HomeMind the artΒιβλίοΈνας δημοκράτης που δε ζούσε απ’ τη...

Ένας δημοκράτης που δε ζούσε απ’ τη Δημοκρατία

Είμαστε
όλοι παιδιά του Τύπου, εκεί κερδίσαμε τα πρώτα γαλόνια μας. Η δημοσιογραφία
δάμασε το ύφος μας και μας προμήθευσε τα περισσότερα στοιχεία μας. Χρειάζεται
απλώς να διαθέτει κανείς αρκετά καλά νεφρά ώστε να χρησιμοποιεί τον Τύπο αντί
να χρησιμοποιείται από αυτόν. Πρέπει να βρει την προσωπικότητά του. Πρόκειται
άλλωστε για πρακτικά μαθήματα που οι πιο ενεργητικοί πληρώνουν πολύ ακριβά.
Μιλάω για μένα τον ίδιο, που έχω συχνά καταραστεί τη δημοσιογραφία –τόσο
τσουχτερές είναι οι πληγές της. Πόσες φορές δεν υιοθέτησα χωρίς να το ξέρω τις
κατηγορίες των πρεσβυτέρων μου! Η δουλειά του δημοσιογράφου είναι η έσχατη
κατάντια· καλύτερα να μαζεύει κανείς τη λάσπη απ’ τους δρόμους ή να σπάζει
πέτρες, παρά να επιδίδεται σε δουλειές τόσο χυδαίες και ρυπαρές. Οι μομφές
αυτές μου ξανάρχονταν κάθε φορά που η αηδία μού ανέβαινε στο λαιμό, μπροστά σε
κάποια βρωμιά που ανακάλυπτα. Στον Τύπο, συμβαίνει να πέφτουμε κατ’ αυτόν τον
τρόπο σε τέλματα ηλιθιότητας και κακοπιστίας. Είναι η άσχημη και αναπόφευκτη
πλευρά. Βρωμίζεσαι, πληγώνεσαι, κατασπαράζεσαι, χωρίς να μπορείς να πεις
ακριβώς αν πρέπει να τα βάλεις με τη βλακεία ή με την ηλιθιότητα των ανθρώπων.


Η δικαιοσύνη, κάτι τέτοιες μέρες, σου φαίνεται οριστικά νεκρή· ονειρεύεσαι να
αυτοεξοριστείς στο βάθος ενός ερμητικά κλειστού γραφείου, όπου δεν θα εισβάλλει
κανένας εξωτερικός θόρυβος κι όπου θα γράφεις εν ειρήνη, μακριά από ανθρώπους,
ανιδιοτελή έργα. Αλλά η οργή και η αηδία περνάνε, ο Τύπος παραμένει
παντοδύναμος. Ξαναγυρνάμε σ’ αυτόν όπως στις παλιές μας αγάπες. Είναι η ζωή, η
δράση, ό,τι πιο μεθυστικό και θριαμβικό. Όταν το εγκαταλείπουμε δεν μπορούμε να
ορκιστούμε πως θα’ ναι για πάντα, γιατί συνιστά μια δύναμη της οποίας η ανάγκη
διατηρείται μέσα μας, απ’ τη στιγμή που προσμετρήσαμε το μέγεθός της. Όσο κι αν
σ’ έχει σύρει στη λάσπη, όσο βλακώδης και αναξιόπιστος κι αν είναι συχνά,
παραμένει μολοντούτο ένα απ’ τα πιο κοπιώδη και αποτελεσματικά εργαλεία του
αιώνα μας κι όποιος τεθεί με γενναιότητα στην υπηρεσία της σύγχρονης εποχής,
όχι μόνο δεν του κρατά μνησικακία, αλλά ξαναγυρίζει σ’ αυτόν για να του ζητήσει
όπλα, κάθε φορά που χρειάζεται να αγωνιστεί.

Το παραπάνω απόσπασμα προέρχεται από
το άρθρο με το οποίο αποχαιρετούσε όχι μόνο τους αναγνώστες του αλλά και τη
μαχόμενη δημοσιογραφία. Είχε ήδη συμπληρώσει δεκαπέντε χρόνια δουλειάς σε
διάφορες εφημερίδες της πρωτεύουσας και ασφαλώς είχε περάσει από όλα τα
προβλεπόμενα πόστα: από τις αγγαρείες, τις μικρές αγγελίες, την αλληλογραφία
της Βουλής ως το καθημερινό χρονογράφημα. Τώρα πια, τον Σεπτέμβριο του 1881 και
καθώς πλησίαζε στην ηλικία των σαράντα ενός ετών, αισθάνθηκε πως η συνεργασία
του με την εφημερίδα Figaroείχε πια ολοκληρωθεί.
Σκοπός του ήταν να αφοσιωθεί στη μεγάλη του αγάπη, τη λογοτεχνία. Πράγματι,
υπήρξε ένας από τους πιο παραγωγικούς και πιο πολυδιαβασμένους συγγραφείς της
εποχής του, που μπορούσε να επιβιώνει από τα βιβλία του.

Όπως ο ίδιος
περιέγραφε τον εαυτό του, ήταν ένας
δημοκράτης που δε ζούσε απ’ τη Δημοκρατία. Απ’ τη στιγμή που μας διακατέχει
κάποια ανάγκη ή φιλοδοξία, ανήκουμε στον πρώτο τυχόντα. Αν κρίνετε με πάσα
ειλικρίνεια ορισμένα πολιτικά πρόσωπα, κλείνετε όλες τις πόρτες μπροστά σας· αν
τολμήσετε να φωτίσετε την αλήθεια σε οποιοδήποτε ζήτημα, έρχεστε αντιμέτωπος με
κάποιο ισχυρό κόμμα. Απ’ τη στιγμή όμως που δεν τρέφεις καμιά φιλοδοξία, δεν
έχεις ανάγκη κανένα για να επιβιώσεις, αυτομάτως τα χαλινάρια πέφτουν,
πορεύεσαι ελεύθερα, όπως σου κάνει κέφι, δεξιά, αριστερά, με τη γαλήνια χαρά
της ξανακερδισμένης ατομικότητάς σου.

Όμως το Νοέμβριο του 1897, δεκαέξι
χρόνια και δεκατέσσερα βιβλία μετά την αποχώρησή του από τη Figaro, επανήλθε με τρία αλλεπάλληλα
εβδομαδιαία δημοσιεύματα. Αφορμή για την επάνοδό του στην αρθρογραφία στάθηκε η
ιστορική πλέον υπόθεση Ντρέιφους, την αθωότητα του οποίου υποστήριζε με πολύ μεγάλο ενθουσιασμό και η
ίδια η διεύθυνση της εφημερίδας. Ωστόσο, η ραγδαία πτώση κυκλοφορίας της Figaro –καθώς άρχισε να
χάνει μεγάλη μερίδα του αναγνωστικού κοινού της από τους σοβινιστικούς,
αντισημιτικούς κύκλους της εποχής– τον υποχρέωσε να δημοσιεύσει το τελικό του
άρθρο στη LAuroreτου Ζορζ Κλεμανσό, ο
οποίος το δημοσίευσε εξάστηλο στην πρώτη σελίδα, δίνοντάς του τον τίτλο
«Κατηγορώ».

Τον έλεγαν Εμίλ Ζολά.


Emile Zola

«Μισώ –Οι Παθογένειες της
Δημοκρατίας»

Μετφ. & Προλεγόμενα: Αλέξανδρος
Βέλιος

(Ροές”,
Αθήνα 2009 )

Related stories

Ο πρώτος ηλεκτρικός ανεμιστήρας που εμφανίστηκε στην Eλλάδα

Αργύρης Τσιάπος Όταν η πολλή ζέστη καθιστά το σπίτι δύσκολα...

Τέσσερις ιστορίες Ελλήνων ηθοποιών που κλέφτηκαν για να ζήσουν τον έρωτά τους

Αργύρης Τσιάπος Τα παλιά κακά χρόνια, τότε που οι γονείς...

Τα παιδικά μου καλοκαίρια στην Καλλικράτεια: Στα κεραμίδια της κυρίας Κωνσταντίας

Θυμάται και γράφει ο Χρήστος Σατανίδης Τα παιδικά μου καλοκαίρια,...

Βιβλιοπρόταση: Όσιν Φέιγκαν “Νόμπερ”

Βιβλιοπρόταση: Όσιν Φέιγκαν "Νόμπερ" (μετάφραση: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου) , Eκδόσεις:...