HomeCinemaSpecial screeningΣινεματογράφος: Έρωτας, Πολιτική και Αυνανισμός στην 7η...

Σινεματογράφος: Έρωτας, Πολιτική και Αυνανισμός στην 7η Τέχνη

Amici Miei:
Πότε τελειώνει το αστείο;


“Οι Εντιμότατοι
Φίλοι Μου, η ευρέως γνωστή Ιταλική τριλογία αποτελεί ωδή στη “σκανταλιά και
την “φάρσα. Η κάμερα ακολουθεί μία παρέα μεσήλικων που βρίσκονται με σκοπό να γελοιοποιήσουν τους γύρω τους, φίλους και αγνώστους.
Παρότι δεν είναι όλες οι ταινίες τόσο πετυχημένες όσο η πρώτη που βγήκε το
1975, η τριλογία έχει να περηφανεύεται για ένα εξαιρετικά ένθερμο κοινό αλλά και
μία θέση στο κωμικό “Πάνθεον ως μία από τις μεγαλύτερες εμπορικές επιτυχίες
της εποχής της.

Ο δημιουργός της
πρώτης ταινίας, ο βραβευμένος με Όσκαρ, Χρυσό Φοίνικα και Χρυσή Σφαίρα Πιέτρο
Τζέρμι, βάσισε την κωμικοτραγική ιστορία των πλακατζίδων μεσήλικων που χλεύαζαν
τον θάνατο, πάνω σε προσωπικές αναμνήσεις που είχε με φίλους του. Με μία
ειρωνεία της τύχης, ο Τζέρμι πέθανε λίγο πριν τα γυρίσματα και η ταινία ανατέθηκε
από τον ίδιο στον Μάριο Μονιτσέλι. Ύστερα από την επιτυχία της πρώτης,
ακολούθησαν η δεύτερη και η τρίτη. Μετά από χρόνια, το 2011 ακολούθησε ένα
αποτυχημένο remake
που ξεχάστηκε γρήγορα και από το '75 μέχρι σήμερα, η πρωτότυπη τριλογία έχει
εμπνεύσει άπειρα άσματα και φόρους τιμής στο όνομα της.

Οι ταινίες και
κυρίως η πρώτη, λατρεύτηκαν από το κοινό διότι απεικόνιζαν μέσω των
πρωταγωνιστών τους αυτό το άναρχο στοιχείο που κρύβουμε μέσα μας. Την ανάγκη να
σπάσουμε την νόρμα όχι για κάποιο μεγαλεπήβολο ή σπουδαίο λόγο αλλά μόνο για να
την διαταράξουμε και να δούμε τι θα γίνει, να την γελοιοποιήσουμε, να σηκώσουμε
την φούστα της δασκάλας για να δούμε πως θα αντιδράσει ή να χαστουκίσουμε τον
κόσμο στο τραίνο για να δούμε τους επιβάτες να χάνουν την ψυχραιμία τους σε
κάτι τόσο απρόβλεπτο. Για ένα αστείο, για να γελάσουμε με τον ίδιο τρόπο που
γελάνε τα παιδιά και νιώθουν ελεύθερα, πριν βρεθούν ενώπιον των συνεπειών τους,
διότι αυτό που στοιχειοθετεί κάθε πετυχημένο αστείο είναι η εναντίωση στους
κανόνες.

Οι φάρσες θυμίζουν
κάτι από Monty Python,
μία άλλη περίπτωση γελοιότητας ενάντια στον καθωσπρεπισμό. Σαφώς λοιπόν, πρέπει
οι κεντρικοί χαρακτήρες μας να είναι μέσης ηλικίας, διότι ξέρουν τι θα πει
νόρμα και κανόνες καλύτερα από τον καθένα. Έχουν να χάσουν τα πάντα άμα τη
σπάσουν και τολμούν να ρισκάρουν τα πάντα γνωρίζοντας ότι τίποτα δεν αξίζει αν
δεν έχει κανείς την ελευθερία να γελάσει μαζί του. Περιστοιχίζονται από ένα
αμιγώς σάπιο και άχρωμο περιβάλλον, όπου ακόμα και οι νέοι είναι συντηρητικοί,
συμβιβασμένοι και επικριτικοί για αυτό και η παρέα ενθαρρύνει την περιφρόνηση
των γύρω όταν εκείνοι νιώθουν αυτές τις νόρμες να ταράζονται. Οι φάρσες (ενίοτε
χοντρές) των συντελεστών γελοιοποιούν τα πρότυπα της κοινωνίας για να
υποδείξουν πόσο πραγματική φάρσα είναι η ίδια η κοινωνία.

Το
Γέλιο, ας πλατειάσομε λίγο.


Η σχέση μας με το
γέλιο ήταν ανέκαθεν ιερή και θυσιάζονταν πλήθος αξιών, ιερών και όσιων στον
βωμό της Σάτιρας και του παραλόγου για να γελοιοποιηθούν, να ειρωνευτούν, ακόμα
και να ισοπεδωθούν τα πάντα, από τον καιρό του Αριστοφάνη, είχε συνέπειες,
κυρίως αισθητικές αλλά και κοινωνικές, ειδικά όταν οι επόμενες γενιές μάθαιναν
το αστείο πριν μάθουν το αντικείμενο.

Παρόλα αυτά, όπως λέμε “θα μας κάψει ο
Θεός που γελάσαμε πάλι εννοώντας πόσο λίγο μας πειράζει, η ανθρωπότητα
αντιμετώπιζε αυτό το τίμημα με εξαιρετική προθυμία χάριν ενός πονηρού
μειδιάματος, ενός κρυφού χαχανιτού ή ενός νευρικού γέλιου που τα ισοπέδωνε όλα
και δεν έλεγε να φύγει. Το γέλιο σπάει τους κανόνες και αυτό το δικαίωμα κατά
καιρούς, φάνηκε να το υπερασπιζόμαστε όσο λίγα.

Από την λογοκρισία
της σάτιρας στην Βασιλική Αγγλία μέχρι το ομαδικό “τρολάρισμα του internet που
κατέληξε ένα μέρος του να οδηγεί στο “Hacktivism, ο βαθμός που ξενερώνει ο άνθρωπος όταν ο
αντίποδας δεν παίρνει από αστεία είναι υπερβάλλων, πόσο μάλλον όταν ξαφνικά του
τα απαγορεύει. Λες και το γέλιο και το παράλογο είναι το σημαντικότερο δικαίωμα
που έχει, λες και η απουσία της φάρσας ή της πλάκας ξυπνάει μέσα του το άδικο
πιο έντονα από το οτιδήποτε. Αν επιστρέψουμε στο παράδειγμα του “Amici Mei ίσως αυτό βγάζει μία
λογική, διότι μας υποδεικνύει ότι τίποτα δεν μας συνδέει περισσότερο με την
παιδικότητα μας, από το να γελάμε με πράγματα που μας απαγορεύουν και σαφώς,
τίποτα δεν μας είναι πιο ιερό από αυτήν την παιδικότητα. Είναι ασφαλές να
συμπεράνουμε λοιπόν ότι το χιούμορ δεν τα πάει καλά με εδραιωμένες καταστάσεις
που δεν επιδέχονται κοροϊδίας, διότι αυτός ακριβώς είναι ο σκοπός του παιδιού,
να ταρακουνήσει τα σταθερά νερά. Δηλαδή μάλλον αυτό τα πάει περίφημα μαζί τους,
αλλά εκείνα όχι τόσο μαζί του. Όταν λοιπόν ένα κοινωνικό καθεστώς χάνει την
αίσθηση του χιούμορ του, είναι η μεγαλύτερη υπόδειξη πως κάτι δεν πάει καλά και
μάλλον ήρθε η ώρα του να πέσει. Μία περίφημη φράση του John Lennon έλεγε
“μην πολεμάτε τους εχθρούς σας με την βία που γνωρίζουν αλλά με κάτι που δεν
γνωρίζουν: την βία και το χιούμορ. Ένα ωραίο παράδειγμα επ' αυτού είναι το
λογοτεχνικό “Αστείο του Κούντερα, όταν μία φράση στάθηκε αφορμή για την
εκδίωξη του συγγραφέα από το Κομμουνιστικό Καθεστώς της Πράγας για να καταλήξει
ύστερα ο συγγραφέας να καταγγέλλει με επί σειρά αναγνωσμάτων, το Κομμουνιστικό
Καθεστώς συνολικά, διότι πολύ απλά δεν δέχτηκε το αστείο. Ήταν ψηλότερο του
γέλιου και στο νεανικό σκανταλιάρικο μυαλό, τίποτα δεν θα' έπρεπε να είναι
ψηλότερο του γέλιου. Το θέμα είναι καθαρά ψυχολογικό. Κατά το παιδί που
κρίνουμε μέσα μας, όταν δεν έχεις την ικανότητα να γελάσεις με τον εαυτό σου,
αξίζεις ακόμα μεγαλύτερη καζούρα και άμα δεν επιδέχεσαι καζούρα το πράγμα
σοβαρεύει. Στον νεότερο δυτικό κόσμο, το να λογοκρίνεις την αλήθεια είναι κάτι
που ο κόσμος φαίνεται να ανέχεται, το να λογοκρίνεις το γέλιο ενεργοποιεί μία
βόμβα έτοιμη να εκραγεί πάνω σου.

Όλο αυτό αφορά στον
κινηματογράφο και στην τηλεόραση διότι το αστείο είναι το ήμισυ του entertainment αλλά
ακόμα περισσότερο, αφορούν στον χώρο που λειτουργεί εκτός entertainment.
Το “Amici Miei είναι επιτυχημένο και
ευρέως αγαπητό διότι οι ήρωες του δεν επιθυμούν σπουδαίες καταστάσεις ή
επαναστατικές ιδέες αλλά και δεν επιθυμούν να θίξουν, ακόμα και αν είναι ενίοτε
ξεδιάντροποι. Επιθυμούν να είναι παιδιά και αυτό από μόνο του, είναι μία πράξη
σπουδαία που κερδίζει τον θεατή διότι επιθυμεί ο θεατής το ίδιο. Αυτή άλλωστε
είναι μία από τις αξίες της φάρσας και της σάτιρας: το να γελάμε με την
δυστυχία μας, με το γεγονός ότι μεγαλώσαμε.

Πότε λοιπόν,
τελειώνει το αστείο; Πότε είναι άστοχο και χάνει το γούστο του; Ίσως το
πραγματικό αστείο τελειώνει όταν παύει να είναι παιδικό. Προφανώς όταν γίνεται
κακεντρεχές, διότι σκοπός του είναι να ενοχλεί τα κοινωνικά κόμπλεξ και όχι να
τα εγκαθιδρύει, όπως κάνουν αρκετές εμπορικές κωμωδίες σήμερα. Το πιο
αποτυχημένο αστείο όμως, που έχει χρησιμοποιηθεί συχνά στην ιστορία του
κινηματογράφου και της τηλεόρασης, είναι εκείνο που αντί να πηγαίνει εναντίον
της εδραιωμένης κατάστασης, γίνεται μέρος της για να την αντιπροσωπεύσει. Και αυτό
δεν έχει καθόλου γούστο.

Related stories

Ο πρώτος ηλεκτρικός ανεμιστήρας που εμφανίστηκε στην Eλλάδα

Αργύρης Τσιάπος Όταν η πολλή ζέστη καθιστά το σπίτι δύσκολα...

Τέσσερις ιστορίες Ελλήνων ηθοποιών που κλέφτηκαν για να ζήσουν τον έρωτά τους

Αργύρης Τσιάπος Τα παλιά κακά χρόνια, τότε που οι γονείς...

Τα παιδικά μου καλοκαίρια στην Καλλικράτεια: Στα κεραμίδια της κυρίας Κωνσταντίας

Θυμάται και γράφει ο Χρήστος Σατανίδης Τα παιδικά μου καλοκαίρια,...

Βιβλιοπρόταση: Όσιν Φέιγκαν “Νόμπερ”

Βιβλιοπρόταση: Όσιν Φέιγκαν "Νόμπερ" (μετάφραση: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου) , Eκδόσεις:...