Θυμάσαι τη στιγμή που συνειδητοποίησες ότι «αυτός ο χώρος δεν πρέπει να χαθεί»;
Ναι! Ήταν η στιγμή που είδα το άρθρο για το τι θα απογίνει το Αμαλία και με έπιασε απελπισία. Ταυτόχρονα με έπιασε μια εμμονή να δω αν υπάρχει τρόπος να σωθεί, αν θα μπορούσε να είναι βιώσιμο ένα σχέδιο αναβίωσης. Το πήρα σοβαρά – όχι για μένα προσωπικά – απέναντι στην πόλη και στους ανθρώπους της· στις φωνές των καλλιτεχνών που δεν έχουν χώρο, στην ανάγκη για καλλιτεχνική καινοτομία και για έργα που τολμούν να είναι αντισυμβατικά.
Αλλά υπήρχε και η αναγκαιότητα – αν δεν το κάναμε εμείς, μπορεί και να μην το έκανε κανείς. Μπορεί να προχωρούσαν οι συζητήσεις με ιδιώτη που ήθελε να το κάνει σπα πολυτελείας. Αυτό θα σήμαινε το τέλος του Αμαλία, την πλήρη αλλοίωση του χώρου και της ταυτότητάς του. Εμείς όχι μόνο του δώσαμε παράταση ζωής, αλλά το αναβαθμίσαμε και το προετοιμάσαμε για τις επόμενες δεκαετίες: νέες ηλεκτρολογικές υποδομές, σύγχρονος εξοπλισμός και έξυπνα συστήματα. Το μόνο που μένει είναι η προσβασιμότητα – και συγκεντρώνουμε τα χρήματα για να γίνει πραγματικά ένας χώρος που ανήκει σε όλους.
Ποιο ήταν το πιο δύσκολο κομμάτι στην πορεία της αναβίωσης – η γραφειοκρατία, η χρηματοδότηση ή η ίδια η αποκατάσταση του χώρου;
Όλως παραδόξως, όχι η γραφειοκρατία! Η διαδικασία αδειοδότησης και ο έλεγχος και η έγκριση της πυροσβεστικής κύλησαν πολύ ομαλά – είναι ένας χώρος που λειτουργεί αδιάκοπα εδώ και 55 χρόνια.
Η ανακαίνιση ξεκίνησε τον Μάιο και ολοκληρώθηκε τον Αύγουστο. Ήταν πραγματικά ένας άθλος που έγινε χάρη στη μηχανικό μας, τη Γιώτα Δήμου, στους αρχιτέκτονες WHO, σε δύο ομάδες ηλεκτρολόγων και σε όλες τις ειδικότητες που εργάστηκαν εντατικά και μεθοδικά για να ανοίξουμε στις 4 Σεπτεμβρίου. Οι γονείς μου στάθηκαν τεράστια στήριξη, παρόντες καθημερινά, κάνοντας τα πάντα.
Παρ’ όλα αυτά, νομίζω πως το πιο δύσκολο κομμάτι είναι τώρα. Τώρα που ο χώρος έχει αναγεννηθεί, που αποσπά εξαιρετικές κριτικές για την αισθητική, τη λειτουργικότητα, την οργάνωση, την ευγένεια της ομάδας και το καλλιτεχνικό πρόγραμμα – τώρα αρχίζει η αληθινή πρόκληση: να το μάθει ο κόσμος και να το αγκαλιάσει.
Το φτιάξαμε με τις δικές μας προδιαγραφές και τα δικά μας standards, αλλά το «μπαμ» που θα θέλαμε και που χρειάζεται δεν έχει έρθει ακόμα. Θέλει πολλή, σταθερή δουλειά για να γίνει σημείο αναφοράς στη συνείδηση του κοινού. Και επειδή το marketing δεν είναι το δυνατό μας χαρτί, προσπαθούμε με άλλους τρόπους: με συνέπεια, με παρουσία, με μια ειλικρινή σχέση με την πόλη και τους καλλιτέχνες.

Μίλησες για «κώδικες δεοντολογίας» και ένα πλάνο για τους καλλιτέχνες. Τι περιλαμβάνει στην πράξη αυτή η φιλοσοφία;
Ο κώδικας δεοντολογίας στο Θέατρο Αμαλία δεν είναι μια τυπική διαδικασία, αλλά ο τρόπος με τον οποίο επιλέγουμε να συνεργαζόμαστε. Αναγνωρίζουμε ότι οι καλλιτεχνικές και εργασιακές σχέσεις συχνά εμπεριέχουν ευαλωτότητες και ιεραρχίες· και για να υπάρξει πραγματική καλλιτεχνική ελευθερία, πρέπει πρώτα να διασφαλίζεται η ασφάλεια και ο σεβασμός όλων.
Έχουμε υπάρξει σε συνεργασίες όπου τα πράγματα ξέφυγαν, ειπώθηκαν λόγια και έγιναν πράξεις που πλήγωσαν ή παραβίασαν όρια. Ήταν επώδυνο. Και επειδή το έχουμε ζήσει, δεν θέλουμε να το ζήσει κανείς άλλος. Ο καλλιτεχνικός χώρος είναι ήδη επισφαλής, με ατελείωτες ώρες εργασίας και οικονομική πίεση· δεν υπάρχει κανένας λόγος αυτά να συμβαίνουν μέσα σε τοξικά περιβάλλοντα.
Γι’ αυτό προτεραιότητά μας είναι ένας χώρος όπου η δουλειά γίνεται με υγεία, συνείδηση και ουσιαστική χαρά. Αυτό σημαίνει σεβασμό στη γλώσσα και στη συμπεριφορά, αποφυγή κάθε μορφής παρενόχλησης ή κατάχρησης εξουσίας, και ανοιχτό διάλογο όταν κάτι δυσκολεύει. Παράλληλα, εμπνεόμαστε από διεθνείς πρακτικές και αντίστοιχους κώδικες που συναντάμε στις περιοδείες μας, ενώ βρισκόμαστε σε συνεχή ανταλλαγή με δίκτυα όπως το IETM και το ISPA, που εξελίσσουν εργαλεία για ισότητα, συμπερίληψη και οικολογική ευαισθησία.
Ο κώδικας, λοιπόν, δεν είναι στατικός: είναι μια διαρκής, συλλογική διαδικασία. Είναι ο τρόπος μας να διασφαλίζουμε ότι η δημιουργία παραμένει ελεύθερη, αξιοπρεπής και ανθρώπινη.
Πώς βλέπεις τη σημερινή θεατρική σκηνή της Θεσσαλονίκης σε σχέση με την Αθήνα; Υπάρχει ακόμη αυτό το «κύμα φυγής»;
Ναι, υπάρχει ακόμη το κύμα φυγής. Οι νέοι καλλιτέχνες εξακολουθούν να φεύγουν στην Αθήνα για να βρουν ευκαιρίες, εργασία και στήριξη παραγωγής. Όμως πιστεύω πως η Θεσσαλονίκη έχει μια δική της ενέργεια που αρχίζει να ξυπνά – υπάρχουν δημιουργοί, ομάδες και κοινό που διψούν για κάτι διαφορετικό, πιο τολμηρό και πιο δικό τους.
Το Θέατρο Αμαλία θέλουμε να συμβάλει ακριβώς εκεί: στο να δημιουργηθεί ένα βιώσιμο καλλιτεχνικό οικοσύστημα εδώ, που θα κρατά και θα προσελκύει ανθρώπους.
Τον Δεκέμβρη θα βγάλουμε ένα ανοιχτό κάλεσμα για τη σεζόν 2026–2027, δίνοντας προτεραιότητα σε παραγωγές που προέρχονται από τη Θεσσαλονίκη και απασχολούν καλλιτέχνες που ζουν και εργάζονται εδώ. Μπορεί να μην αλλάξουμε πολλά αμέσως, αλλά μπορούμε να συμβάλλουμε στο να ξαναβρεί η πόλη την αυτοπεποίθησή της.
Ποια είναι η μεγαλύτερη πρόκληση για έναν νέο καλλιτέχνη που προσπαθεί να μείνει και να δημιουργήσει στη Θεσσαλονίκη;
Τις ημέρες του ανοίγματος του θεάτρου, κάναμε ένα ανοιχτό κάλεσμα προς καλλιτέχνες της πόλης, κυρίως για να τους ακούσουμε και να γνωριστούμε. Από όσα ειπώθηκαν, αναδείχθηκαν πολλές δυσλειτουργίες: οι δυσμενείς όροι συνεργασίας που θέτουν αρκετές σκηνές, η έλλειψη χώρων και, φυσικά, η έλλειψη χρηματοδότησης.
Εγώ θα προσθέσω και μια πιο άυλη, αλλά ουσιαστική έλλειψη – το να μη νιώθεις περηφάνια για αυτό που κάνεις, γιατί δεν ανταποδίδει τίποτα πίσω και φαίνεται να έχει ταβάνι. Δεν πρέπει να υπάρχει ταβάνι.
Και αυτό που είπα σε αυτές τις ανοιχτές συζητήσεις, είναι πως ό,τι κι αν κάνουμε εμείς, δεν παύουμε να είμαστε απλώς ένας χώρος. Η πραγματική ανανέωση και οι νέες ιδέες πρέπει να έρθουν από την ίδια την καλλιτεχνική κοινότητα, με προτάσεις που ξεπερνούν τους τοίχους μας. Οι καλλιτέχνες πρέπει να δημιουργήσουν συνθήκες, γιατί ποτέ δεν μας έχουν χαριστεί. Να οργανώνουν πρωτοβουλίες, φεστιβάλ, να γράφουν έργα και ποιήματα, να φαντάζονται χορό στον δρόμο ή μορφές τέχνης που δεν χωρούν σε καλούπια ή σε διαχωρισμούς, να μετατρέπουν γειτονιές, κτίρια, γωνιές και τετράγωνα σε κοιτίδες πολιτισμού.
Και εμείς είμαστε εδώ να φιλοξενήσουμε όσες περισσότερες τέτοιες πρωτοβουλίες γίνεται. Αλλά ας μην περιμένουμε να μας ταΐσουν «από πάνω». Δεν θα έρθει αυτή η τροφή – μόνο ψίχουλα θα πέσουν.
Εμείς, ως χώρος και ως εταιρεία παραγωγής, βρισκόμαστε στη μέση αυτής της αλυσίδας: μπορούμε να βοηθήσουμε, να ενδυναμώσουμε, να συνδέσουμε. Αλλά όχι να χαράξουμε πολιτιστική στρατηγική για την πόλη ώστε να κρατήσουμε εδώ τους καλλιτέχνες.

Το Θέατρο Αμαλία έχει βαριά καλλιτεχνική ιστορία. Πώς ισορροπείς ανάμεσα στον σεβασμό στο παρελθόν και στην ανάγκη για ανανέωση;
Είμαστε οι μαθητές της γενιάς που έκανε το Αμαλία ιστορικό. Η συνέχιση αυτού του ιστορικού χώρου έρχεται κάπως αυθόρμητα, χωρίς να προγραμματίζουμε παραστάσεις που συνδέονται με το παρελθόν του θεάτρου. Δεν κοιτάξαμε το δραματολόγιο και σκεφτήκαμε τι θα μπορούσαμε να επαναφέρουμε.
Το Αμαλία παραμένει, στην ουσία του, πειραματικό· κι αυτό από μόνο του είναι μια μορφή ανανέωσης. Το πειραματικό θέατρο ερευνά, δοκιμάζει, ανατρέπει, αξιοποιεί στοιχεία του παραδοσιακού, αλλά τα επανανοηματοδοτεί ή προτείνει νέες φόρμες. Δίνει έμφαση στην κοινωνία με πιο άμεσο τρόπο. Δεν κλείνει το μάτι όπως, π.χ., ο Μολιέρος, αλλά κοιτά το κοινό κατάματα.
Με ποιον τρόπο επιλέγετε τις παραγωγές και τους δημιουργούς που θα παρουσιάσουν τη δουλειά τους στο Αμαλία;
Η πρώτη μας σεζόν στο Αμαλία χτίστηκε γύρω στον Φεβρουάριο του 2025 με δικές μας καλλιτεχνικές επιλογές. Κάναμε το σχεδιασμό αυτό νωρίς γιατί έπρεπε να έχουμε μια υπόθεση εργασίας πριν καν υπογράψουμε το συμβόλαιο με τον χώρο. Έπρεπε να ξέρουμε αν είναι εφικτό, πόσο θα κοστίσει, αν θα μπορεί να είναι γεμάτο παραστάσεις όλη τη χρονιά. Από τη στιγμή που ξεκίνησε η ανακαίνιση, δεν υπήρχε ο χρόνος να ασχοληθούμε με τον καλλιτεχνικό προγραμματισμό.
Δεν διστάσαμε να είμαστε ευέλικτοι: για παράδειγμα, η χορευτική ομάδα Rest In Beat με το The Space is Us προστέθηκε σχεδόν αυθόρμητα, λίγες εβδομάδες πριν από την εμφάνισή της, λόγω της παρουσίας ξένων curators.
Από τη νέα σεζόν, όμως, θα ακολουθήσουμε έναν πιο συμμετοχικό τρόπο. Θα δημοσιεύσουμε ένα ανοιχτό κάλεσμα με θεσσαλονικοκεντρικές προδιαγραφές, για να συγκεντρώσουμε τις πιο εκκεντρικές, έξαλλες και αντισυμβατικές ιδέες που σιγοβράζουν στα καλλιτεχνικά μυαλά της πόλης. Αυτές θα συνδυαστούν με στοχευμένες μετακλήσεις από την Αθήνα και μοναδικές «one-time» εκδηλώσεις.
Το θέατρο θα λειτουργεί εναλλάξ: κάποιους μήνες με πλήρη δικό μας καλλιτεχνικό προγραμματισμό και κάποιους πιο ανοιχτά, με παραχωρήσεις χώρου για λόγους επιβίωσης – είμαστε, άλλωστε, ένας χώρος χωρίς καμία υποστήριξη. Το δικό μας στίγμα όμως θα μπαίνει τους μήνες που έχουμε δομήσει και συνθέσει μαζί με τις φωνές της πόλης μας.
Από άποψη περιεχομένου, μας αφορούν έργα που μιλούν για την πόλη, για την κοινωνία, για την ελευθερία του λόγου και τη διαφορετικότητα. Είμαστε τελείως woke αιρετικές σατανοφεμινίστριες.




