρόνια, έχει μάθει τους κατοίκους. Κι έχει άφθονο χρόνο για να αναλογιστεί τη θέση του και την κατάστασή του. Και δεν διστάζει, ούτε ντρέπεται να ομολογήσει στον εαυτό του πως κάνει «μόνο για τα πανηγύρια».
Κι οι κάτοικοι; Τι κάνουν οι κάτοικοι; «Υπάρχουν.» «Και μετά πεθαίνουν».
Σ’ αυτόν τον κόσμο τον ακίνητο εμφανίστηκε μια μέρα η Ζέλιντε. «Η γριά», όπως την έλεγε ο παπάς, παρότι συνομήλικοι, γύρω στα 60 αμφότεροι. Έμενε στις παρυφές της ενορίας, δεν είχε σχέσεις με κανέναν στο χωριό κι όλη τη μέρα έπλενε στο ποτάμι παλιόρουχα. Κανείς δεν ξέρει την ιστορία της, το παρελθόν της. Μόνο με τον παπά θα μιλήσει. Σ’ αυτόν θα πει, αν και όχι από την αρχή ευθέως, πως θέλει να αυτοκτονήσει. Κι εδώ έχουμε την κορύφωση της τραγωδίας. Η Ζέλιντε ομολογεί πως δεν ζει, απλώς επιβιώνει. Πως δεν ζει τη ζωή της, νιώθει ξένη στη ζωή της. Έτσι, επιθυμεί να αυτοκτονήσει για να ξεφύγει από τη μη-ζωή. Όμως δεν θέλει να παραβεί τους κανόνες της βαθιά ριζωμένης μέσα της πίστης. Δεν θέλει να λυπήσει τον Θεό. Ζητά λοιπόν την άδεια από την Εκκλησία. Και ο παπάς, ο επίσημος εκπρόσωπος του Θεού, σιωπά. Δεν μπορεί, δεν ξέρει πώς να πλησιάσει την απελπισμένη γυναίκα που έφτασε μπροστά του. Αμήχανος εκφέρει δογματικό λόγο, που καταλαβαίνει και ο ίδιος πόσο αδύναμος, πόσο άχρηστος είναι.
Η Ζέλιντε θα πεθάνει, αλλά δεν θα μάθουμε με ποιον τρόπο. Όμως ο θάνατός της θα αφυπνίσει τον παπά. Όπως σημειώνει στο εξαιρετικό επίμετρο η μεταφράστρια, ο συγγραφέας είχε γράψει στον πρώτο του εκδότη: «[…] όταν ζει κανείς όπως η γριά, μ’ αυτόν τον απάνθρωπο κι αβάσταχτο τρόπο, ο κόσμος δεν είναι πια το σπίτι μας· είναι το σπίτι των άλλων». Ο θάνατος της Ζέλιντε έδειξε στον παπά πως ήρθε η ώρα του να αφήσει κι αυτός το σπίτι των άλλων και να ψάξει το δικό του.
Με λόγο λιτό ο συγγραφέας μας βάζει σ’ έναν κόσμο ακίνητο, σ’ έναν κόσμο σχεδόν πεθαμένο. Ατμόσφαιρα μουντή όλον τον χρόνο, γεμίζει τον αναγνώστη με μια μελαγχολία που φτάνει στα όρια της απελπισίας. Πρέπει να είσαι από το Μοντέλιτσε για να μπορείς να το αντέξεις.
Ωμό, κυνικό, ρεαλιστικό, θλιβερό. Θέτει αμείλικτα ερωτήματα, δίχως να προσφέρει απαντήσεις, ούτε καν παρηγοριά. Δεν διαβάζεται εύκολα, δεν τελειώνει γρήγορα, κι ούτε ο αναγνώστης τελειώνει μ’ αυτό που του προκαλεί. Το γεγονός ότι ο συγγραφέας έγραψε αυτό το διήγημα λίγους μήνες πριν τον θάνατό του (πέθανε στα 32 του από λευχαιμία) είναι μια ερμηνεία για το δράμα, την απαισιοδοξία, τη θλίψη που γεμίζει τις σελίδες.
Σχετικά με τη μετάφραση, νομίζω πως εδώ η Δότση ξεπέρασε και τις εξαιρετικές δουλειές της με τον Fabio Stassi. Ένα μπράβο ακόμα της αξίζει κι επειδή μας γνώρισε αυτό το μικρό αριστούργημα.
«μου φαινόταν πως μήτε η κούραση μήτε η ανία μπορούσαν πια να της κάνουν το παραμικρό. Είχε αφήσει απλά τη ζωή να κυλά και τίποτε άλλο, αυτό ήταν όλο».
«η δυστυχία της ανθρώπινης ζωής, δοσμένης μέσα από σιωπές, διαλόγους και ερωτήματα που δεν τίθενται ποτέ» (από το επίμετρο)


