
Πριν καν συμφωνηθεί η συνάντηση μας με τον Θάνο Αλεξανδρή, ήμουν σίγουρος για 3 πράγματα. Αρχικά πως είναι ένας υπέροχος, ευαίσθητος, ταλαντούχος και γλυκύτατος άνθρωπος. Δεύτερον, πως θα ξεκινούσα τη συζήτηση μαζί του. Όπως και έκανα. Και τρίτον, αν στην εισαγωγή μου με ρωτούσε «Μα γιατί;», θα του απαντούσα με τους στίχους από το μεγάλο σουξέ «Γιατί μια νύχτα από τη ζωή σου, ολόκληρη η δική μου».
Του Χρήστου Σατανίδη
(Η συζήτηση γίνεται στον ενικό μετά από επιθυμία του Θάνου Αλεξανδρή).
ΧΣ: Θάνο, αρχικά να σε καλωσορίσω στον «Εξώστη». Ξέρεις πως χαίρομαι ειλικρινά για τη συνάντηση μας και θα μου επιτρέψεις, μιας και κάποτε ήθελες να γίνεις Αρχιμανδρίτης, να ξεκινήσω με μία εξομολόγηση στο πρόσωπο σου. Αν κάποια ανώτερη δύναμη μου έδινε την επιλογή να ζούσα τη ζωή ενός άλλου ανθρώπου, θα διάλεγα τη δική σου.
ΘΑ: Αυτό το ακούω πρώτη φορά. Είναι πολύ τιμητικό και συγκινητικό. Μου έχουν πει πως βρίσκουν συναρπαστική τη ζωή μου, αλλά αυτό που λες ειλικρινά με τιμά.
ΧΣ: Αρχικά ταυτίζομαι πολύ με την μοναχική παιδική ηλικία που έχεις ζήσει. Όμως δεν έχω καταλάβει για σένα αν αυτή η μοναχικότητα ήταν επιλογή ή ίσως ένιωθες πως δεν ταίριαζες στην πιο κλειστή κοινωνία της Νέας Αρτάκης.
ΘΑ: Θεωρώ τύχη ότι γεννήθηκα σε αυτό το μαγικό χωριό και μέσα σε μια οικογένεια γεμάτη αγάπη. Ο πατέρας ήταν τόσο καλός άνθρωπος που πίστευα πως θα αγιάσει. Η μάνα μου ήταν σαν τη Λωξάντρα. Παρότι ο πατέρας μου ήταν ψαράς, νόμιζα πως ήμασταν πολύ πλούσιοι. Το σπίτι μας μοσχοβολούσε πάντα από μυρωδιές φαγητών. Από μικρός είχα έφεση στα Θεία. Πίστευα πως θα γίνω πολιούχος Άγιος όταν μεγαλώσω. Φαντάσου οι ηλικιωμένες κυρίες στο χωριό, με φώναζαν «Γέροντα» από τα 13 μου και μου φιλούσαν το χέρι. Δε ξέρω τελικά αν όλο αυτό στο υποσυνείδητό μου ήταν ένας ρόλος. Ένιωθα όμως πολύ κοντά στο Θεό, όπως και μέχρι σήμερα. Δεν είχα τίποτα κοινό με τα παιδιά της ηλικίας μου και μέχρι τα 18 μου δεν είχα αποκτήσει κανέναν φίλο. Τον πρώτο φίλο τον απέκτησα όταν πήγα στη σχολή του Κουν.
ΧΣ: Ως παιδί όμως θα ζητούσες ως δώρο από τους γονείς σου ένα δίσκο;
ΘΑ: Τον πρώτο δίσκο μου τον πήρα στα 16 μου και ήταν της Κλειώς Δενάρδου. Από πολύ μικρός όμως, άκουγα φανατικά στο ραδιόφωνο το «Θέατρο της Τετάρτης» ή θα ξενυχτούσα για να ακούσω τα τραγούδια από το «Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης».

ΧΣ: Μου είπες πως τον πρώτο φίλο σου τον έκανες στη σχολή του Κουν. Είχα την αίσθηση πως η πρώτη φίλη σου ήταν η Μαλβίνα.
ΘΑ: Τη Μαλβίνα αρχικά την αντιμετώπιζα σαν σταρ. Όταν τη γνώρισα ήμουν στο γυμνάσιο και η Μαλβίνα ήταν η σταρ της πόλης. Ήταν το κορίτσι που φορούσε ποδιά και ήταν έγκυος. Για εκείνη την εποχή ήταν μεγάλη επανάσταση. Στενοί φίλοι γίναμε όταν ήμουν στου Κουν. Γνωριστήκαμε μιας το μαγαζί του άντρα της ήταν απέναντι από του αδερφού μου. Μιλούσε πολύ με τη μητέρα μου και της έλεγε πράγματα «τρελά», όπως ότι τα ζευγάρια πρέπει να έχουν ελεύθερες σχέσεις.
ΧΣ: Με τη Μαλβίνα ήσασταν μαζί μέχρι το τέλος της. 24 χρόνια μετά το θάνατο της, τι είναι αυτό που πιστεύεις πως δε μας επέτρεψε ποτέ να την ξεχάσουμε αλλά και οι νέες γενιές να την ανακαλύπτουν και να την αγαπούν;
ΘΑ: Αρχικά είχε ένα διαβολικό χιούμορ και ένα πολύτιμης αξίας μυαλό. Τα νέα παιδιά που βλέπουν σήμερα του πάντες να γλείφουν το σύστημα, ανακαλύπτουν παράλληλα μια γυναίκα που είχε τον τσαμπουκά να τα χώνει σε όλους και αυτό σίγουρα τα εντυπωσιάζει. Η Μαλβίνα δε θα αντικατασταθεί ποτέ. Θα μπορούσε να είναι εδώ μαζί μας τώρα και να σου προτείνει 50 διαφορετικές ιδέες για εκπομπές, όπως έκανε και με το «Trash tv».
ΧΣ: Κεφάλαιο «Αυτή η νύχτα μένει». Αρχικά πως πήρες την απόφαση να γράψεις το βιβλίο;
ΘΑ: Όταν άρχισα να μιλάω με φίλους από το «Θέατρο Τέχνης» ή τη Μαλβίνα, για τις εμπειρίες μου από τα σκυλάδικα, έβλεπα αντιδράσεις σαν να τους έλεγα πως έχω πάει σε άλλο πλανήτη. Τους φαινόταν μαγικά όλα αυτά. Άρχισα να γράφω σημειώσεις όπου έβρισκα και κάποια στιγμή αποφάσισα να το εκδώσω το βιβλίο αλλά πιο «χτενισμένο». Η Μαλβίνα επέμενε να μην πειράξω τίποτα, για να είναι απολύτως αυθεντικό.

ΧΣ: 32 χρόνια μετά και ακόμη κεντρίζει το ενδιαφέρον του κόσμου. Το περίμενες αυτό;
ΘΑ: Όχι. Όμως όταν έγινε ταινία, πήγα στις εκδόσεις «Περίπλους» και έγραψα στο οπισθόφυλλο το εξής: «Πιστεύω πως στον 21ο αιώνα, οι κοινωνιολόγοι θα ασχοληθούν με το πολιτιστικό κομμάτι της Ελλάδος που είναι το σκυλάδικο και οι φοιτητές θα το προσεγγίζουν με ευλάβεια». Όπως και έγινε. Υπάρχουν περιπτώσεις που δώσανε σαν εργασία μεταπτυχιακού στην κοινωνιολογία το «Αυτή η νύχτα μένει». Το σκυλάδικο, όπως και το ρεμπέτικο, είναι πολιτιστικό κομμάτι της ιστορίας μας. Δυστυχώς έχει εκλείψει ως είδος και αυτό του δίνει μεγαλύτερη αξία.
ΧΣ: Ξαναδιαβάζοντας το βιβλίο σου, θυμήθηκα πως είχες πρόταση να παίξεις στην -θεωρώ- εμβληματική ταινία «Άγγελος».
ΘΑ: Με είδε στο «Να η ευκαιρία» ο σκηνοθέτης Άγγελος Καντακουζηνός, όπου πήρα το 1ο βραβείο με την κωμωδία «Αίτηση σε γάμο» του Τσέχωφ και μου πρότεινε τον ρόλο του εραστή του Μανιάτη. Ξαφνιάστηκα πως επέλεξε εμένα μέσα από έναν κωμικό ρόλο, όμως όταν μου έδειξε τα αποκόμματα των εφημερίδων που περιέγραφαν το έγκλημα, έπαθα πλάκα. Ήμουν ολόιδιος μαζί του. Κάναμε δοκιμαστικά κι όπως μας είπαν το υλικό είχε πάει στο Παρίσι. Ενθουσιάστηκε ο Γαβράς όταν το είδε και όλοι μιλούσαν για θρίαμβο. Όμως φοβήθηκα τις αντιδράσεις της μάνας μου ή μήπως μου έκανε κακό στην καριέρα μου που είχε αρχίσει με τους καλύτερους οιωνούς. Παράλληλα ξεκινά η πορεία μου στα σκυλάδικα και χάνομαι από την Αθήνα και το σκηνοθέτη. Τη νύχτα που κέρδισε η ταινία τα βραβεία στο φεστιβάλ κινηματογράφου, ήπια ένα μπουκάλι μόνος μου. Σήμερα δε μετανιώνω που δεν έπαιξα, διότι θα ήταν διαφορετική η πορεία μου.
ΧΣ: Ξεκινάς στα σκυλάδικα ως τραγουδιστής, όμως δεν ήσουν η καθαρόαιμη λαϊκή φωνή που θα ήταν ίσως πιο αποδεκτή από το κοινό τους.
ΘΑ: Για αυτό είχα δίπλα μου το μπαλέτο με τα κορίτσια.
ΧΣ: Πως ήταν η αντιμετώπιση του κόσμου, στο αγόρι που δεν τραγουδούσε τα βαριά λαϊκά;
ΘΑ: Να τονίσουμε πως στο χρηματιστήριο της νύχτας, ο άντρας είναι το καμένο χαρτί, εκτός αν κάνει λαϊκό πρόγραμμα. Επειδή είχα μαζί μου τις γυναίκες δεν τους απασχολούσε αν έλεγα λαϊκά ή Καφάση. Αν έφευγαν οι γυναίκες, θα έδιωχναν και εμένα. Είχα πάντα δίπλα μου ωραίες γυναίκες αλλά είχα και την εξυπνάδα να λέω τραγούδια πολύ εμπορικά, που δεν τα ξέρανε στην επαρχία. Έκανα μεγάλη επιτυχία με το «Τι πουρό, τι καγκουρό» ή το «Πόσους πόντους την έχεις την καρδιά σου κι αντέχεις», το «Θα φάμε γλάρο». Κάποια στιγμή είχα την ιδέα να κάνω το «Cabaret». Όταν τους έβαλα την κασέτα με τον Δάνη Κατρανίδη πάθανε σοκ. Τους εξήγησα όμως πως θα βγω να τραγουδήσω, αλλά θα βγαίνουν οι κοπέλες και θα ανοίγουν τα πόδια τους. Αυτό θέλανε και έτσι το πέρασα και έγινε επιτυχία. Χρήστο για μένα όλα αυτά ήταν ένας ρόλος. Στα μαγαζιά έκανα όλα όσα σου λέω, αλλά μόλις γυρνούσα στο ξενοδοχείο ήμουν απλώς ο Θάνος. Για αυτό και δε με άγγιξε ποτέ η νύχτα, με την αρνητική της πλευρά.
ΧΣ: Ως συγγραφέας γράφεις ένα βιβλίο για το Μανώλη Αγγελόπουλο.
ΘΑ: Όταν κάναμε τις εκπομπές με το Θανάση Αναγνωστόπουλο, είχαμε καλέσει την Αννούλα Βασιλείου. Μας διηγήθηκε ιστορίες με τον Αγγελόπουλο και η πρόταση για αυτό το βιβλίο ήρθε από την ίδια. Για λόγους που δε μπορώ να αναφέρω, αποσύρθηκε το βιβλίο. Το θεωρώ το ωραιότερο από τα τρία βιβλία που έχω γράψει.
ΧΣ: Θα μιλήσουμε και για το τρίτο βιβλίο. Όμως θα ήθελα να σταθούμε στο κεφάλαιο της τηλεόρασης και τις εκπομπές «Trash tv» και «Καρακορτάδα».
ΘΑ: Είναι από τις πιο ευτυχισμένες περιόδους τις μικρής καλλιτεχνικής μου ζωής. Η ιδέα ήταν της Μαλβίνας, η οποία για να δελεάσει τον Κουρή του είπε πως είχε δύο φίλους, τον Θανάση Αναγνωστόπουλο κι εμένα δηλαδή, που θα κάνουν μια μουσική εκπομπή και θα έχουν καλεσμένους τη Μαρινέλλα, τον Πάριο… Ψέματα φυσικά αλλά έτσι πήραμε την εκπομπή. Κι ενώ περίμενε τη Μαρινέλλα βλέπει την Ξανθή Περάκη, την Κατερίνα Σνάιντερ κλπ και έπαθε σοκ ο άνθρωπος. Τα συνεργεία αρνούνταν να συνεργαστούν μαζί μας, δε μας έδιναν κασέτες να γράψουμε. Παίρναμε κρυφά κασέτες από τον «Σκάι» που δούλευε η Μαλβίνα ή από τα δελτία ειδήσεων από το «Καναλι 5». Τα πράγματα άλλαξαν όταν ο Γιάννης Κακουλίδης συνάντησε τον Κουρή και του είπε πως έχει την καλύτερη εκπομπή στην ελληνική τηλεόραση. Εμείς λαμβάναμε εκατοντάδες γράμματα από τον κόσμο που λέγανε «Μπράβο, η εκπομπή σας είναι η παρηγοριά μας». Ξεκινήσαμε αυτήν την ιδέα με αγνές προθέσεις. Στην πορεία αυτό το πράγμα συνεχίστηκε με χυδαίο τρόπο.
ΧΣ: Όλοι αυτοί οι άνθρωποι που ήταν στις εκπομπές σου, θεωρούσαν πως κάνανε την πλάκα τους ή το αντιμετώπιζαν σοβαρά;
ΘΑ: Πίστευαν πολύ σε αυτό που κάνανε και υπήρχε ειλικρίνεια. Η Έλενα Βασιλάκη πίστευε πραγματικά πως ήταν ωραιότερη από την Ελένη Μενεγάκη. Θα σου πω πως έχουν γίνει και «ομηρικές» μάχες. Όταν ήθελα να ανεβάσω τον «Ματωμένο γάμο», υπήρχαν οι ρόλοι της πεθεράς και της νύφης. Στην αρχή για πεθερά πρότεινα τη Βασιλάκη, η οποία αρνήθηκε γιατί θεωρούσε πως ήταν πιο μικρή. Το μαθαίνει η Σνάιντερ και παίξανε ξύλο. Τελικά κάναμε το γύρισμα αλλά ήταν όλες νύφες. (Γελάμε). Για αυτό επιμένω πως όλο αυτό είχε αθωότητα και καλές προθέσεις. Δεν υπήρχαν σενάρια και σχέδια. Είχαμε μια ιδέα; Το κάναμε αυθόρμητα.
ΧΣ: Πριν λίγους μήνες πέθανε ο Γιώργος Σταυρόπουλος – Mr Εθνικά πόδια- και ομολογώ εντυπωσιάστηκα από το κύμα αγάπης του κόσμου και των ΜΜΕ στο πρόσωπο του.
ΘΑ: Κι εγώ το ίδιο. Μέχρι και από τα «Νέα» με κάλεσαν και κάναμε ένα πολύ γλυκό κείμενο στη μνήμη του. Ήταν πραγματικά ένα υπέροχο πλάσμα με παιδική ψυχή.
ΧΣ: Γιατί τους ανθρώπους των δικών σου εκπομπών τους θυμόμαστε με τρυφερότητα, ενώ περσόνες που ανακαλύψαμε τα επόμενα χρόνια όχι;
ΘΑ: Δε φταίνε οι άνθρωποι αυτοί αλλά το ότι οι υπεύθυνοι κάποιων εκπομπών τους εμπορευματοποίησαν. Εμείς δεν πληρωνόμασταν από την τηλεόραση. Μόνο αγάπη και συγκίνηση ένιωθα για αυτούς τους ανθρώπους και ήθελα να βγάλω από αυτούς μια ποίηση.
ΧΣ: Από αυτές τις εκπομπές όμως πέρασαν και σπουδαίοι καλλιτέχνες, για τους οποίους αναφέρεσαι εκτενώς στο τρίτο σου βιβλίο «Του Οσίου Αλμοδοβάρ ανήμερα». Θα ήθελα να μιλήσουμε για μερικούς. Να ξεκινήσουμε από την λατρεμένη μου Ταϋγέτη;
ΘΑ: Ήταν ένα μαγικό πλάσμα. Η Ταϋγέτη ήταν μια κυρία, μια αστή που μόνο σεβασμό και συγκίνηση μας προκάλεσε. Είχε εξαιρετικό λόγο και όταν ακούς την ιστορία της, ναι τη λατρεύεις. Μια γυναίκα που εξορίστηκε, πολέμησε, βασανίστηκε και δε δέχτηκε ποτέ να υπογράψει δήλωση μετάνοιας. Αδικημένη πολύ και κυρίως από τους πρωταγωνιστές.

ΧΣ: Μπέμπα Μπλανς.
ΘΑ: Απρόσιτη και σοβαρή γυναίκα. Από τις ωραιότερες φωνές που έχω ακούσει. Και μεγάλη αδικημένη από την ιστορία. Η Μπλανς δεν ήταν μέσα στο σύστημα και από τις αρχές των 80ς εξαφανίστηκε.
ΧΣ: Παλόμα.
ΘΑ: Μια ιστορία μόνη της. Έζησε φοβερή ζωή. Αγαπημένη των ποδοσφαιρικών ομάδων και των δυτικών συνοικιών. Είχε ένα τεράστιο κοινό που τη λάτρευε. Είχε ως σλόγκαν την ατάκα «Τα αγόρια μου, τα αγόρια μου». Είχε όμως και φωνάρα. Υπέροχος άνθρωπος και με απίστευτο χιούμορ.

ΧΣ: Γνωρίζοντας την καλά… Αυτό που ζούσε την ικανοποιούσε ή μπορεί να ήθελε και η ίδια να περάσει στις μεγάλες πίστες και τις μεγάλες δισκογραφικές;
ΘΑ: Πιστεύω πως όλες είχαν το ίδιο όνειρο. Βέβαια παίρνανε τεράστια μεροκάματα και αυτές οι γυναίκες δεν είχαν managers και αυλές. Πάλευαν μόνες τους. Η Παλόμα όταν έπαιξε στην ταινία ή όταν πήγε να ηχογραφήσει με τον Κραουνάκη, ήταν ευτυχισμένη.
ΧΣ: Μάριος Βεάνος.
ΘΑ: Τι να πρωτοπούμε; Μία περσόνα που γνώρισα τη δεκαετία 80. Ο Μάριος έκανε επανάσταση και μιλάμε για επαρχεία 40 χρόνια πριν. Έβγαινε στη Βέροια με ένα καροτσάκι μωρού και είχε μέσα το σκυλί του. Βγαίνανε όλοι να τον χαιρετήσουν και ο ίδιος απορούσε στο «Που βλέπουν το παράξενο»;
ΧΣ: Μήπως τελικά η λεγόμενη συντηρητική επαρχεία ήταν κατά βάθος πιο προοδευτική;
ΘΑ: Ο Μάριος δεν είχε υποστεί bulling. Είχε όμως και φωνάρα. Ναι, θεωρώ πως τότε ήταν πραγματικά πιο ανοιχτόμυαλοι οι άνθρωποι ενώ τώρα υπάρχει ξανά έντονη ομοφοβία. Σήμερα αν έβγαινε ένας νέος Μάριος πιστεύω θα είχε επιτυχία, αν είχε ταλέντο. Δε θα είχε όμως τη γοητεία του πρωτοπόρου που υπήρχε τότε.
ΧΣ: Μου μιλάς για ομοφοβία και σκέφτομαι αφενός τον Zekin Mϋren, αφετέρου την Bϋlent Ersoy που λατρεύτηκαν στην Τουρκία.
ΘΑ: Ο Ζekin Mϋren είναι τεράστια προσωπικότητα και φωνάρα. Τον ανακάλυψα σχετικά αργά μιας και δε μου άρεσαν τα τούρκικα τραγούδια. Ένα απίστευτο κράμα Μαίρη Λίντα, Boy George. Τον αποδέχονταν οι Τούρκοι τη δεκαετία του 60. Θρύλος επίσης η Εrsoy. Σε μια καθαρά ομοφοβική χώρα, όπου ακόμη και ο Ερντογάν συναντήθηκε μαζί τους. Αν είχαμε μια αντίστοιχη περίπτωση στην Ελλάδα δε θα μπορούσε να έχει μια τέτοια αποδοχή, ειδικά από την πολιτεία, όσο μεγάλο και αν ήταν το καλλιτεχνικό μέγεθος.
(Έχουμε κλείσει για αρκετή ώρα το μικρόφωνο, συζητώντας πράγματα που δεν είναι προς δημοσίευση. Η ηχογράφηση ξεκινά ξανά με αφορμή σημαντικούς σταθμούς στη ζωή του Θάνου Αλεξανδρή)
ΘΑ: Ο πρώτος σημαντικός σταθμός στη ζωή μου ήταν η γνωριμία με τον μεγαλύτερο σκηνοθέτη του 20ου αιώνα, τον Κάρολο Κουν. Κατέβηκα το υπόγειο του «Θεάτρου Τέχνης», ένα παιδί από την επαρχεία, γεμάτο αγωνία, που δεν ήξερα κανέναν. Είναι στην επιτροπή ο Κουν και με ρώτησε από που είμαι. Του απαντώ «Από τη Νέα Αρτάκη» και μου ρωτάει «Κοτόπουλα Μιμίκου;». Αρχίζει και γελάει και εκεί ήταν μια ευτυχισμένη στιγμή της ζωής μου, να βλέπω αυτόν τον άνθρωπο να γελάει και μου έδωσε ώθηση αυτό για την οντισιόν. Ο δεύτερος πιο σημαντικός σταθμός -που ήταν και ο λόγος που έφυγα από τον Κουν μιας και δεν επέτρεπε να δουλεύουμε- ήταν ο Γιώργος Μαρίνος. Για έναν ολόκληρο χειμώνα πήγαινα κάθε βράδυ στη «Μέδουσα» για να τον γνωρίσω. Ένα βράδυ παίρνω το θάρρος και μπαίνω στο καμαρίνι του και του λέω πως είμαι φοιτητής στου Κουν αλλά και στη νομική. Ο Μαρίνος απόρησε τι ήθελα μιας και ήξερε πως ο Κουν δεν επέτρεπε να δουλεύουμε σε παραστάσεις. Του είπα πως «Αν με πάρετε, θα φύγω από τον Κουν». Έτσι έκανα οντισιόν και πήγα στον Μαρίνο.
ΧΣ: Ο Θάνος Αλεξανδρής με τις εμπειρίες ζωής που έχει σήμερα, αν είχε μπροστά του το μοναχικό αγόρι στη Νέα Αρτάκη τι θα του συμβούλευε;
ΘΑ: Δε θα τον συμβούλευε τίποτα. Αν μπορούσα να γίνω ξανά αυτό το αγόρι και να ξεκινήσω από το μηδέν, θα έκανα αμέσως τη διαδρομή καλλιτεχνικό γραφείο -ΚΤΕΛ- μπαλέτο και επαρχεία.
ΧΣ: Κλείνοντας, τι μπορεί να μη ξέρουμε για σένα; Κάτι που δεν έχεις μοιραστεί ποτέ με τον κόσμο;
ΘΑ: Μόλις κλείσουμε το μικρόφωνο, θα πάρουμε ποτό και θα τα πούμε…
Πληροφορίες και εισιτήρια για την παράσταση «Αυτή η νύχτα μένει», στο σύνδεσμο.
https://www.more.com/gr-el/tickets/theater/ayth-h-nyxta-menei/



