
γράφει ο Γιώργος Βάραγκας
Ακουμπώ το αριστερό μου γόνατο στο εσωτερικό του ποδιού σου. Αφήνω όλο μου το πόδι να πέσει ήρεμα πάνω στο δικό σου. Η άμμος, ακόμα ζεστή από το μεσημέρι, κρατάει τη θέρμη της κάτω από τα σώματά μας σαν να μην θέλει να αφήσει την ημέρα να φύγει. Το αεράκι μυρίζει αντιηλιακό και καπνό κι έρωτα.
Το αριστερό μου χέρι τυλίγεται πίσω από το λαιμό σου και καταλήγει ελαφρώς στο αποκοιμισμένο σου φρύδι. Χαϊδεύω την άκρη του ανασηκώνοντας μερικές τρίχες — αλμυρές ακόμα, κολλημένες στην απογευματινή θάλασσα. Τις μετρώ. Μια, δυο, τρεις, τέσσερις. Σταματώ. Ξανά. Μια, δυο, τρεις, τέσσερις. Το δεξί μου χέρι μπλέκεται με το δικό σου αριστερό χέρι πάνω στην κοιλιά μου.
Φτιάχνω μελωδία πάνω στα δάχτυλά σου. Ήρεμα, άνετα, απλά. Ανασηκώνω το δεξί μου πόδι στο γόνατο. Ασυναίσθητα. Κι όλα τοποθετήθηκαν στη θέση τους. Το πόδι μου στο πόδι σου, το ένα μου χέρι στο χέρι σου, το άλλο μου χέρι στην άκρη του φρυδιού σου.
Έτσι συντονίζεσαι μαζί μου. Άθελά σου, μα τόσο ηθελημένα. Η ανάσα σου βγάζει ρυθμικά την ψυχή σου πάνω στο στέρνο μου. Παιχνιδίζει με τις τρίχες μου εκεί. Από μακριά φτάνει κάτι σαν μουσική — ο Νικόλας Άσιμος; οι Κατσιμιχαίοι; δεν ξέρω, κάποια φωνή που ανήκει σ’ αυτό το καλοκαίρι και μόνο σ’ αυτό.

Από πάνω μας ο Όλυμπος σωπαίνει βαρύς και σκοτεινός, σαν θεός που κοιμάται όρθιος, κι η θάλασσα του Θερμαϊκού γλύφει στην άκρη της νύχτας την ακτή με μια υπομονή αρχαία. Κι ανάμεσά τους ένα μπέρδεμα από το δικό σου αέρινο κομμάτι με το δικό μου γήινο εαυτό.
Δεν αναπνέω. Δεν χρειάζεται. Ρουφάω τη δική σου ήρεμη ανάσα απ’ τον ομφάλιο λώρο της αγάπης μας. Κι σ’ έχω μέσα μου σαν έμβρυο, καθώς σαν έμβρυο κι εγώ επιπλέω σ’ αυτή τη νυχτερινή σου ηρεμία, δίπλα στα παρατημένα σου σανδάλια, κοντά σε μια πλαστική σακούλα με τα ροδάκινα που αγοράσαμε στο δρόμο κι ένα τσαλακωμένο πακέτο Camel μαλακό.
Τα μάτια μου ανοιχτά γκρέμισαν όλο τον ουρανό, όλη τη νύχτα και τα αστέρια της. Δεν άφησαν όρθιο ούτε τον Όλυμπο ούτε τη θάλασσα, τον κόσμο, το σύμπαν. Κάπου πίσω, στα μαγαζάκια της Πλάκας, ένα τρανζιστοράκι παίζει ακόμα κάτι που δεν θα θυμόμαστε αύριο μα που απόψε είναι η μόνη αλήθεια.
Σαν την αλήθεια του καλοκαιριού, οπότε και τίποτα δεν έχει πραγματική σημαία, ενώ είναι λίγα αυτά που έχουν έστω και ελάχιστη. Εγώ κι εσύ. Κι ανάμεσα στην ευθεία που ενώνει εσένα με εμένα, τέσσερις τρίχες αλμυρές, μια αυτοσχέδια μελωδία, μια ανάσα κομμένη κι όλα τα σ’ αγαπώ μου.



