Η ταινία του Ρομπ Ράινερ, βασισμένη στη νουβέλα του Στίβεν Κινγκ, παραμένει ένα από τα πιο αυθεντικά και bittersweet coming-of-age φιλμ του αμερικανικού σινεμά
Υπάρχουν λίγες ταινίες που μπορούν να μιλήσουν για την παιδική ηλικία χωρίς να την εξιδανικεύουν. Το «Stand by Me» του Ρομπ Ράινερ, που συμπληρώνει φέτος 40 χρόνια από την κυκλοφορία του, είναι μία από αυτές.
Τέσσερα αγόρια γύρω στα δώδεκα, μια διαδρομή μέσα από τις γραμμές του τρένου και ένας νεκρός συμμαθητής που βρίσκεται κάπου στην άκρη της διαδρομής. Η υπόθεση μοιάζει σχεδόν με μια σκοτεινή αλληγορία για το τέλος της παιδικής ηλικίας. Και στην πραγματικότητα αυτό ακριβώς είναι.
Η νουβέλα του Στίβεν Κινγκ στην οποία βασίζεται η ταινία είχε τον τίτλο «The Body». Η κινηματογραφική μεταφορά, ωστόσο, πήρε το όνομά της από το τραγούδι του Μπεν Ε. Κινγκ που ακούγεται στο soundtrack. Μια πιο εμπορική επιλογή, αλλά και ένας τίτλος που τελικά αποδείχθηκε απόλυτα ταιριαστός με την καρδιά της ταινίας: τη φιλία, την απώλεια και εκείνη τη σιωπηλή υπόσχεση ότι, έστω για λίγο, οι άνθρωποι θα μείνουν ο ένας δίπλα στον άλλον.
Μια περιπέτεια που κρύβει κάτι πολύ πιο σκοτεινό
Το «Stand by Me» είναι ταυτόχρονα μια περιπέτεια, μια ιστορία φιλίας και μια ταινία για τον θάνατο. Ο Ράινερ καταφέρνει να ισορροπήσει ανάμεσα στο χιούμορ και τη μελαγχολία χωρίς το ένα να ακυρώνει το άλλο.
Τα τέσσερα παιδιά περνούν τις μέρες τους σε μια μικρή αμερικανική επαρχιακή πόλη στα τέλη της δεκαετίας του ’50. Μιλούν για κορίτσια, τραγουδούν, λένε βλακείες, καβγαδίζουν και προσπαθούν να αποδείξουν ο ένας στον άλλον πόσο γενναίοι είναι. Όμως κάτω από αυτή την επιφανειακή ανεμελιά υπάρχει διαρκώς κάτι που τους βαραίνει.
Ο θάνατος.
Όταν ο Βερν ανακαλύπτει τυχαία ότι ο μεγαλύτερος αδελφός του γνωρίζει πού βρίσκεται το πτώμα ενός αγνοούμενου αγοριού, οι τέσσερις φίλοι αποφασίζουν να ξεκινήσουν μια πεζοπορία για να το βρουν. Στην αρχή βλέπουν την περιπέτεια σαν μια ευκαιρία να γίνουν ήρωες της πόλης. Να τους δείξουν στις ειδήσεις. Να αποκτήσουν λίγη από εκείνη τη φήμη που τόσο πολύ επιθυμούν τα παιδιά.
Όσο όμως περνούν οι ώρες, το παιχνίδι μετατρέπεται σε κάτι πολύ διαφορετικό.
Η διαδρομή μεγαλώνει, τα βήματά τους βαραίνουν και η εικόνα του νεκρού συμμαθητή αποκτά όλο και πιο έντονη παρουσία. Τα παιδιά δεν ψάχνουν απλώς ένα πτώμα. Έρχονται αντιμέτωπα με την ιδέα ότι η ζωή μπορεί να τελειώσει ξαφνικά και ότι η ενηλικίωση ίσως βρίσκεται πολύ πιο κοντά απ’ όσο θα ήθελαν.
Τέσσερα παιδιά, τέσσερις διαφορετικοί φόβοι
Στο κέντρο της ιστορίας βρίσκεται ο Γκόρντι, τον οποίο υποδύεται ο Γουίλ Γουίτον. Ένα έξυπνο και ευαίσθητο αγόρι που γράφει ιστορίες και μοιάζει ήδη να απομακρύνεται από τους φίλους του.
Ο Γκόρντι κουβαλάει ένα διαφορετικό τραύμα από τους υπόλοιπους. Ο μεγαλύτερος αδελφός του έχει πεθάνει και οι γονείς του δεν μπορούν να ξεπεράσουν την απώλεια. Η αίσθηση ότι ίσως «πέθανε ο λάθος γιος» τον ακολουθεί σε ολόκληρη την ιστορία.
Δίπλα του βρίσκεται ο Κρις, ο χαρακτήρας του Ρίβερ Φίνιξ, ίσως η πιο συγκλονιστική παρουσία της ταινίας. Ο Κρις έχει τη φήμη του σκληρού παιδιού, προέρχεται από μια προβληματική οικογένεια και όλοι περιμένουν από εκείνον να ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο.
Ο Φίνιξ, όμως, αποφεύγει κάθε εύκολη στερεοτυπική προσέγγιση. Ο Κρις είναι σκληρός, αλλά ταυτόχρονα εξαιρετικά ευαίσθητος. Είναι ο φίλος που μπορεί να γελάσει μαζί σου και, την ίδια στιγμή, να καταλάβει ακριβώς τι περνάς χωρίς να χρειαστεί να το πεις.
Ο Τέντι του Κόρεϊ Φέλντμαν είναι θυμωμένος, απρόβλεπτος και γεμάτος ένταση, κουβαλώντας τη βίαιη συμπεριφορά του πατέρα του. Ο Βερν του Τζέρι Ο’Κόνελ είναι ο πιο αφελής και φοβισμένος της παρέας, αλλά και εκείνος που ουσιαστικά πυροδοτεί την περιπέτεια.
Οι τέσσερις τους δεν είναι απλώς χαρακτήρες μιας παιδικής παρέας. Είναι τέσσερις διαφορετικοί τρόποι να αντιμετωπίζεις τον φόβο, την οικογένεια, την απώλεια και την ενηλικίωση.

Η Αμερική των ’50s μέσα από τα μάτια των παιδιών
Ένα από τα μεγαλύτερα προσόντα της ταινίας είναι ο τρόπος με τον οποίο δημιουργεί την ατμόσφαιρα μιας εποχής χωρίς να καταφεύγει σε υπερβολές.
Τραγούδια από το ραδιόφωνο, καραμέλες, τηλεοπτικές εκπομπές, αστεία για τον Μίκι Μάους και την Ανέτ Φουνιτσέλο, αναφορές σε τηλεοπτικά γουέστερν και ατελείωτες παιδικές συζητήσεις συνθέτουν έναν κόσμο που μοιάζει ταυτόχρονα οικείος και μακρινός.
Ο Ράινερ δεν ενδιαφέρεται να παρουσιάσει μια τέλεια, εξιδανικευμένη παιδική ηλικία. Τα παιδιά βρίζουν, φοβούνται, λένε ανοησίες, ζηλεύουν, θυμώνουν και προσπαθούν διαρκώς να αποδείξουν ότι είναι πιο μεγάλα απ’ όσο πραγματικά είναι.
Και ακριβώς εκεί βρίσκεται η αυθεντικότητα της ταινίας.
Ο Ρίβερ Φίνιξ και η γενιά που χάθηκε
Σαράντα χρόνια μετά, είναι αδύνατο να μιλήσει κανείς για το «Stand by Me» χωρίς να σταθεί στον Ρίβερ Φίνιξ.
Στον δεύτερο μόλις κινηματογραφικό του ρόλο, ο νεαρός ηθοποιός δείχνει ήδη ένα σπάνιο βάθος. Ο Κρις του δεν είναι ο «κακός» ή ο σκληρός της παρέας. Είναι ένα παιδί που φοβάται ότι το περιβάλλον του θα αποφασίσει για εκείνον ποιος θα γίνει.
Η ερμηνεία του αποκτά ακόμη μεγαλύτερη δύναμη όταν βρίσκεται απέναντι στον Γκόρντι. Οι δυο τους αναγνωρίζουν ο ένας στον άλλον κάτι που οι υπόλοιποι δεν μπορούν να δουν.
Και όταν ο Κρις μιλά στον Γκόρντι για την οικογένειά του, η ταινία σταματά για λίγο να είναι μια περιπέτεια τεσσάρων παιδιών και γίνεται μια βαθιά ανθρώπινη ιστορία για το πώς η φιλία μπορεί να λειτουργήσει ως καταφύγιο.
Η νοσταλγία που δεν γίνεται ποτέ γλυκανάλατη
Ο Ράινερ είχε ήδη αποδείξει την κωμική του ικανότητα με το «This Is Spinal Tap» και θα ακολουθούσαν ταινίες όπως το «The Princess Bride», το «When Harry Met Sally…» και το «A Few Good Men». Το «Stand by Me», όμως, ήταν μόλις η τρίτη μεγάλου μήκους ταινία του και αποτέλεσε σημαντική απόδειξη της σκηνοθετικής του ευελιξίας.
Η κωμωδία είναι απαραίτητη, γιατί χωρίς αυτήν η ιστορία θα ήταν σχεδόν αφόρητα βαριά. Τα παιδιά γελούν για να μην κλάψουν. Και μερικές φορές αποτυγχάνουν.
Αυτή η ισορροπία είναι που κάνει την ταινία να ξεχωρίζει από πολλές μεταγενέστερες ιστορίες ενηλικίωσης. Το «Stand by Me» δεν αντιμετωπίζει την παιδική ηλικία ως έναν παράδεισο στον οποίο θέλουμε να επιστρέψουμε. Τη βλέπει ως μια περίοδο γεμάτη χαρά, αλλά και φόβο, σύγχυση, βία και απώλεια.

Μια ταινία που δεν γέρασε
Η επιρροή του «Stand by Me» είναι τεράστια και μπορεί να εντοπιστεί σε αμέτρητες ταινίες και τηλεοπτικές σειρές που ακολούθησαν. Από το «The Wonder Years» μέχρι το «Stranger Things», η εικόνα μιας παρέας παιδιών που εξερευνά έναν επικίνδυνο κόσμο έχει επανέλθει πολλές φορές.
Ωστόσο, ελάχιστες από αυτές τις ιστορίες έχουν καταφέρει να αναπαράγουν την αυθεντικότητα της ταινίας του Ράινερ.
Ίσως επειδή το «Stand by Me» δεν προσπαθεί να κάνει τα παιδιά πιο χαριτωμένα απ’ όσο είναι. Δεν φοβάται τη χυδαιότητα, τον θυμό ή τον θάνατο. Και κυρίως δεν ξεχνά ποτέ ότι τα παιδιά αυτά βρίσκονται στο μεταίχμιο: δεν είναι πλέον μικρά, αλλά δεν έχουν γίνει ακόμη μεγάλα.
Στο τέλος της διαδρομής, αυτό που βρίσκουν δεν είναι απλώς ένα πτώμα. Είναι η πρώτη πραγματική εικόνα της θνητότητας. Και μαζί της, η συνειδητοποίηση ότι η παρέα τους δεν πρόκειται να κρατήσει για πάντα.
Αυτό είναι ίσως και το πιο οδυνηρό κομμάτι της ταινίας.
Γιατί, όπως συμβαίνει με πολλές από τις πιο σημαντικές φιλίες της ζωής μας, το «Stand by Me» μας θυμίζει ότι κάποιοι άνθρωποι μπορούν να υπάρξουν δίπλα μας για μια συγκεκριμένη περίοδο και να μας αλλάξουν για πάντα, ακόμη κι αν κάποια στιγμή οι δρόμοι μας χωρίσουν.
Σαράντα χρόνια μετά, το «Stand by Me» παραμένει μια ταινία για τη φιλία, τον φόβο, τον θάνατο και εκείνη τη γλυκόπικρη στιγμή που καταλαβαίνουμε πως η παιδική ηλικία τελείωσε. Και ίσως αυτός να είναι ο πραγματικός λόγος που εξακολουθεί να μας συγκινεί.
με πληροφορίες από: theguardian




