
Νέα δεδομένα αναζητούν οι αρχαιολόγοι στην Τροία, διευρύνοντας το πεδίο των ανασκαφών πέρα από τα εντυπωσιακά τείχη και τα γνωστά μνημεία της ακρόπολης.
Στο επίκεντρο της έρευνας για το 2026 βρίσκονται περιοχές έξω από τον οχυρωμένο πυρήνα της αρχαίας πόλης, όπου οι επιστήμονες επιχειρούν να κατανοήσουν καλύτερα την οργάνωση της κάτω πόλης και, κυρίως, να προσδιορίσουν πότε και με ποιον τρόπο καταστράφηκε η Τροία της Ύστερης Εποχής του Χαλκού.
Η περίοδος αυτή έχει συνδεθεί εδώ και αιώνες με την παράδοση του Τρωικού Πολέμου, ωστόσο οι αρχαιολόγοι ξεκαθαρίζουν ότι ο στόχος της έρευνας δεν είναι να αποδείξει ένα συγκεκριμένο επεισόδιο που περιγράφεται στην «Ιλιάδα» του Ομήρου.
Οι ανασκαφές μεταφέρονται έξω από την ακρόπολη
Κατά τη διάρκεια της φετινής ανασκαφικής περιόδου, η αρχαιολογική ομάδα διευρύνει την περιοχή μπροστά από τη νότια πύλη της Τροίας.
Εκεί, κάτω από τα κατάλοιπα μεταγενέστερης ελληνιστικής και ρωμαϊκής αγοράς, διατηρούνται αρχαιολογικά στρώματα που σχετίζονται με την Τροία VI και την Τροία VII, δηλαδή με τις φάσεις της πόλης που παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την έρευνα της Ύστερης Εποχής του Χαλκού.
Ο διευθυντής των ανασκαφών, καθηγητής Ρουστέμ Ασλάν, εκτιμά ότι τα συγκεκριμένα στρώματα μπορούν να προσφέρουν σημαντικές πληροφορίες για την τελική φάση της πόλης.
Οι ανασκαφικές τάφροι στη συγκεκριμένη περιοχή παραμένουν ανοιχτές εδώ και περίπου πέντε έως έξι χρόνια, ενώ το 2026 η ερευνητική ομάδα επεκτείνει ακόμη περισσότερο την έρευνα, προκειμένου να εξετάσει μεγαλύτερη έκταση των στρωμάτων καταστροφής.
Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της σύγχρονης αρχαιολογικής έρευνας είναι ότι η Τροία της Ύστερης Εποχής του Χαλκού ήταν πολύ μεγαλύτερη από την ακρόπολη που γνωρίζουμε σήμερα.
Οι ανασκαφές νότια του τύμβου έχουν επιβεβαιώσει την ύπαρξη μιας εκτεταμένης κάτω πόλης, η οποία απλωνόταν πέρα από τα οχυρωματικά τείχη.
Σύμφωνα με την UNESCO, ο εξωτερικός οικισμός έφτανε περίπου τα 300.000 τετραγωνικά μέτρα κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού.
Η νότια πύλη αποτελούσε πιθανότατα ένα σημαντικό σημείο σύνδεσης ανάμεσα στην ακρόπολη και την κάτω πόλη. Γι’ αυτό και η περιοχή γύρω από αυτήν θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική για την κατανόηση του τρόπου με τον οποίο οργανωνόταν ο οικισμός.
Οι αρχαιολόγοι εξετάζουν μεταξύ άλλων αν υπήρχαν κτίρια και ανοιχτοί χώροι έξω από την πύλη, πόσο πυκνοκατοικημένη ήταν η συγκεκριμένη περιοχή και αν τα ίχνη καταστροφής που έχουν εντοπιστεί σε διαφορετικά σημεία προέρχονται από το ίδιο γεγονός.
Αιχμές βελών και βλήματα σφενδόνης
Η νέα έρευνα βασίζεται και σε ευρήματα προηγούμενων ανασκαφικών περιόδων.
Το 2024, οι αρχαιολόγοι εντόπισαν στην περιοχή αιχμές βελών, οστέινα εργαλεία και ζωικά κατάλοιπα, ενώ διερευνούσαν τη σχέση ανάμεσα στις ανακτορικές κατασκευές και τα τείχη της πόλης.
Έναν χρόνο αργότερα, η ομάδα ανακοίνωσε τον εντοπισμό μιας ομάδας από βλήματα σφενδόνης ηλικίας περίπου 3.500 ετών μπροστά από την ανακτορική δομή της Τροίας VI.
Ορισμένα από τα βλήματα ήταν κατασκευασμένα από πηλό, ενώ άλλα από πέτρες ποταμού. Στην ίδια ευρύτερη περιοχή είχαν βρεθεί και δύο αιχμές βελών που χρονολογούνται στην Ύστερη Εποχή του Χαλκού.
Τα ευρήματα παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, όμως οι αρχαιολόγοι αποφεύγουν να τα συνδέσουν απευθείας με τον Τρωικό Πόλεμο.
Η αξία τους βρίσκεται κυρίως στο αρχαιολογικό τους πλαίσιο: στη θέση όπου εντοπίστηκαν, στη σχέση τους με τις γύρω κατασκευές και στα στρώματα καταστροφής.
Η διεύρυνση των ανασκαφών το 2026 αναμένεται να δείξει αν πρόκειται για μεμονωμένα ευρήματα ή αν αποτελούν μέρος ενός ευρύτερου επεισοδίου που επηρέασε τη νότια είσοδο και την περιοχή της κάτω πόλης.
Το μεγάλο ερώτημα: Πώς καταστράφηκε η Τροία;
Η απάντηση στο συγκεκριμένο ερώτημα δεν είναι εύκολη.
Η Τροία κατοικήθηκε και ανοικοδομήθηκε πολλές φορές μέσα στους αιώνες, με αποτέλεσμα τα ίχνη διαφορετικών περιόδων να βρίσκονται το ένα πάνω στο άλλο.
Μια κατεστραμμένη κατασκευή, για παράδειγμα, μπορεί να έχει υποστεί ζημιές από πυρκαγιά, σεισμό, κατάρρευση ή μεταγενέστερες οικοδομικές δραστηριότητες και όχι απαραίτητα από πολεμική επίθεση.
Γι’ αυτό οι αρχαιολόγοι χρειάζονται μια ευρύτερη εικόνα. Η παρουσία αντίστοιχων στρωμάτων καταστροφής σε διαφορετικά σημεία της πόλης μπορεί να βοηθήσει να διαπιστωθεί αν πρόκειται για ένα ενιαίο γεγονός.
Σε αυτό το πλαίσιο, η σχέση ανάμεσα στην Τροία VI και την Τροία VII βρίσκεται στο επίκεντρο της σημερινής έρευνας.
Οι επιστήμονες προσπαθούν να διαπιστώσουν εάν οι τελευταίες επιφάνειες κατοίκησης, οι καταστροφές στα κτίρια και τα αντικείμενα που εντοπίστηκαν κοντά στη νότια πύλη ανήκουν στον ίδιο χρονολογικό ορίζοντα.
Τι μπορεί να αποκαλύψει η ανασκαφή του 2026
Οι φετινές εργασίες δεν αναμένεται να δώσουν μια απλή απάντηση στο ερώτημα αν ο Τρωικός Πόλεμος συνέβη όπως περιγράφεται στην «Ιλιάδα».
Μπορούν, όμως, να προσθέσουν ένα ακόμη σημαντικό κομμάτι στο αρχαιολογικό παζλ.
Η έρευνα έξω από την ακρόπολη μπορεί να αποκαλύψει πώς ζούσαν οι κάτοικοι της κάτω πόλης, πώς επικοινωνούσαν οι διαφορετικές περιοχές του οικισμού και πόσο εκτεταμένες ήταν οι καταστροφές στο τέλος της Ύστερης Εποχής του Χαλκού.
Κάθε νέο εύρημα μπορεί να βοηθήσει τους αρχαιολόγους να ανασυνθέσουν τις τελευταίες ημέρες μιας πόλης που κατοικήθηκε για περισσότερα από 3.000 χρόνια και αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για μία από τις σημαντικότερες επικές παραδόσεις της αρχαιότητας.
Η Τροία εξακολουθεί έτσι να βρίσκεται στο επίκεντρο μιας έρευνας όπου η αρχαιολογία συναντά τον μύθο, χωρίς ακόμη να μπορεί να δώσει οριστική απάντηση για το πόση ιστορική αλήθεια κρύβεται πίσω από την ομηρική αφήγηση.



