
Αρχή χρονιάς χωρίς νέα μίνι σειρά στο Netflix απλώς δεν γίνεται. Είναι πια μια μικρή τηλεοπτική παράδοση: ένα θρίλερ φτιαγμένο για binge, που άλλοτε σε κρατά καρφωμένο κι άλλοτε σε κάνει να απορείς πώς ακριβώς έφτασες να το βλέπεις μέχρι τέλους. Το «Run Away», βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα του βασιλιά των airport paperbacks, ξεκινά με φόρα και υπόσχεται ένα ακόμη εθιστικό escapist θέαμα. Για λίγο, μάλιστα, καταφέρνει να τηρήσει τη βασική αρχή των καλών Coben adaptations: να κινείται τόσο γρήγορα, ώστε να μην προλαβαίνεις να σταθείς σε τρύπες πλοκής, λογικά άλματα και συμπεριφορές που απέχουν παρασάγγας από την ανθρώπινη εμπειρία. Δυστυχώς, αυτή η ισορροπία δεν κρατά για πολύ.
Ο Simon Greene, ένας πατέρας διαλυμένος από την εξαφάνιση της κόρης του Paige, βρίσκει στο πρόσωπο του James Nesbitt έναν ηθοποιό που κυριολεκτικά σηκώνει τη σειρά στις πλάτες του. Η Paige είναι εθισμένη στα ναρκωτικά και έχει φύγει από το σπίτι, αφήνοντας πίσω της μια οικογένεια σε μόνιμη κατάσταση πένθους. Ο Simon, κόντρα στη θέληση της συζύγου του (μια δραματικά αναξιοποίητη Minnie Driver), συνεχίζει κρυφά να την αναζητά. Όταν λαμβάνει ένα μήνυμα ότι η Paige παίζει μουσική σε ένα πάρκο, τρέχει να τη βρει. Αυτό που ακολουθεί είναι η σπίθα που βάζει φωτιά σε ολόκληρη τη σειρά: μια βίαιη σύγκρουση με τον σύντροφό της, ένα βίντεο που γίνεται viral, κι ένας φόνος που μετατρέπει το προσωπικό δράμα σε δημόσιο εφιάλτη.
Από εκεί και πέρα, το «Run Away» ανοίγει το γνωστό κουτί της Πανδώρας των Coben-ικών αφηγήσεων. Αστυνομικοί που ερευνούν χαλαρά (με τον Alfred Enoch σε ρόλο χαρισματικού αλλά αινιγματικού ντετέκτιβ), μια ιδιωτική ερευνήτρια με υπερφορτωμένο προσωπικό παρελθόν (Ruth Jones), δύο αλλοπρόσαλλοι πληρωμένοι δολοφόνοι και – φυσικά – μια μυστηριώδης αίρεση που μοιάζει να συνδέει τα πάντα. Είναι το σημείο όπου η σειρά αρχίζει να χάνει τον έλεγχο του ίδιου της του υλικού.
Αυτό που ξεκινά ως μια συγκινητική ιστορία πατρικής εμμονής και ενοχής, μετατρέπεται σταδιακά σε ένα καταιγιστικό συνονθύλευμα συμπτώσεων, αποκαλύψεων και ανατροπών, που περισσότερο κουράζουν παρά συναρπάζουν. Ο Coben γράφει με γνώμονα το κεφάλαιο: κάθε λίγες σελίδες κι ένα cliffhanger, κάθε λίγες παραγράφους κι ένα «gotcha». Στην τηλεόραση, όμως, όταν όλα αυτά στοιβάζονται σε οκτώ επεισόδια, το αποτέλεσμα μοιάζει λιγότερο σφιχτό και περισσότερο χαοτικό.
Ο Nesbitt, γνωστός από το εξαιρετικό «The Missing», παλεύει να κρατήσει τον Simon ανθρώπινο και γειωμένο, και σε μεγάλο βαθμό τα καταφέρνει. Οι υπόλοιποι χαρακτήρες, όμως, συχνά χάνονται μέσα στη φασαρία της πλοκής. Η Driver ειδικά αντιμετωπίζεται σχεδόν προσβλητικά: τραυματίζεται νωρίς και περνά το μεγαλύτερο μέρος της σειράς καθηλωμένη σε ένα νοσοκομειακό κρεβάτι, σαν αφηγηματικό βάρος και όχι ως κανονικός χαρακτήρας.

Κάθε θεατής έχει τον δικό του «Coben Meter»: εκείνο το σημείο όπου οι υπερβολές και οι ασυνέπειες παύουν να είναι διασκεδαστικές και γίνονται ανυπόφορες. Για κάποιους, ειδικά σε μια περίοδο μετα-εορταστικής νωθρότητας, το «Run Away» ίσως λειτουργήσει ως ένα ακαταμάχητο guilty pleasure, ένα θρίλερ που δεν βαριέσαι ποτέ – έστω κι αν σε εκνευρίζει συχνά. Για άλλους, θα είναι μια ακόμη απόδειξη ότι οι τηλεοπτικές μεταφορές του Coben χρειάζονται λιγότερη φλυαρία και περισσότερη προσήλωση στη λογική και την ανθρώπινη αλήθεια.
Σε κάθε περίπτωση, το «Run Away» παραμένει αυτό ακριβώς που υπόσχεται: μια σειρά για να «απενεργοποιήσεις» τον εγκέφαλο, να παρασυρθείς από την πλοκή και να φτάσεις μέχρι το τέλος σχεδόν από συνήθεια. Αν αυτό σου αρκεί, το Netflix έχει ήδη την επόμενη δόση έτοιμη για τον πρώτο μήνα του 2026.


