
Γράφει η Φανή Εμμανουήλ
Την πρόσφατη επανεπίσκεψή μου στη Bugonia συνόδευε ένας έντονος δισταγμός για το πώς θα λειτουργήσει η ταινία τώρα που γνωρίζω ήδη το φινάλε. Ωστόσο, η δεύτερη προβολή όχι μόνο δεν ανέτρεψε, αλλά ενίσχυσε την αρχική μου πεποίθηση πως πρόκειται για την πιο ολοκληρωμένη και ώριμη δουλειά του Γιώργου Λάνθιμου μέχρι σήμερα.
Σπάνια έχει νόημα να εντάσσεται ένα έργο στο συνεχές της καριέρας ενός δημιουργού, όμως εδώ η σύγκριση αναδεικνύει μια κρίσιμη επιλογή καθώς μετά την παγκόσμια επιτυχία του Poor Things, ο Λάνθιμος θα μπορούσε εύκολα να ακολουθήσει μια ασφαλή, δοκιμασμένη συνταγή για το ευρύ κοινό. Αντί γι’ αυτό, επιλέγει συνειδητά να επιστρέψει σε ένα βαθιά προσωπικό και ιδιόρρυθμο ύφος, που έχει πλέον γίνει το σήμα κατατεθέν του.
Η Bugonia βέβαια δεν αγγίζει την ακραία, σχεδόν πειραματική weirdness του Kinds of Kindness, ωστόσο διατηρεί ακέραια τη λανθιμική ιδιοσυγκρασία και την ένταση ανάμεσα στο πραγματικό και το παράδοξο, προκαλώντας την αίσθηση ενός γνώριμου κόσμου που μετατοπίζεται ανεπαίσθητα προς το ανοίκειο. Η παρουσία του Ari Aster σε ρόλου παραγωγού, είναι εμφανής, όχι μόνο αισθητικά αλλά και θεματικά, καθώς η ταινία θα μπορούσε άνετα να ενταχθεί ως υποπλοκή στο σύμπαν του Eddington. Εκεί όμως όπου ο Aster διακλαδώνει αφηγήσεις και πλήθος χαρακτήρων, ο Λάνθιμος περιορίζει τον κόσμο του σε τρεις βασικούς χαρακτήρες (από τους πέντε που είναι συνολικά credited). Έναν κόσμο εγκλωβισμένο σε ένα σχεδόν θεατρικό περιβάλλον που περιορίζεται, κυρίως μέσα σε ένα σπίτι. Η χρήση της κάμερας εδώ είναι ίσως η πιο ώριμη της φιλμογραφίας του, κλειστοφοβική, παρατηρητική, λιτή και αμείλικτα ψύχραιμη.
Η εναρκτήρια παράλληλη σεκάνς θέτει αμέσως το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο όπου συναντάμε τους δύο κεντρικούς πρωταγωνιστές. Δύο Αμερικές, δύο πραγματικότητες. Στο σπίτι της μητέρας του Teddy, εκείνος και ο ξάδερφος του Don προπονούνται, ενώ ο Teddy εκφράζει τον φόβο του για την εξάλειψη των μελισσών, την οποία αποδίδει σε εξωγήινους Ανδρομεδιανούς που, σύμφωνα με τη δική του κοσμοθεωρία, ζουν ανάμεσά μας μεταμφιεσμένοι σε ανθρώπους. Από την άλλη μεριά, στο σχεδόν αποστειρωμένο glass mansion της, η Michelle, CEO της φαρμακευτικής Auxolith- όπου ο Teddy εργάζεται ως υπάλληλος αποθήκης, ξεκινά τη μέρα της με προγράμματα ευεξίας και συνήθειες που ενισχύουν ακόμη πιο έντονα το χάσμα ανάμεσα στις δύο πλευρές αυτού του διχασμένου κόσμου. Η σκηνογραφία, χωρίς υπερβολικές εμφάσεις, αποκαλύπτει εύγλωττα την ταξική τους απόσταση.

Η απαγωγή της Michelle από τον Teddy και τον Don, την οποία θεωρούν εξωγήινη από την Ανδρομέδα, ενεργοποιεί το κεντρικό αφηγηματικό μοτίβο: το πως η πίστη είτε ως συνωμοσία είτε ως ιδεολογία, διαμορφώνει κλειστά συστήματα λογικής. Η πεποίθηση των απαγωγέων ότι η Μισέλ είναι εξωγήινη, μπορεί για εμάς να μοιάζει παρανοϊκή, αλλά μέσα στη λογική της δικής τους μικρής πραγματικότητας είναι εύλογη. Είναι επιζώντες ενός συστήματος που τους έχει καταστήσει ανίσχυρους, στερημένους από θεσμική εμπιστοσύνη, οικονομική σταθερότητα και συλλογικό νόημα. Η πίστη σε conspiracy theories είναι απλώς το υποκατάστατο που βρήκαν για να ανήκουν κάπου. Το υπόγειο όπου κρατείται η Michelle μετατρέπεται σε μικρόκοσμο με δικούς του κανόνες, τελετουργίες και ισορροπίες, ενώ η ίδια σταδιακά επιχειρεί να διαπραγματευτεί τη θέση της, ισορροπώντας ανάμεσα στην επίκληση στο συναίσθημα και τον χειρισμό. Οι μέθοδοί της λειτουργούν και πάνω στο κοινό. Μπορεί να την μισούμε για όσα πρεσβεύει αλλά παραμένει άνθρωπος, και ενστικτωδώς δεν θέλουμε να βλέπουμε κάποιον να αντιμετωπίζεται μ ’αυτόν τον τρόπο, έτσι έστω και γιια ένα διάστημα, τασσόμαστε σιωπηρά με το μέρος της.
Το ερώτημα που κυριαρχεί δεν είναι απλώς «ποιος λέει την αλήθεια;» αλλά «πώς γνωρίζουμε αυτό που γνωρίζουμε;». Το uncanny, η λεπτή μετατόπιση από το οικείο στο ανοίκειο, αποτελεί τον θεμέλιο λίθο του λανθιμικού σύμπαντος. Η κάμερα αρνείται πεισματικά να πάρει θέση ή να αποκαλύψει αυτό που το κοινό αναζητά. Εδώ η αβεβαιότητα λειτουργεί ως υπαρξιακός πυρήνας καθώς όλοι οι χαρακτήρες παλεύουν με μια κρίση νοήματος, στην οποία η βία αναδεικνύεται ως απόπειρα επιβολής κάποιου νοήματος πάνω στο χάος.
Το φινάλε αποκαλύπτει πως το πραγματικό twist δεν είναι η αληθινή ταυτότητα της Michelle, αλλά το εύρος του πειράματος στο οποίο συμμετέχουν χαρακτήρες και θεατές. Η ανατροπή, η οποία επιβεβαιώνει πως η Michelle είναι πράγματι η αυτοκράτειρα της Ανδρομέδας, μετατοπίζει το ενδιαφέρον από τον ρεαλισμό στην αλληγορία μιας και η ανθρωπότητα παρουσιάζεται ως αποτυχημένο πείραμα, ανίκανο να σωθεί από τον ίδιο του τον εαυτό. Η τελική εξόντωσή του πλανήτη μας, είναι ένα από τα πιο τολμηρά φινάλε που έχει επιχειρήσει ποτέ ο Λάνθιμος. Όταν η Michelle θέτει σε κίνηση τον αφανισμό της Γης σπάζοντας μια φούσκα πάνω από ένα ομοίωμα του πλανήτη, προκαλώντας έτσι τον άμεσο θάνατο κάθε ανθρώπου, όπου κι αν βρίσκεται, στη μέση της καθημερινότητάς του. Στις τελευταίες σκηνές βλέπουμε ανθρώπινα σώματα παντού, η φύση όμως μένει άθικτη και οι μέλισσες αλώβητες, σαν μια ειρωνική αποκατάσταση της τάξης μετά την ανθρώπινη ύβρη.
Η Bugonia είναι μια ταινία που λειτουργεί σε πολλαπλά επίπεδα, ως σάτιρα, ως ψυχολογικό δράμα, ως πολιτική αλληγορία, ως υπαρξιακό θρίλερ. Πάνω απ’ όλα, όμως, αποτελεί μια θαρραλέα υπενθύμιση ότι ο Λάνθιμος παραμένει πιστός σε μια δημιουργική πορεία που προκρίνει την καλλιτεχνική συνέπεια έναντι της προβλέψιμης επιτυχίας.


