Γράφει η Φανή Εμμανουήλ
Υπάρχουν καλλιτέχνες που ανεβαίνουν στη σκηνή για να παίξουν τα τραγούδια τους και υπάρχουν καλλιτέχνες για τους οποίους η σκηνή είναι από μόνη της μέρος του έργου. Η Peaches ανήκει ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία.

Περισσότερο από 25 χρόνια μετά την κυκλοφορία του The Teaches of Peaches, η Καναδή καλλιτέχνιδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τη μουσική, το σώμα, το σεξ και την πολιτική ως κομμάτια της ίδιας ακριβώς πρότασης. Το electroclash και το electropunk είναι η βάση, αλλά ποτέ δεν ήταν ολόκληρη η ιστορία. Από την αρχή της καριέρας της, η Peaches χρησιμοποίησε την υπερβολή, την πρόκληση και το χιούμορ για να αμφισβητήσει όσα θεωρούμε «φυσιολογικά» γύρω από το φύλο, τη σεξουαλικότητα και το σώμα.
Για μερικούς μια εμφάνισή της μπορεί αρχικά να προκαλέσει αμηχανία. Ιδίως σε ένα φεστιβάλ, όπου το κοινό μπορεί να έχει έρθει για εντελώς διαφορετικούς λόγους, το να βρεθεί ξαφνικά απέναντι σε μια performer που δεν έχει κανένα απολύτως ενδιαφέρον να αυτολογοκριθεί είναι μια εμπειρία έντονη, συχνά αστεία και μερικές φορές σχεδόν άβολη. Αλλά η Peaches δεν βρίσκεται εκεί απλώς για να σοκάρει. Η πρόκληση είναι η γλώσσα της.
Το τελευταίο απόγευμα του MEO Kalorama, σε ένα time slot που έκανε όσους γνωρίζουν την μουσική της να απορούν γιατί θα εμφανιστεί τόσο νωρίς, η Peaches ανέβηκε στη σκηνή και από τα πρώτα λεπτά έγινε σαφές ότι αυτό δεν επρόκειτο να είναι ένα ακόμη ηλεκτρονικό live.
Οι ωμές ηλεκτρονικές μπασογραμμές και τα beats έδιναν στο κοινό όλο το απαραίτητο υλικό για να χορέψει, όμως η ίδια χρησιμοποιούσε τη μουσική περισσότερο ως κινητήρα παρά ως αυτοσκοπό. Το πραγματικό κέντρο της εμφάνισης ήταν η παρουσία της.
Η Peaches κινείται στη σκηνή σαν να μην υπάρχει κανένας λόγος να αποδεχτεί τους κανόνες της. Η αισθητική της ακροβατεί ανάμεσα στο burlesque, το punk, το drag και την performance art, ενώ το σώμα της βρίσκεται διαρκώς στο επίκεντρο. Άλλοτε με κοστούμια και άλλοτε με ένα outfit που προσομοιάζει στη γυμνότητα, η εικόνα δεν λειτουργεί ως απλή σεξουαλική πρόκληση. Είναι δήλωση.
Στις μπλούζες της εμφανίζονται συνθήματα όπως «Gay for Palestine», «Trans Rights Now» και «Queer the Rich», μετατρέποντας τη σκηνή σε χώρο πολιτικής διεκδίκησης. Η Peaches δεν αφήνει την πολιτική έξω από το πάρτι. Την βάζει μέσα στο πάρτι και την κάνει μέρος της διασκέδασης.
Κι αυτό είναι που κάνει την εμφάνισή της τόσο διαφορετική από μια απλή «προκλητική» συναυλία. Η πρόκληση δεν υπάρχει για την πρόκληση. Υπάρχει επειδή η Peaches, ακόμα και στα 60 της εξακολουθεί να χρησιμοποιεί το σώμα της για να αποδείξει πως η σεξουαλικότητα και η ταυτότητα μπορούν να αποτελέσουν πολιτικές πράξεις.

Η ίδια, άλλωστε, έχει μιλήσει ανοιχτά για το πώς έχει αλλάξει η σχέση της με το σώμα της μεγαλώνοντας. Αντί η ηλικία να λειτουργήσει ως λόγος για να περιορίσει την έκθεσή του, η ίδια αισθάνεται ακόμη μεγαλύτερη ανάγκη να το δείξει, ακριβώς επειδή είναι πλέον μεγαλύτερο. Σε μια ποπ κουλτούρα που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει το γυναικείο σώμα ως αποδεκτό μόνο μέσα σε συγκεκριμένα όρια ηλικίας, η δική της επιμονή να εμφανίζεται στη σκηνή χωρίς να κρύβει τίποτα αποκτά μια επιπλέον πολιτική διάσταση. Το σώμα της δεν είναι πλέον απλώς εργαλείο πρόκλησης, είναι μια άρνηση να αποδεχτεί ότι η επιθυμία, η σεξουαλικότητα και η ελευθερία έχουν ημερομηνία λήξης.
Τα τραγούδια από το No Lube So Rude, την πρώτη νέα δισκογραφική της δουλειά μετά από περισσότερο από μία δεκαετία, έδωσαν τον βασικό κορμό της εμφάνισης. Τα «Hanging Titties», «Fuck Your Face», «Not in Your Mouth None of Your Business» και «Take It» ακούστηκαν σαν να γράφτηκαν ακριβώς για αυτή τη στιγμή: ωμά, χυδαία, αστεία και απολύτως αδιάφορα για το αν κάποιος θα θεωρήσει τη γλώσσα τους υπερβολική.
Και φυσικά, η Peaches δεν περιορίστηκε στη σκηνή. Κάποια στιγμή άφησε το ασφαλές όριο ανάμεσα σε performer και κοινό και βρέθηκε κυριολεκτικά πάνω από τα κεφάλια του. Περπάτησε πάνω στα χέρια του κόσμου, έκανε crowdsurfing και άφησε το κοινό να γίνει μέρος της ίδιας της performance. Είναι μια εικόνα που ταιριάζει απόλυτα στη λογική της: αν το σώμα είναι πεδίο ελευθερίας, τότε δεν υπάρχει λόγος να παραμένει ακίνητο πάνω σε μια σκηνή.
Και όταν πλέον νόμιζες ότι η εμφάνιση είχε φτάσει στο σημείο όπου δεν μπορεί να γίνει πιο απρόβλεπτη, εμφανίστηκε ο Brendan Yates.Ο τραγουδιστής των Turnstile, οι οποίοι ήταν προγραμματισμένο να εμφανιστούν μερικές ώρες αργότερα στην ίδια σκηνή, ανέβηκε στη σκηνή για ένα αναπάντεχο mini-ντουέτο στο «Fuck the Pain Away», ίσως το πιο αναγνωρίσιμο τραγούδι της Peaches και ένα από τα κομμάτια που έχουν καθορίσει την εικόνα της εδώ και περισσότερο από δύο δεκαετίες.
Η συνάντηση ήταν τόσο απρόσμενη όσο και απολύτως λογική. Από τη μία, η electro-punk αισθητική της Peaches. Από την άλλη, η hardcore ενέργεια των Turnstile. Δύο διαφορετικές εκδοχές μιας ίδιας λογικής: η μουσική ως σωματική απελευθέρωση.

Το κοινό, φυσικά, δεν χρειάστηκε ιδιαίτερη προετοιμασία. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, το Kalorama είχε ήδη παραδοθεί στη Peaches. Κλείνοντας με το «No Lube So Rude», η Peaches απέδειξε γιατί εξακολουθεί να έχει θέση στα μεγαλύτερα φεστιβαλικά stages, ακόμη και όταν το υπόλοιπο πρόγραμμα κινείται σε πολύ διαφορετικές μουσικές κατευθύνσεις καθώς η εμφάνισή της δεν χρειάζεται να χωρέσει κάπου. Ούτε μουσικά ούτε αισθητικά.
Η Peaches παραμένει μια καλλιτέχνιδα που αντιμετωπίζει την performance σαν χώρο ελευθερίας και τη μουσική σαν εργαλείο για να διεκδικήσει αυτή την ελευθερία. Και όσο περισσότερο το περιβάλλον γύρω της μοιάζει να επιστρέφει σε συντηρητικά αντανακλαστικά, τόσο περισσότερο η δική της επιμονή αποκτά νόημα. Σχεδόν στα 60 της, θα ήταν εύκολο να έχει κάνει πίσω. Να έχει μαλακώσει την εικόνα της. Να έχει αφήσει πίσω της την ανάγκη να προκαλεί. Δεν το έκανε.
Αντίθετα εμφανίστηκε στο MEO Kalorama σαν να μην πέρασε ούτε μία μέρα από τότε που το The Teaches of Peaches έβαζε φωτιά στις συμβάσεις γύρω από το φύλο και τη σεξουαλικότητα. Και, για περίπου μία ώρα στο τελευταίο απόγευμα του MEO Kalorama, κατάφερε να κάνει ένα ολόκληρο φεστιβάλ να κινηθεί στον δικό της ρυθμό.



