Από τον Γιώργο Καρακασίδη
Το 1973, στη Χιλή του σοσιαλιστή Αλιέντε, δυο πράκτορες της CIA που βρίσκονται εκεί στο πλαίσιο των σχεδίων για την ανατροπή του, πηγαίνουν για μια εβδομάδα στο νησί του Πάσχα με τον έναν από τους δυο να θέλει να καταγράψει τα απομνημονεύματά του. Απομνημονεύματα που περιλαμβάνουν επικίνδυνα κρατικά μυστικά. Δύο διαφορετικοί σε ηλικία και χαρακτήρα τύποι κάνουν “τουρισμό” με φόντο τα καταπράσινα λιβάδια πάνω στα οποία στέκονται διάσπαρτα κάποια από τα πιο διάσημα πέτρινα αγάλματα του κόσμου.
Είναι μοναδικός ο τρόπος που ο σκηνοθέτης Μάρτιν ΜακΝτόνα σε κάνει να γελάς με τον ίδιο τρόπο που σε κάνει να νιώθεις μια βαθιά μελαγχολία. Κάπως έτσι δεν είναι και οι σχέσεις που αναπτύσσονται με ανθρώπους τους οποίους δεν έχεις επιλέξει, αλλά με τους οποίους η ζωή σε φέρνει αναγκαστικά κοντά; Εκείνος που αρχικά σε εκνευρίζει μπορεί τελικά να γίνει ο καλύτερός σου φίλος. Ίσως και ο μοναδικός. Κι όταν αρχίζεις να μετράς αντίστροφα, γεννιέται η ανάγκη να μοιραστείς όσα έζησες, να προστατεύσεις —έστω και με έναν κυνικό τρόπο— τους νεότερους, να κάνεις τον απολογισμό σου. Να αναζητήσεις, τελικά, ένα είδος κάθαρσης.

Αυτή την κάθαρση ψάχνει και ο Τζον Μάλκοβιτς, σε ένα ρόλο που δικαιωματικά θα του χαρίσει υποψηφιότητες για βραβεία. Δίπλα του ο απολαυστικά ωμός Σαμ Ρόκγουελ. Οι ατάκες που εξαπολύουν ο ένας στον άλλον είναι άλλοτε ξεκαρδιστικές κι άλλοτε τραγικές. Όπως ακριβώς και τα σκαμπανεβάσματα της ίδιας της ζωής. Τα δε περάσματα που κάνουν ο Στιβ Μπουσέμι κι ο Τομ Γουέιτς ειναι σύντομα αλλά χαρακτηριστικά.
Μια ταινία κυρίως με άντρες, όχι όμως μόνο για άντρες. Άλλωστε, στο τέλος, μια αχτίδα ελπίδας διακρίνεται στο χαμόγελο της Χιλιανής φοιτήτριας.
Και κάπου εκεί μια φαινομενικά ασυνάρτητη σκέψη του Μάλκοβιτς μπορει να σου γεννήσει το ερώτημα: άραγε τα άγρια άλογα πάνε στον Παράδεισο όταν πεθαίνουν;
Από τις 5 Νοεμβρίου στους κινηματογράφους.



