
Το Plymouth ήταν εκείνο το μέρος που μύριζε καλοκαίρι πριν καν μπεις. Φυλλωσιές να αγκαλιάζουν τον χώρο, φως να περνά σπασμένο από τα κλαδιά, μια πισινούλα βαμμένη στο μπλε, με τη γλώσσα των Rolling Stones να σου χαμογελά σαν μυστικό. Ξύλινα σκαμπό, αυτοσχέδιο μπαρ, ποπ κορν σε μπολάκια, μπύρες παγωμένες. Δεν υπήρχε πόζα. Υπήρχε μόνο η αίσθηση ότι βρίσκεσαι κάπου αληθινά δικό σου. Δεν το ήξεραν όλοι. Για την ακρίβεια, μέχρι σήμερα, δεν το γνωρίζουν ουτε καν πολλοί Καλαμαριώτες.
Μπύρα στο χέρι, ποπ κορν στο τραπέζι, κλασικό ροκ να απλώνεται πάνω από τις φυλλωσιές, και εκείνη η πισινούλα με το tongue and lips των Rolling Stones να σου κλείνει το μάτι σαν να σου λέει “χαλάρωσε, εδώ είσαι σπίτι”.

Εκεί οι νύχτες κυλούσαν αργά. Ροκ από ηχεία που είχαν δει πολλά καλοκαίρια, συζητήσεις που άνοιγαν χωρίς άγχος, βλέμματα που δεν βιάζονταν. Κάποιοι κάθονταν ώρες χωρίς να πουν πολλά. Άλλοι γελούσαν δυνατά. Όλοι όμως ένιωθαν μέρος μιας μικρής κοινότητας, ενός καταφυγίου μακριά από την πόλη, αλλά μέσα στην καρδιά της. Ήταν το είδος του μέρους που δεν το έβρισκες. Το ανακάλυπτες.

Σήμερα το Plymouth υπάρχει μόνο σε φωτογραφίες και μνήμες. Έχει κλείσει εδώ και χρόνια, αλλά δεν έφυγε ποτέ στ’ αλήθεια. Μένει σε όσους έζησαν τα 90s με μπύρα στο χέρι και ροκ στο background. Σε όσους θυμούνται πως κάποτε, στην Καλαμαριά, υπήρχε ένα μπαρ που δεν προσπαθούσε να γίνει μύθος – κι όμως έγινε. Ένα κομμάτι καλοκαιριού που δεν μεγάλωσε ποτέ.



