HomeCinema6o Thessaloniki Free Short Festival - Οι...

6o Thessaloniki Free Short Festival – Οι δημιουργοί των ταινιών στον Εξώστη

(Μέρος 1ο – Διεθνές Διαγωνιστικό)

Το 6ο Thessaloniki Free Short Festival θα πραγματοποιηθεί την Πέμπτη 15 Οκτωβρίου στον Πολυχώρο WE (Λεωφόρος 3ης Σεπτεμβρίου 3 & Γρηγορίου Λαμπράκη, Θεσσαλονίκη / πλησίον του σταθμού μετρό «Πανεπιστήμιa») από τις 20:00 έως τις 23:30. Κατά τη διάρκεια του φεστιβάλ θα προβληθούν οι 12 Επίσημες Επιλογές (6 Ελληνικές και 6 Διεθνείς ταινίες μικρού μήκους), καθώς και ακόμη 3 ταινίες μικρού μήκους και 3 μουσικά Video Clip, σε συνεργασία με το Γαλλικό Φεστιβάλ ταινιών Hallucinea Film Festival.

ΕΙΣΟΔΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗ 

Οι 12 ταινίες μικρού μήκους που θα προβληθούν, είναι όλες δημιουργίες στα πλαίσια των κινηματογραφικών σπουδών των δημιουργών τους. Σ’ αυτό το πρώτο μέρος των συνεντεύξεων, οι δημιουργοί των ταινιών που συμμετέχουν στο Διεθνές φοιτητικό διαγωνιστικό μίλησαν στον Εξώστη:

  1. Song Of Silence

Σύνοψη: Τοποθετημένο στην Αμερική του 2071, μετά το τέλος του Τρίτου Παγκοσμίου Πολέμου, το Song of Silence ακολουθεί την Γκρέτα, τη μητριαρχική μορφή μιας κοινότητας γυναικών που δεν μπορούν να μιλήσουν και η οποία έχει ανασυγκροτηθεί μετά την κατάρρευση ενός ακραίου πατριαρχικού συστήματος. Όταν ο γιος της επιστρέφει από το μέτωπο, η Γκρέτα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια αδύνατη επιλογή, μια απόφαση που δοκιμάζει τόσο την αγάπη της για εκείνον όσο και τις αρχές που έχει ορκιστεί να υπερασπιστεί.

Σκηνοθεσία: Vasilisa Kuzmina

Σενάριο: Vasilisa Kuzmina, Daisy Anderson

Πρωταγωνιστούν: Deanne Bray, Sophia Morales, Grisha Dobrygin

Παραγωγός: Qiuping Han

Πανεπιστήμιο: American Film Institute

Χώρα: Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής (Η.Π.Α.)

Βραβεία στο Thessaloniki Free Short Festival 2026: Καλύτερη Φοιτητική Ταινία Μικρού Μήκους (Διεθνές Διαγωνιστικό), Καλύτερη Φωτογραφία (Διεθνές Διαγωνιστικό), Καλύτερη Γυναικεία Ερμηνεία (Διεθνές Διαγωνιστικό).

Για την ταινία Song of Silence μάς μίλησε η Qiuping Han, Κινέζα παραγωγός κινηματογράφου και ιδρύτρια της Bombax Films. Σπούδασε διεύθυνση φωτογραφίας στην Ακαδημία Κινηματογράφου του Πεκίνου και απέκτησε μεταπτυχιακό τίτλο (MFA) στην Παραγωγή από το AFI Conservatory. Δραστηριοποιείται επαγγελματικά τόσο στην Κίνα όσο και στις Ηνωμένες Πολιτείες, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στις διεθνείς συνεργασίες και σε ιστορίες με επίκεντρο τις γυναίκες.

Στο Song of Silence ανέλαβε την παραγωγή, με τη βασική δημιουργική ομάδα της ταινίας να αποτελείται αποκλειστικά από γυναίκες και το καστ από Κωφούς ηθοποιούς. Η ταινία προβλήθηκε, μεταξύ άλλων, στο Fantasia International Film Festival και στο Brussels International Fantastic Film Festival, ενώ απέσπασε το Industry Choice Award στο Dances With Films New York.

Έχει επίσης αναλάβει την παραγωγή της παιδικής ταινίας επιστημονικής φαντασίας Our Space, ενώ αυτή την περίοδο εργάζεται πάνω στην κινηματογραφική διασκευή του μυθιστορήματος A Thread of Sky της Deanna Fei.

Η ταινία σας δημιουργήθηκε ενώ ακόμη σπουδάζατε ή σε μια περίοδο κατά την οποία διαμορφώνατε την ταυτότητά σας ως κινηματογραφίστρια. Τι σας ενέπνευσε να αφηγηθείτε τη συγκεκριμένη ιστορία και τι πιστεύετε ότι αποκαλύπτει για εσάς ως ανερχόμενο δημιουργό;

Ζούμε σε έναν ταραχώδη κόσμο. Γίνεται συχνά λόγος για την τοξική αρρενωπότητα, όμως θέλαμε να εξερευνήσουμε και το πώς οι ίδιες οι γυναίκες μπορούν να αναπαράγουν τοξικά πρότυπα συμπεριφοράς. Σε αυτό το καταφύγιο βλέπουμε μια ομάδα γυναικών να αναζητούν τρόπους να εκφραστούν μέσα από τη γλώσσα. Οι άνδρες έχουν απομακρυνθεί από αυτή την κοινωνία, όμως ακόμη κι όταν ο κόσμος έχει φτάσει στα πρόθυρα ενός τρίτου παγκόσμιου πολέμου, οι γυναίκες μπορούν να επαναλάβουν τα ίδια λάθη.

Δεν θέλαμε ούτε να εξιδανικεύσουμε τις γυναίκες ούτε να παρουσιάσουμε μια απλουστευμένη εκδοχή του φεμινισμού. Μέσα σε ένα περιβάλλον σχεδόν αδύνατο να διατηρηθεί, βαθιά διαλυμένο και δυσλειτουργικό, θέλαμε να αναδείξουμε την ποικιλομορφία και την πολυπλοκότητα των γυναικών.

Γι’ αυτό και αποφασίσαμε από πολύ νωρίς ότι η βασική δημιουργική μας ομάδα θα αποτελούνταν αποκλειστικά από γυναίκες. Το μεγαλύτερο μέρος του συνεργείου μας ήταν επίσης γυναίκες. Επειδή οι χαρακτήρες της ταινίας έχουν χάσει τη γλώσσα τους, θέλαμε ακόμη το καστ να αποτελείται αποκλειστικά από Κωφούς ηθοποιούς. Οι συγκεκριμένοι ηθοποιοί υποδύονταν χαρακτήρες που στο παρελθόν ήταν ακούοντες, κάτι που αποτελούσε μια εντελώς καινούργια εμπειρία για εμάς. Δώσαμε προτεραιότητα στους Κωφούς ηθοποιούς κατά τη διαμόρφωση της αφήγησης και συνεργαστήκαμε με τον σύμβουλο Αμερικανικής Νοηματικής Γλώσσας Douglas Ridloff, ώστε κάθε στάδιο της διαδικασίας να αποδίδεται με αυθεντικότητα.

Νομίζω ότι αυτό λέει κάτι και για εμάς ως ανερχόμενες δημιουργούς: ήμασταν μια ομάδα πρόθυμη να αναλάβει προκλήσεις. Παρά τους πολύ περιορισμένους πόρους που διαθέταμε, προσπαθήσαμε να διευρύνουμε τα δημιουργικά μας όρια και να εξερευνήσουμε τι άλλο θα μπορούσαμε να πετύχουμε.

Πόσο εύκολη ή δύσκολη ήταν η διαδρομή από την αρχική ιδέα μέχρι την ολοκλήρωση της ταινίας; Ποιο ήταν το μεγαλύτερο εμπόδιο που αντιμετωπίσατε στην πορεία;

Το πρότζεκτ ξεκίνησε αρχικά ως σενάριο μεγάλου μήκους. Για την ταινία μικρού μήκους κρατήσαμε τον κόσμο της αρχικής ιστορίας και την προσωπικότητα της κεντρικής ηρωίδας και γράψαμε ένα νέο σενάριο ειδικά προσαρμοσμένο στη μικρού μήκους φόρμα.

Η μεγαλύτερη δυσκολία ήταν ότι και οι έξι μας, που αποτελούσαμε τον βασικό πυρήνα της ομάδας, ήμασταν διεθνείς σπουδάστριες κινηματογράφου στο AFI του Λος Άντζελες. Η εξεύρεση χρηματοδότησης, το κλείσιμο των τοποθεσιών και γενικότερα η πραγματοποίηση μιας ταινίας με αυτή τη θεματολογία ήταν για εμάς δυσκολότερα απ’ ό,τι πιθανώς θα ήταν για ντόπιους κινηματογραφιστές.

Η απόφασή μας να γυρίσουμε σε φιλμ 35mm αύξησε ακόμη περισσότερο τις οικονομικές απαιτήσεις της παραγωγής. Ως παραγωγός, χρειάστηκε να εργαστώ ιδιαίτερα σκληρά για να εξασφαλίσω επιχορηγήσεις. Λάβαμε μια επιχορήγηση από τη FotoKem για τη χρωματική επεξεργασία της ταινίας στο post-production, κάτι που αποτέλεσε μια εξαιρετική εμπειρία. Παράλληλα, όμως, έπρεπε να υπολογίζουμε με απόλυτη ακρίβεια πόσο φιλμ μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε. Λόγω του περιορισμένου προϋπολογισμού, αναγκαστήκαμε να εγκαταλείψουμε ορισμένα μεγαλύτερης διάρκειας πλάνα.

Μια ακόμη σημαντική πρόκληση ήταν η τήρηση των κανονισμών του SAG (Σωματείου Ηθοποιών). Η τοποθεσία των γυρισμάτων μας ήταν ένα εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο, περίπου μιάμιση ώρα μακριά από τη λεγόμενη ζώνη των 30 μιλίων. Στο AFI εκπαιδευόμαστε να οργανώνουμε τις παραγωγές σύμφωνα με τα αμερικανικά συνδικαλιστικά πρότυπα, επομένως έπρεπε να τηρούμε αυστηρά τα προβλεπόμενα ωράρια εργασίας, ενώ μόνο η διαδρομή προς και από την τοποθεσία διαρκούσε σχεδόν τρεις ώρες συνολικά. Αυτό σήμαινε ότι δεν είχαμε σχεδόν κανένα περιθώριο για λάθη κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων.

Είχαμε επίσης σκηνές με πολλά άτομα και παιδιά στο καστ, από ένα βρέφος μέχρι παιδιά οκτώ ετών. Τα επιτρεπόμενα ωράρια εργασίας διαφέρουν ανάλογα με την ηλικία, οπότε έπρεπε να υπολογίσουμε και να προσαρμόσουμε ξεχωριστά το πρόγραμμα κάθε παιδιού. Εκτός από τους γονείς τους, ήταν απαραίτητη και η παρουσία ειδικού εκπαιδευτικού στο πλατό. Παρότι ο προϋπολογισμός μας ήταν ήδη πολύ περιορισμένος, έπρεπε να βρούμε τα απαραίτητα χρήματα και γι’ αυτό.

Ο χρόνος, τα χρήματα και ο μεγάλος αριθμός ανθρώπων που χρειαζόμασταν, ανάμεσά τους και πολλοί εθελοντές, αποτέλεσαν όλα σημαντικές προκλήσεις. Ωστόσο, η διαχείριση όλων αυτών ήταν συγχρόνως συναρπαστική και έφερε την ομάδα μας απίστευτα κοντά.

Υπήρξε κάποια συγκεκριμένη στιγμή κατά τη διάρκεια της συγγραφής, των γυρισμάτων ή του μοντάζ που σας βοήθησε να ανακαλύψετε κάτι καινούργιο για το είδος του κινηματογράφου που θέλετε να κάνετε;

Η διαδικασία του μοντάζ ήταν ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα. Επειδή γυρίσαμε σε φιλμ, δεν είχαμε στη διάθεσή μας τόσο πολύ υλικό όσο θα είχαμε σε ένα ψηφιακό γύρισμα. Είχαμε ακολουθήσει σε μεγάλο βαθμό τα storyboards μας, επομένως δεν υπήρχε και ιδιαίτερα μεγάλο περιθώριο για να αλλάξει η ταινία στο μοντάζ.

Μετά το πρώτο cut, οργανώσαμε ένα focus group και κάναμε την πρώτη μας δοκιμαστική προβολή. Ακούσαμε ειλικρινείς αντιδράσεις από το κοινό: μας είπαν ξεκάθαρα τι δεν καταλάβαιναν και σε ποια σημεία θα ήθελαν να δουν περισσότερα. Κάναμε τις απαραίτητες προσαρμογές όπου κρίναμε ότι χρειάζονταν, αλλά η συζήτηση αυτή μας έκανε επίσης πιο σίγουρες ότι ορισμένα πράγματα δεν ήταν απαραίτητο να εξηγηθούν.

Για παράδειγμα, κάποιος ρώτησε: «Πώς μένουν έγκυες οι γυναίκες;». Όταν ένας άνδρας στην αίθουσα έκανε αυτή την ερώτηση, οι γυναίκες του κοινού μπορούσαν να του απαντήσουν. Συνειδητοποιήσαμε ότι οι θεατές προσέγγιζαν την ταινία με πολύ διαφορετικούς τρόπους. Το ότι ακούσαμε αυτές τις αντιδράσεις από τόσο νωρίς μάς βοήθησε να κατανοήσουμε καλύτερα το κοινό μας και μας έδωσε μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση ως προς ορισμένες από τις δημιουργικές μας επιλογές.

Ποιο ήταν το βασικό ερώτημα ή η βασική ανάγκη που θέλατε να διερευνήσετε μέσα από αυτή την ταινία; Άλλαξε ο τρόπος με τον οποίο την αντιλαμβανόσασταν μέχρι να ολοκληρωθεί η ταινία;

Τι είναι, τελικά, ο φεμινισμός; Ή, ακόμη ευρύτερα, τι είναι η ανθρώπινη φύση;

Η δημιουργική μας ομάδα αποτελούνταν από γυναίκες από διαφορετικές χώρες και με πολύ διαφορετικό υπόβαθρο, παρ’ όλα αυτά αντιμετωπίζαμε πολλές κοινές δυσκολίες ως γυναίκες. Αυτό που θέλαμε να επικοινωνήσουμε μέσα από αυτή την ταινία είναι ότι οι γυναίκες είναι σύνθετες και δεν πρέπει να γίνονται αντιληπτές μέσα από μία και μόνο οπτική. Όταν παρουσιάζουμε έναν κόσμο που αποτελείται αποκλειστικά από γυναίκες, αυτές οι αντιφάσεις και οι πολυπλοκότητες γίνονται πολύ πιο εμφανείς.

Πιστεύω ότι το πετύχαμε αυτό στην ταινία. Μέχρι την ολοκλήρωσή της, η πίστη μου σε αυτή την ιδέα δεν είχε αλλάξει. Δεν κάναμε συμβιβασμούς ως προς αυτό που θέλαμε να εκφράσουμε δημιουργικά.

Αν το κοινό μπορούσε να κρατήσει μετά την προβολή ένα συναίσθημα, μια σκέψη ή μια εικόνα από την ταινία σας, ποια θα θέλατε να είναι αυτή;

Χίλιοι άνθρωποι μπορούν να δουν χίλιους διαφορετικούς Άμλετ. Ελπίζουμε ότι οι θεατές θα φύγουν από την προβολή έχοντας τα δικά τους ερωτήματα και ότι θα βρουν τις δικές τους απαντήσεις.

Ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σας ως κινηματογραφική δημιουργός;

Αυτή την περίοδο διασκευάζω για τον κινηματογράφο το μυθιστόρημα A Thread of Sky της Ασιατοαμερικανίδας συγγραφέα Deanna Fei. Πρόκειται για μια ιστορία που ακολουθεί τρεις γενιές γυναικών: έξι γυναίκες που ταξιδεύουν για πρώτη φορά όλες μαζί από τις Ηνωμένες Πολιτείες στην Κίνα. Καθεμία κουβαλά τα δικά της μυστικά, ενώ ταυτόχρονα πρέπει να αντιμετωπίσει και τις σχέσεις της με τις υπόλοιπες.

Έχουν περάσει τουλάχιστον 33 χρόνια από τότε που το The Joy Luck Club μάς έδωσε μια ιστορία με επίκεντρο γυναίκες διαφορετικών γενεών. Αυτό που ελπίζουμε να δημιουργήσουμε είναι μια νέα διερεύνηση της γυναικείας εμπειρίας σε διαφορετικές ηλικίες, ειπωμένη ακόμη πιο ολοκληρωμένα μέσα από τη γυναικεία οπτική.

Μετά τη δημιουργία του Song of Silence, αισθάνομαι ακόμη πιο σίγουρη, ως κινηματογραφική δημιουργός, για την ανάγκη να συνεχίσω να εξερευνώ ιστορίες γύρω από την πολυπλοκότητα των γυναικών.

 

  1. Tandem

Σύνοψη: Δύο σέλες, ένα τιμόνι. Ο Jan είναι εκείνος που οδηγεί, φροντίζοντας πάντα να φτάνει με ασφάλεια στον προορισμό του ο τυφλός κολλητός του. Τι συμβαίνει όμως όταν οι δρόμοι τους αρχίζουν να παίρνουν διαφορετικές κατευθύνσεις; Και πώς μπορούν να συνεχίσουν μαζί, όταν ο καθένας ακολουθεί τη δική του πορεία;

Σκηνοθεσία: Rafael Karim Kousz

Σενάριο: Rafael Karim Kousz, Roman Glöckner

Πρωταγωνιστούν: Elias Krischke, Sören Kneidl, Anneke Brunekreeft

Παραγωγός: Jeremias Smeaton

Πανεπιστήμιο: University of Television and Film Munich/ Filmakademie Vienna

Χώρες: Γερμανία, Αυστρία

Βραβεία στο Thessaloniki Free Short Festival 2026: Καλύτερο Μοντάζ (Διεθνές Διαγωνιστικό). 

Για την ταινία Tandem μας μίλησε ο Rafael Karim Kousz σκηνοθέτης και παραγωγός με έδρα το Μόναχο και ελβετομαροκινή καταγωγή. Σπούδασε Παραγωγή Κινηματογράφου και Διοίκηση Μέσων στο University of Television and Film Munich (HFF). Το 2015 συνίδρυσε την FilmDestillerie, ενώ έχει αποκτήσει εμπειρία και στη διανομή κινηματογραφικών ταινιών μέσω της Alamode Film. Ως παραγωγός έχει συνεργαστεί σε ταινίες που προβλήθηκαν σε σημαντικά φεστιβάλ, ενώ το I Understand Your Displeasure του Kilian Armando Friedrich έκανε πρεμιέρα στο Panorama της Berlinale 2026. Μαζί με τον Joseph Zedelmaier διευθύνει την Dolce Vita Film.

Η ταινία σας δημιουργήθηκε ενώ ακόμη σπουδάζατε ή σε μια περίοδο κατά την οποία διαμορφώνατε την ταυτότητά σας ως κινηματογραφιστής. Τι σας ενέπνευσε να αφηγηθείτε τη συγκεκριμένη ιστορία και τι πιστεύετε ότι αποκαλύπτει για εσάς ως ανερχόμενο δημιουργό;

Το Tandem γεννήθηκε από το πάθος μου για την αγωνιστική κολύμβηση και τον θαυμασμό μου για τα Παραολυμπιακά αθλήματα. Καθοριστική υπήρξε μια συζήτηση με τον πρώην Παραολυμπιονίκη σκιέρ Paul Intveen, ο οποίος με εισήγαγε στον κόσμο των αθλημάτων για τυφλούς.

Από εκεί προέκυψε η επιθυμία μου να αφηγηθώ μια ιστορία που αντιστέκεται σε μια συνηθισμένη κινηματογραφική πρακτική: να ορίζονται τα άτομα με αναπηρία μέσα από τις ελλείψεις ή την εξάρτησή τους από τους άλλους.

Νομίζω ότι αυτό αποκαλύπτει και κάτι για το τι με κινητοποιεί ως κινηματογραφιστή. Με ενδιαφέρει λιγότερο το τι λείπει από έναν άνθρωπο και περισσότερο το τι είναι αυτό που τον στηρίζει. Με ελκύουν οι σχέσεις, η αξιοπρέπεια και η δύναμη, όχι το θέαμα.

Πόσο εύκολη ή δύσκολη ήταν η πορεία από την αρχική ιδέα μέχρι την ολοκλήρωση της ταινίας; Ποιο ήταν το μεγαλύτερο εμπόδιο που συναντήσατε;

Η μεγαλύτερη πρόκληση ήταν να αποδώσουμε την τύφλωση με αυθεντικό τρόπο.

Αρχικά θέλαμε να επιλέξουμε τυφλούς ηθοποιούς, όμως ορισμένες από τις σκηνές που απαιτούσε η ιστορία —ιδιαίτερα εκείνες μέσα στο νερό— θα ήταν υπερβολικά επικίνδυνες. Έτσι, επιλέξαμε έναν διαφορετικό δρόμο: συνεργαστήκαμε στενά με την κοινότητα των τυφλών σε όλη τη διαδικασία, από το σενάριο μέχρι τα γυρίσματα.

Η συμβολή τους επηρέασε τον τρόπο με τον οποίο ο Lukas κινείται, προσανατολίζεται στον χώρο και σχετίζεται με τους ανθρώπους γύρω του. Ταυτόχρονα, έπρεπε να διασφαλίσουμε ότι η τύφλωσή του δεν θα μετατρεπόταν ποτέ σε μια ταμπέλα ή σε ένα εύκολο δραματουργικό εργαλείο.

Το γεγονός ότι επιλέξαμε να μην αποκαλύψουμε αυτή την πληροφορία μέχρι τα μισά περίπου της ταινίας σήμαινε πως κάθε σκηνή έπρεπε να λειτουργεί απόλυτα και χωρίς αυτήν. Αυτό απαιτούσε μεγάλη ακρίβεια τόσο στο γράψιμο όσο και στη σκηνοθεσία.

Υπήρξε κάποια συγκεκριμένη στιγμή κατά τη συγγραφή, τα γυρίσματα ή το μοντάζ που σας βοήθησε να ανακαλύψετε κάτι καινούργιο για το είδος κινηματογράφου που θέλετε να κάνετε;

Αυτό που έγινε ξεκάθαρο για μένα είναι ότι πιστεύω στον κινηματογράφο ως έναν χώρο όπου η αντίληψη μπορεί να αλλάξει μέσα από την εμπειρία και όχι μέσα από δηλώσεις.

Όταν το κοινό γνωρίζει για πρώτη φορά τον Lukas ως φίλο και ως κολυμβητή και μόνο αργότερα μαθαίνει ότι είναι τυφλός, έρχεται αντιμέτωπο με τις ίδιες του τις προσδοκίες.

Αυτή η ήσυχη, σχεδόν ανεπαίσθητη μετατόπιση της αντίληψης είναι ακριβώς το είδος της εμπειρίας που θέλω να δημιουργούν οι ταινίες μου.

Ποιο ήταν το βασικό ερώτημα ή η ανάγκη που θέλατε να εξερευνήσετε μέσα από την ταινία; Άλλαξε ο τρόπος με τον οποίο το βλέπατε μέχρι την ολοκλήρωσή της;

Το κεντρικό ερώτημα ήταν: ποιος είναι πραγματικά εκείνος που δεν μπορεί να βρει τον δρόμο του;

Ο Lukas χάνει την όρασή του, όμως στην πραγματικότητα είναι ο Jan εκείνος που μοιάζει αποπροσανατολισμένος. Δεν έμαθε ποτέ να κολυμπά, εξαρτάται συναισθηματικά από τους άλλους και φοβάται ότι θα μείνει πίσω.

Αυτή η αντιστροφή αποτελεί τον συναισθηματικό πυρήνα της ταινίας.

Με τον καιρό, η ίδια η κολύμβηση απέκτησε για μένα μεγαλύτερη σημασία απ’ όση περίμενα. Εκατομμύρια άνθρωποι δεν μαθαίνουν ποτέ να κολυμπούν και άρχισα να τη βλέπω ως μια μεταφορά: να επιτρέπεις στον εαυτό σου να αφεθεί, χωρίς να υπάρχει σταθερό έδαφος κάτω από τα πόδια σου.

Αν το κοινό μπορούσε να κρατήσει ένα μόνο συναίσθημα, μια σκέψη ή μια εικόνα από την ταινία μετά την προβολή, ποιο θα θέλατε να είναι αυτό;

Θα ήθελα το κοινό να φύγει έχοντας μετατοπίσει έστω και λίγο τον τρόπο με τον οποίο κοιτάζει τους άλλους: μακριά από τις βιαστικές κατηγοριοποιήσεις και πιο κοντά στην πραγματική συνάντηση με τον άνθρωπο.

Και ίσως να κρατήσει την εικόνα του νερού ως έναν χώρο που μπορεί ταυτόχρονα να γεννά φόβο και να προσφέρει ελευθερία.

Ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σας ως κινηματογραφιστή;

Αυτή την περίοδο δουλεύω πάνω στο The Dying Village, μια ταινία μικρού μήκους που διαδραματίζεται στην Tafraoute, στα βουνά του Αντί-Άτλαντα στο Μαρόκο, και την οποία συνυπογράφω σεναριακά με τη μητέρα μου.

Η ιστορία βασίζεται στην πραγματική ιστορία της γιαγιάς μου, η οποία κατάγεται από το χωριό των Αμαζίγ Ait Braym. Η ταινία θέτει το ερώτημα: τι απασχολεί τους τελευταίους ανθρώπους που παραμένουν σε ένα χωριό ενώ αυτό αδειάζει;

Παράλληλα, αποτελεί και μια προσπάθεια να διατηρηθούν οι παραδόσεις και οι ιστορίες των Αμαζίγ, οι οποίες εξαφανίζονται σταδιακά μαζί με αυτά τα χωριά.

Όπως και το Tandem, πρόκειται για μια ιστορία για τους ανθρώπους, την αξιοπρέπεια και για όλα όσα μας κρατούν ενωμένους όταν το έδαφος κάτω από τα πόδια μας αρχίζει να μετακινείται.

  1. Lo Sfratto

Σύνοψη: Η Maddalena, μια εκκεντρική συνταξιούχος μοδίστρα, αρνείται να εγκαταλείψει το διαμέρισμα όπου έχει χτίσει τη ζωή της, παρά τις πιέσεις της νεαρής ιδιοκτήτριας Sabrina, που θέλει να το μετατρέψει σε B&B. Όταν όμως εξαφανίζεται ξαφνικά η αγαπημένη της γάτα, Miuccia, η σύγκρουση ανάμεσα στις δύο γυναίκες παίρνει απρόσμενη τροπή, μετατρέποντας σταδιακά την ένταση σε κατανόηση και μια απροσδόκητη σύνδεση.

Σκηνοθεσία: Julian Pixel Schmiederer

Σενάριο: Camilla Zurru, Tabea Baumann

Πρωταγωνιστούν: Carla Manzon, Zoe Pernici

Παραγωγοί: Éva Júlia Boros, Filippo Allegrini, Miriam Cechet, TRANSMEDIA S.R.L., ARTE VIDEO S.R.L., UNIVERSITY OF NOVA GORICA SCHOOL OF ARTS

Πανεπιστήμιο: Cross border film school

Χώρες: Ιταλία, Αυστρία, Ουγγαρία

Για την ταινία Lo Strafo μας μίλησε ο Julian Pixel Schmiederer, καλλιτέχνης και σκηνοθέτης που δραστηριοποιείται στον κινηματογράφο, το installation (εικαστική εγκατάσταση) και την ηχητική τέχνη. Μεγάλωσε στο Linz και το 2016 μετακόμισε στο Graz, όπου σπούδασε κινηματογράφο στην Ortweinschule Graz. Η πρώτη του ταινία, Pressure, απέσπασε πολλαπλές διεθνείς διακρίσεις. Ακολούθησαν το The 2020 RiseUp και το Drama., η ταινία αποφοίτησής του το 2021. Το 2022, το πρότζεκτ τέχνης και επιστήμης I Hear Future Voices παρουσιάστηκε στο Ars Electronica Festival, ενώ την περίοδο 2024–2025 συμμετείχε στο Crossborder Film School στην Ιταλία.

Η ταινία σας δημιουργήθηκε ενώ ακόμη σπουδάζατε ή σε μια περίοδο κατά την οποία διαμορφώνατε την ταυτότητά σας ως κινηματογραφιστής. Τι σας ενέπνευσε να αφηγηθείτε τη συγκεκριμένη ιστορία και τι πιστεύετε ότι αποκαλύπτει για εσάς ως ανερχόμενο δημιουργό;

Η διαδρομή της ταινίας ξεκίνησε στο Crossborder Film School, ένα ευρωπαϊκά χρηματοδοτούμενο εργαστήριο για ανερχόμενους κινηματογραφιστές στη Gorizia, μια μικρή πόλη στα σύνορα Ιταλίας και Σλοβενίας.

Κατά την πρώτη μας παραμονή εκεί, μαζί με τη σεναριογράφο Camilla Zurru, εμπνευστήκαμε από τη μοναδική ατμόσφαιρα της περιοχής. Πέρα από το γραφικό τοπίο, αυτό που πραγματικά μας κέντρισε το ενδιαφέρον ήταν η ίδια η κατάσταση της πόλης: έμοιαζε σαν τα μισά σπίτια να είναι εγκαταλελειμμένα και τα άλλα μισά να έχουν μετατραπεί σε Airbnb.

Αυτή η παρατήρηση αποτέλεσε τη βάση για μια εκτενή μελέτη της περιοχής και των ανθρώπων της. Μέσα σε έξι μήνες, όλες οι εμπειρίες μας από την πόλη και τους κατοίκους της ενώθηκαν σταδιακά και διαμόρφωσαν το σενάριο του Lo Sfratto. Οι χαρακτήρες που συναντά κανείς στην ταινία αποτελούν, σε έναν βαθμό, υπερβολικές εκδοχές των ανθρώπων και των γατών που συναντήσαμε κατά τη διάρκεια της συγγραφής.

Αυτή η διαδικασία συλλογής μικρών κομματιών αντανακλά γενικότερα και τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζω την τέχνη: συνδέοντας τα σημεία και αναζητώντας τους χαμένους κρίκους ανάμεσα σε διαφορετικές εντυπώσεις.

Πόσο εύκολη ή δύσκολη ήταν η διαδρομή από την αρχική ιδέα μέχρι την ολοκλήρωση της ταινίας; Ποιο ήταν το μεγαλύτερο εμπόδιο που συναντήσατε;

Επειδή η ιστορία μας ήταν βαθιά συνδεδεμένη με την περιοχή, γνωρίζαμε εξαρχής ότι έπρεπε να γυρίσουμε στη Gorizia. Έτσι, ξεκινήσαμε να αναζητούμε το κατάλληλο σπίτι για τους χαρακτήρες μας.

Αφού εξερευνήσαμε πολλές αυλές και χώρους, βρήκαμε ένα από τα πολλά εγκαταλελειμμένα διαμερίσματα της περιοχής, το οποίο η σκηνογράφος μας, Sybill Calgaris, κατάφερε να μεταμορφώσει και να φέρει ξανά στη ζωή.

Η φυσική σύνδεση με τον τόπο ήταν για εμάς εξίσου σημαντική με τη γλωσσική. Παρότι ήμασταν μια διεθνής ομάδα και εγώ δεν μιλώ ιταλικά, ήταν ξεκάθαρο από την αρχή ότι η ταινία έπρεπε να γυριστεί στα ιταλικά.

Κάτι που εκ πρώτης όψεως θα μπορούσε να θεωρηθεί εμπόδιο, εγώ το αντιμετώπισα ως μια ευκαιρία να σκηνοθετήσω με διαφορετικό, πολύ πιο διαισθητικό τρόπο. Αντί να επικεντρώνομαι σε μεμονωμένες λέξεις και στη σημασία τους, βασίστηκα αποκλειστικά στην έκφραση, στον τόνο και στη γλώσσα του σώματος κατά τη συνεργασία μου με τους ηθοποιούς.

Αυτός ο περιορισμός κατέληξε να είναι ένα από τα μεγαλύτερα δώρα για μένα ως σκηνοθέτη, γιατί μου επέτρεψε να επικεντρωθώ περισσότερο στους χαρακτήρες και λιγότερο στον διάλογο.

Υπήρξε κάποια συγκεκριμένη στιγμή κατά τη συγγραφή, τα γυρίσματα ή το μοντάζ που σας βοήθησε να ανακαλύψετε κάτι καινούργιο για το είδος κινηματογράφου που θέλετε να κάνετε;

Ένας από τους βασικούς στόχους ήταν να δουλέψουμε συνειδητά με στερεότυπα, υπερβολές και κλισέ.

Η αφήγηση και ειδικά ο κινηματογράφος χρησιμοποιούν πάντοτε στερεότυπα, όμως εγώ ήθελα να προχωρήσω ένα βήμα παραπέρα και να δημιουργήσω χαρακτήρες μεγαλύτερους από τη ζωή, οι οποίοι υπάρχουν μέσα σε μια δική τους «φούσκα», κάπως αποκομμένη από την πραγματικότητα.

Οι δύο γυναίκες και η γάτα που ζουν σε αυτόν τον χώρο λειτουργούν ως μια, κατά κάποιον τρόπο, ουτοπική αντανάκλαση της ζωής και του τρόπου με τον οποίο οι κοινωνικοί μηχανισμοί λειτουργούν ή δυσλειτουργούν.

Η χρήση μεγάλων μεταφορών και η συμπύκνωσή τους μέσα σε ανθρώπινες σχέσεις αποτελεί ένα βασικό στοιχείο της δουλειάς μου.

Ποιο ήταν το βασικό ερώτημα ή η ανάγκη που θέλατε να εξερευνήσετε μέσα από την ταινία; Άλλαξε ο τρόπος με τον οποίο το βλέπατε μέχρι την ολοκλήρωσή της;

Ο στόχος μας ήταν να αγγίξουμε ένα δύσκολο ερώτημα: ποιος έχει το δικαίωμα να χρησιμοποιεί έναν χώρο κατοικίας και με ποιον τρόπο; Και τελικά, σε ποιον ανήκει;

Επιλέξαμε να προσεγγίσουμε αυτό το σοβαρό θέμα από μια πιο ανάλαφρη οπτική, μέσα από την κωμωδία.

Παρότι η ιστορία μπορεί αρχικά να φαίνεται παράλογη, θέτει ορισμένα πολύ ουσιαστικά ερωτήματα σχετικά με την κοινωνική μας συνύπαρξη. Αν το δει κανείς αντικειμενικά, όλοι οι χαρακτήρες θα μπορούσαν να θεωρηθούν ότι έχουν δίκιο. Τι γίνεται όμως όταν μπαίνει στη μέση η ηθική;

Αν το κοινό μπορούσε να κρατήσει ένα μόνο συναίσθημα, μια σκέψη ή μια εικόνα από την ταινία μετά την προβολή, ποιο θα θέλατε να είναι αυτό;

Η συντροφικότητα.

Το Lo Sfratto είναι μια ιστορία για τις σχέσεις και για το πώς μπορούν να διαλυθούν όταν χάνεται η αίσθηση του να είσαι μαζί με τον άλλον.

Η συντροφικότητα και η αλληλεγγύη είναι βασικές για να ξεπερνάμε τις δύσκολες περιόδους, τόσο στις προσωπικές μας σχέσεις όσο και σε μια ευρύτερη κοινωνική κλίμακα.

Ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σας ως κινηματογραφιστή;

Το πρόγραμμα του Crossborder Film School δεν οδήγησε μόνο στη δημιουργία αυτής της ταινίας, αλλά και στη δημιουργία πολύ ισχυρών δεσμών ανάμεσα σε όλους τους συμμετέχοντες από διαφορετικές χώρες της Ευρώπης.

Αυτό το δίκτυο αποτέλεσε την αφετηρία για αρκετά νέα πρότζεκτ που βρίσκονται σήμερα σε διαφορετικά στάδια παραγωγής.

Οι προσεγγίσεις και οι μέθοδοι που ανέφερα προηγουμένως επανέρχονται και σε αυτές τις νέες δουλειές, και προσπαθώ να τις εξελίσσω και να τις τελειοποιώ ακόμη περισσότερο.

  1. Burning Skin (La Pell que Crema)

Σύνοψη:

Όταν ο 15χρονος Hugo αφού παρακολουθεί ένα σεξουαλικό βίντεο με έναν φίλο του και ένα κορίτσι που ξέρουν και οι δύο, αρχίζει να βλέπει αλλιώς όσα συμβαίνουν μέσα στην παρέα του. Ανάμεσα στην πίεση των φίλων του, στα πρότυπα «αντρίλας» που κυριαρχούν γύρω του και στο ποιος θέλει πραγματικά να είναι, καλείται να αποφασίσει ποια στάση θα κρατήσει.

Σκηνοθεσία: Marcel Ribó

Σενάριο: Marcel Ribó

Πρωταγωνιστούν: Pol Carol, Alex Losada, Teo Soler, Hector Carpanese, Tom Fumado, Julia Cano

Παραγωγός: Ignaci Puertas

Πανεπιστήμιο: ESCAC

Χώρα: Ισπανία

Βραβεία στο Thessaloniki Free Short Festival 2026: Καλύτερη Ανδρική Ερμηνεία (Διεθνές Διαγωνιστικό). 

Για την ταινία Burning Skin (La Pell que Crema) μάς μίλησε o Marcel Ribó, ο οποίος γεννήθηκε στη Βαρκελώνη το 2003. Σπούδασε κινηματογράφο στην ESCAC, με αφετηρία το ενδιαφέρον του για τη συγγραφή και την οπτική αφήγηση. Μέσα από τη δουλειά του εξερευνά προσωπικούς και κοινωνικούς προβληματισμούς χρησιμοποιώντας την κινηματογραφική γλώσσα.

Στις βασικές κινηματογραφικές του αναφορές συγκαταλέγονται δημιουργοί με έντονο κοινωνικό προσανατολισμό, όπως η Andrea Arnold, ο Alejandro González Iñárritu, οι αδελφοί Dardenne και ο Asghar Farhadi.

Η μικρού μήκους ταινία του La Pell que Crema εξερευνά ζητήματα που σχετίζονται με την εφηβεία, τη σεξουαλικότητα, την αρρενωπότητα, τη χρήση των κινητών τηλεφώνων και την έκθεση σε περιεχόμενο για ενήλικες.

Η ταινία σας δημιουργήθηκε ενώ ακόμη σπουδάζατε ή σε μια περίοδο κατά την οποία διαμορφώνατε την ταυτότητά σας ως κινηματογραφιστής. Τι σας ενέπνευσε να αφηγηθείτε τη συγκεκριμένη ιστορία και τι πιστεύετε ότι αποκαλύπτει για εσάς ως ανερχόμενο δημιουργό;

Το πρότζεκτ αναπτύχθηκε όσο σπούδαζα στην ESCAC, όπου εκπαιδεύτηκα ως κινηματογραφιστής. Η επιθυμία μου να εξερευνήσω το πώς, από πολύ μικρή ηλικία, μαθαίνουμε και διαμορφώνουμε την αντίληψή μας για το πώς «πρέπει» να είναι η σεξουαλικότητα, ήταν αυτό που με οδήγησε στη δημιουργία του La Pell que Crema (Burning Skin).

Τα πρότυπα αρρενωπότητας και τα ερεθίσματα που δεχόμαστε διαρκώς μέσω των κινητών μας συσκευών συνθέτουν το περιβάλλον μέσα στο οποίο βρίσκεται ο Hugo, ένας έφηβος που αρχίζει να αναρωτιέται ποιος θέλει να είναι και πώς θέλει να παρουσιάζει τον εαυτό του στους άλλους.

Η ταινία γεννήθηκε μέσα από κάποιους προβληματισμούς που είχα και ήθελα να εξερευνήσω μέσα από την εικόνα και τον ήχο. Υπό αυτή την έννοια, πιστεύω ότι το La Pell que Crema αντικατοπτρίζει και το ενδιαφέρον μου ως κινηματογραφιστή να προσεγγίζω προσωπικές και κοινωνικές συγκρούσεις μέσα από μια πιο οικεία, εσωτερική ματιά, αφήνοντας χώρο στους ίδιους τους χαρακτήρες και τις καταστάσεις να γεννούν ερωτήματα, αντί να προσφέρω οριστικές απαντήσεις.

Πόσο εύκολη ή δύσκολη ήταν η διαδρομή από την αρχική ιδέα μέχρι την ολοκλήρωση της ταινίας; Ποιο ήταν το μεγαλύτερο εμπόδιο που αντιμετωπίσατε στην πορεία;

Ήταν μια μακρά διαδρομή μέχρι να πάρει ζωή αυτή η μικρού μήκους ταινία και να ολοκληρωθεί. Η συγγραφή του σεναρίου ήταν πιθανότατα το πιο σύνθετο κομμάτι της διαδικασίας.

Μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις ήταν να βρούμε έναν τρόπο να προσεγγίσουμε μια ιστορία στην οποία, παρότι επισημαίνονται συμπεριφορές που μπορούν να θεωρηθούν προβληματικές, ήταν σημαντικό για εμάς να τις πλησιάσουμε αρκετά ώστε να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε γιατί συμβαίνουν.

Η διαδικασία ανακάλυψης του πρωταγωνιστή έπρεπε να διατηρεί μια αθωότητα, ώστε το κοινό να μπορεί να τον ακολουθήσει σε αυτή τη σταδιακή αποκάλυψη και, μέσα από αυτή, να αρχίσει να θέτει τα δικά του ερωτήματα.

Υπήρξε κάποια συγκεκριμένη στιγμή κατά τη διάρκεια της συγγραφής, των γυρισμάτων ή του μοντάζ που σας βοήθησε να ανακαλύψετε κάτι καινούργιο για το είδος του κινηματογράφου που θέλετε να κάνετε;

Το πιο ξεχωριστό κομμάτι της διαδικασίας ήταν ο σχεδιασμός του τρόπου με τον οποίο θα γυρίζαμε την ιστορία. Για μένα ήταν πολύ σημαντικό η κάμερα να μπορεί να «αναπνέει» μαζί με τον χαρακτήρα.

Η ταινία αφηγείται την ιστορία μέσα από την οπτική του Hugo. Εκείνος είναι που μας καθοδηγεί μέσα σε όσα ανακαλύπτει, κι έτσι μπορούμε κι εμείς να τα ανακαλύπτουμε ταυτόχρονα μαζί του.

Αναφορές όπως το Rosetta των αδελφών Dardenne, το Fish Tank της Andrea Arnold και το A Ciambra του Jonas Carpignano υπήρξαν σημαντικές κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Μας ενδιέφερε ιδιαίτερα ο τρόπος με τον οποίο η κάμερα παρατηρεί, εισβάλλει ή πιέζει τον πρωταγωνιστή και το πώς μπορεί να μετατραπεί σε μια ενεργή παρουσία μέσα στη δράση.

Μαζί με τον Gabriel Gutiérrez, διευθυντή φωτογραφίας της ταινίας, αναπτύξαμε αυτή την ιδέα μέσα από μια έντονα παρούσα χειροκίνητη κάμερα, η οποία παραμένει κοντά στον Hugo σε όλη τη διάρκεια της ταινίας. Δεν χρησιμοποιήσαμε τρίποδο, ούτε καν στα στατικά πλάνα, και θέλαμε οι κινήσεις της κάμερας να είναι πάντοτε ενσωματωμένες στη δράση.

Αυτός είναι ένας τρόπος κινηματογράφησης που με ενδιαφέρει ιδιαίτερα.

Ποιο ήταν το βασικό ερώτημα ή η βασική ανάγκη που θέλατε να διερευνήσετε μέσα από αυτή την ταινία; Άλλαξε ο τρόπος με τον οποίο την αντιλαμβανόσασταν μέχρι να ολοκληρωθεί η ταινία;

Το La Pell que Crema εξερευνά το πώς η ανακάλυψη της σεξουαλικότητας στην εφηβεία επηρεάζεται από την πρόσβαση στην πορνογραφία και συνδέεται με τη διαμόρφωση της αρρενωπότητας, την κοινωνική πίεση και την οικειότητα.

Με ενδιέφερε να παρατηρήσω πώς όλα αυτά τα στοιχεία μπορούν να επηρεάσουν τον τρόπο με τον οποίο οι νέοι αντιλαμβάνονται την επιθυμία, τις σχέσεις και τη δική τους σεξουαλικότητα.

Μέχρι το τέλος της διαδικασίας, άρχισα επίσης να αντιλαμβάνομαι την ταινία ως έναν στοχασμό πάνω στο πώς διαμορφώνουμε την ταυτότητά μας μέσα από όσα δεχόμαστε από τους άλλους.

Αν το κοινό μπορούσε να κρατήσει μετά την προβολή ένα συναίσθημα, μια σκέψη ή μια εικόνα από την ταινία σας, ποια θα θέλατε να είναι αυτή;

Θα ήθελα η ταινία να αφήσει στο κοινό ένα ανοιχτό ερώτημα γύρω από το ποιοι είμαστε και πώς θέλουμε να παρουσιάζουμε τον εαυτό μας απέναντι σε όλα όσα μας προβάλλονται.

Πόσο από αυτό που πιστεύουμε ότι μας καθορίζει προέρχεται πραγματικά από μέσα μας και πόσο από όσα έχουμε μάθει από τους άλλους;

Ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σας ως κινηματογραφιστή; Υπάρχει κάποιο νέο πρότζεκτ ή μια συγκεκριμένη κατεύθυνση που θα θέλατε να ακολουθήσετε στο επόμενο στάδιο της δουλειάς σας;

Θα ήθελα πολύ να προχωρήσω στην ανάπτυξη της επόμενης μικρού μήκους ταινίας μου, την οποία έχω ήδη γράψει. Παράλληλα, θέλω να ξεκινήσω την ανάπτυξη ενός πρότζεκτ μεγάλου μήκους.

Έχω ήδη κάποιες ιδέες, όμως αυτή τη στιγμή με ενδιαφέρει περισσότερο να τις εξερευνήσω και να βρω εκείνη την ιστορία που θα μου δημιουργήσει μια πραγματική ανάγκη να την αφηγηθώ, μια ιστορία που να συνδέεται με τους δικούς μου προβληματισμούς και, ταυτόχρονα, να μπορεί να γεννήσει ερωτήματα και στο κοινό.

  1. Restricted

Σύνοψη: Η Reem, μια ταλαντούχα Παλαιστίνια δρομέας, καταφέρνει έπειτα από χρόνια σκληρής προπόνησης να προκριθεί στους τελικούς ενός παγκόσμιου πρωταθλήματος. Το όνειρό της, όμως, συντρίβεται όταν οι περιορισμοί της κατοχής δεν της επιτρέπουν να ταξιδέψει και να αγωνιστεί. Καθώς βυθίζεται στην απογοήτευση, η μητέρα της προσπαθεί να τη βοηθήσει πηγαίνοντάς τη στην Ιεριχώ, όμως οι συνέπειες της κατοχής τις ακολουθούν κι εκεί. Σε μια κρίσιμη στιγμή, η Reem καλείται να επιλέξει: να εγκαταλείψει το όνειρό της ή να ρισκάρει τα πάντα για να το κυνηγήσει.

Σκηνοθεσία: Tamer Zakaria Shawamra

Σενάριο: Tamer Zakaria Shawamra

Πρωταγωνιστούν: Raheeq Sholy

Παραγωγός: Saed Andoni

Πανεπιστήμιο: Dar al kalima University

Χώρα: Παλαιστίνη

Για την ταινία Restricted μας μίλησε ο Tamer Zakaria Shawamra, Παλαιστίνιος σκηνοθέτης, μοντέρ και δημιουργός οπτικού περιεχομένου με έδρα την Παλαιστίνη. Είναι απόφοιτος του Dar Al-Kalima University στη Βηθλεέμ. Η δουλειά του επικεντρώνεται σε βαθιά ανθρώπινες ιστορίες, με έμφαση στους χαρακτήρες, τον ρεαλισμό και τη συναισθηματική διάσταση της μετακίνησης και του περιορισμού. Μέσα από τις ταινίες του εξερευνά το πώς τα κοινωνικά και γεωπολιτικά όρια διασταυρώνονται με την προσωπική αποφασιστικότητα, τη γλώσσα του σώματος και την ανθρώπινη αντοχή.

Τι σας ενέπνευσε να αφηγηθείτε τη συγκεκριμένη ιστορία και τι πιστεύετε ότι αποκαλύπτει για εσάς ως ανερχόμενο δημιουργό;

Παρότι η ίδια η ιστορία είναι μυθοπλαστική, εμπνεύστηκε βαθιά από τη συλλογική πραγματικότητα που βιώνουν πολλοί νέοι Παλαιστίνιοι αθλητές, των οποίων τα όνειρα και οι δυνατότητες συχνά ανακόπτονται από περιορισμούς στις μετακινήσεις και τους ελέγχους στα σύνορα.

Ήθελα να αποτυπώσω τη διαδρομή της Reem, μιας νεαρής δρομέα στην οποία στερούν την ευκαιρία να αγωνιστεί διεθνώς. Ως νέος κινηματογραφιστής, αυτό το πρότζεκτ εκφράζει την επιθυμία μου να δημιουργώ έναν γειωμένο, ρεαλιστικό κινηματογράφο, όπου οι μεγαλύτερες κοινωνικές και πολιτικές συγκρούσεις γίνονται αισθητές μέσα από την προσωπική, σωματική εμπειρία ενός και μόνο χαρακτήρα.

Πόσο εύκολη ή δύσκολη ήταν η πορεία από την αρχική ιδέα μέχρι την ολοκλήρωση της ταινίας; Ποιο ήταν το μεγαλύτερο εμπόδιο που συναντήσατε;

Η διαδρομή απαιτούσε μεγάλη συναισθηματική και οπτική ακρίβεια. Η μεγαλύτερη πρόκληση ήταν να αποτυπώσουμε την εσωτερική μετάβαση της Reem: από την αρχική κατάρρευση, την αμφιβολία και την απόγνωση όταν της απαγορεύεται να ταξιδέψει, μέχρι την απελπισμένη παρόρμηση που την ωθεί να τρέξει τη νύχτα προς τα σύνορα.

Το να ισορροπήσουμε αυτό το ψυχολογικό βάρος με τη σκληρή φυσική πραγματικότητα του τοπίου, μέσα σε πολύ περιορισμένες συνθήκες γυρίσματος, ήταν το μεγαλύτερο εμπόδιο που αντιμετωπίσαμε.

Υπήρξε κάποια συγκεκριμένη στιγμή κατά τη συγγραφή, τα γυρίσματα ή το μοντάζ που σας βοήθησε να ανακαλύψετε κάτι καινούργιο για το είδος κινηματογράφου που θέλετε να κάνετε;

Αυτό συνέβη κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων και του μοντάζ της τελευταίας σκηνής, όπου βλέπουμε τη Reem να τρέχει μέσα στο σκοτάδι κατευθείαν προς τον συρμάτινο φράχτη των συνόρων.

Η αποτύπωση αυτής της ωμής, σωματικής ορμής με έκανε να συνειδητοποιήσω τη δύναμη που μπορεί να έχει η οπτική δράση σε σχέση με τον διάλογο. Εδραίωσε μέσα μου την επιθυμία να κάνω κινηματογράφο που εμπιστεύεται την κίνηση του ανθρώπινου σώματος και τη σιωπηλή ένταση μιας σκηνής για να μεταδώσει σύνθετες συναισθηματικές αλήθειες.

Ποιο ήταν το βασικό ερώτημα ή η ανάγκη που θέλατε να εξερευνήσετε μέσα από την ταινία; Άλλαξε ο τρόπος με τον οποίο το βλέπατε μέχρι την ολοκλήρωσή της;

Ήθελα να εξερευνήσω τι συμβαίνει στο πάθος και στη σωματική ορμή ενός ανθρώπου όταν αυτά περιορίζονται τεχνητά.

Εξαφανίζεται απλώς η επιθυμία να τρέξει ή μετατρέπεται σε μια απελπισμένη πράξη αντίστασης;

Αρχικά προσέγγισα την ιστορία δίνοντας μεγαλύτερο βάρος στην απογοήτευση που προκαλεί η απαγόρευση. Μέχρι την ολοκλήρωση της ταινίας, όμως, άρχισα να τη βλέπω περισσότερο ως μια μαρτυρία της ενστικτώδους και ασταμάτητης επιθυμίας για ελευθερία, ακόμη κι όταν κάποιος βρίσκεται αντιμέτωπος με απόλυτα εμπόδια.

Αν το κοινό μπορούσε να κρατήσει ένα μόνο συναίσθημα, μια σκέψη ή μια εικόνα από την ταινία μετά την προβολή, ποιο θα θέλατε να είναι αυτό;

Θα ήθελα η εικόνα που θα μείνει στο μυαλό του κοινού να είναι η Reem να τρέχει με όλη της τη δύναμη προς τον συρμάτινο φράχτη μέσα στη βαθιά νύχτα.

Για μένα, είναι μια δυνατή οπτική αναπαράσταση του πόσο κοντά μπορεί να μοιάζει η ελευθερία και ταυτόχρονα πόσο βίαια μπορεί να εμποδίζεται.

Ελπίζω η ταινία να αφήσει το κοινό να αναλογιστεί τόσο τα ορατά όσο και τα αόρατα τείχη που περιορίζουν καθημερινά τις ανθρώπινες δυνατότητες.

Ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σας ως κινηματογραφιστή;

Αυτή την περίοδο επικεντρώνομαι στην ανάπτυξη ανεξάρτητων αφηγηματικών πρότζεκτ που εξερευνούν την προσωπική ταυτότητα, την ανθρώπινη ανθεκτικότητα και τη συναισθηματική γεωγραφία του τόπου.

Στόχος μου είναι να συνεχίσω να εξελίσσω την κινηματογραφική μου γραφή ως σκηνοθέτης και μοντέρ, διευρύνοντας τα όρια της οπτικής αφήγησης στις επόμενες δουλειές μου.

  1. Too Cold for a Storm

Σύνοψη: Ο Piotr επιστρέφει στο πατρικό του ύστερα από χρόνια απουσίας, για να εκπληρώσει την τελευταία επιθυμία του νεκρού πατέρα του: να τον συνοδεύσει στο τελευταίο του ταξίδι προς το νεκροταφείο. Προς έκπληξή του, στην άμαξα που οδηγεί ο ηλικιωμένος Jaskóła δεν βρίσκεται μόνο το φέρετρο, αλλά και ο Paweł, ο ετεροθαλής αδελφός του Piotr, τον οποίο δεν έχει γνωρίσει ποτέ.

Καθώς διασχίζουν τα απέραντα, άδεια χωράφια με προορισμό το νεκροταφείο, τα δύο αδέλφια αναγκάζονται να κάνουν μια συζήτηση που κανείς από τους δύο δεν θέλει πραγματικά να ανοίξει.

Σκηνοθεσία: Igor Sas

Σενάριο: Igor Sas

Πρωταγωνιστούν: Piotr Bułka, Łukasz Stawarczyk, Andrzej Warcaba

Παραγωγός: Krystyna Doktorowicz

Πανεπιστήμιο: Σχολή Κινηματογράφου Krzysztof Kieślowski του Πανεπιστημίου της Σιλεσίας

Χώρα: Πολωνία

Βραβεία στο Thessaloniki Free Short Festival 2026: Καλύτερη Σκηνοθεσία (Διεθνές Διαγωνιστικό), Καλύτερο Σενάριο (Διεθνές Διαγωνιστικό). 

Για την ταινία Too Cold for a Storm μας μίλησε ο  Igor Sas. Γεννήθηκε στη Βαρσοβία το 2000. Είναι σκηνοθέτης και σεναριογράφος και φοιτά στο 5ο έτος Σκηνοθεσίας στη Σχολή Κινηματογράφου Krzysztof Kieślowski του Πανεπιστημίου της Σιλεσίας, στο Κατοβίτσε. Είναι επίσης νικητής του διαγωνισμού Lesser Poland Film Fund for Short Forms 2024.

Η ταινία σας δημιουργήθηκε ενώ ακόμη σπουδάζατε ή σε μια περίοδο κατά την οποία διαμορφώνατε την ταυτότητά σας ως κινηματογραφιστής. Τι σας ενέπνευσε να αφηγηθείτε τη συγκεκριμένη ιστορία και τι πιστεύετε ότι αποκαλύπτει για εσάς ως ανερχόμενο δημιουργό;

Στο δεύτερο έτος των σπουδών μας στη Σχολή Κινηματογράφου του Κατοβίτσε, μας ανατέθηκε να διασκευάσουμε ένα λογοτεχνικό έργο. Υπεύθυνος για τις ταινίες των δευτεροετών φοιτητών ήταν ο καθηγητής Filip Bajon, ο οποίος επέλεγε το βιβλίο πάνω στο οποίο θα βασίζαμε τα σενάριά μας. Επέλεξε το μυθιστόρημα Widnokrąg (Ορίζοντας) του σπουδαίου Πολωνού συγγραφέα Wiesław Myśliwski.

Αρχικά, η προοπτική να καταπιαστώ με ένα τόσο σημαντικό και απαιτητικό έργο με φόβισε. Όσο όμως προχωρούσα στην ανάγνωση, προσπαθούσα να βρω μέσα στο κείμενο μια ιδέα με την οποία θα μπορούσα να συνδεθώ ως κινηματογραφιστής. Στο βιβλίο υπάρχει ένα σύντομο απόσπασμα, μόλις λίγων σελίδων, για ένα νεαρό αγόρι που μεταφέρει το φέρετρο του πατέρα του στο νεκροταφείο με μια άμαξα. Αμέσως κατάλαβα ότι αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει μια εξαιρετική αφετηρία για μια ταινία μικρού μήκους.

Το Widnokrąg, όμως, δεν είναι ένα συνηθισμένο αφηγηματικό μυθιστόρημα. Μοιάζει περισσότερο με ένα φιλοσοφικό δοκίμιο για την ενηλικίωση, την αναζήτηση της ταυτότητας και, τελικά, τα γηρατειά και το πέρασμα του χρόνου. Ένιωσα ότι η ιστορία στο βιβλίο αφηγείται από την οπτική ενός ώριμου ανθρώπου.

Γι’ αυτό αποφάσισα ότι ο βασικός χαρακτήρας της ταινίας μου, ο Piotr, θα έπρεπε να είναι κάποιος που θέλει να αφήσει το παρελθόν του πίσω του, να το θάψει και να μην κοιτάξει ποτέ ξανά πίσω. Η καθοριστική στιγμή έρχεται με τον θάνατο του πατέρα του, ενός ανθρώπου με τον οποίο ο Piotr δεν είχε καμία επαφή εδώ και χρόνια. Οι συνθήκες τον αναγκάζουν να έρθει ξανά αντιμέτωπος με τα δύσκολα βιώματα της παιδικής του ηλικίας και να τα επεξεργαστεί από την αρχή.

Πόσο εύκολη ή δύσκολη ήταν η πορεία από την αρχική ιδέα μέχρι την ολοκλήρωση της ταινίας; Ποιο ήταν το μεγαλύτερο εμπόδιο που συναντήσατε;

Κάθε ταινία είναι και μια καινούργια πρόκληση, και αυτή δεν αποτέλεσε εξαίρεση. Σε κάθε νέο πρότζεκτ δίνω πολύ μεγάλη έμφαση στην προπαραγωγή, η οποία για μένα είναι συχνά και η μεγαλύτερη σε διάρκεια φάση. Ο βασικός λόγος είναι ότι, όταν η εμπειρία, οι ημέρες γυρισμάτων και ο προϋπολογισμός είναι περιορισμένα, σπάνια υπάρχει περιθώριο για δοκιμές και λάθη όταν πια βρίσκεσαι στο πλατό.

Το αγαπημένο μου κομμάτι ήταν η αναζήτηση τοποθεσιών. Είναι η στιγμή που οι λέξεις που υπάρχουν γραμμένες στη σελίδα αρχίζουν πραγματικά να παίρνουν ζωή. Μια αστεία ιστορία από εκείνη την περίοδο είναι ότι, ψάχνοντας τα χωράφια που χρειαζόμασταν, εγώ και ο διευθυντής φωτογραφίας έπρεπε να μάθουμε απ’ έξω το ημερολόγιο των καλλιεργειών. Μία από τις σκηνές διαδραματίζεται κυριολεκτικά μέσα σε χωράφι, οπότε ρωτούσαμε ξανά και ξανά τους ντόπιους αγρότες πόσο ψηλό θα ήταν το καλαμπόκι τις ημέρες των γυρισμάτων. Μία εβδομάδα πριν από την έναρξη της παραγωγής όλα έδειχναν εντάξει, αλλά όταν φτάσαμε στην τοποθεσία την προηγουμένη του γυρίσματος, το καλαμπόκι είχε ήδη φτάσει τα δύο μέτρα. Αναγκαστήκαμε να βρούμε νέο χώρο και να εξασφαλίσουμε την άδεια του ιδιοκτήτη κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή.

Από πλευράς παραγωγής, η τελευταία σκηνή ήταν με διαφορά η πιο απαιτητική. Ένα άλογο αρχίζει να περπατά μόνο του, ενώ στο βάθος δύο τρένα διασταυρώνονται στον ορίζοντα. Θα πρέπει να σημειώσω ότι δεν χρησιμοποιήσαμε καθόλου VFX σε ολόκληρη την ταινία. Είχαμε δύο μέλη του συνεργείου τοποθετημένα σε κοντινές σιδηροδρομικές διαβάσεις, τα οποία μας ενημέρωναν μέσω ασυρμάτου για τα τρένα που πλησίαζαν. Ο σωστός συγχρονισμός ήταν απίστευτα δύσκολος, δεν μπορείς ακριβώς να πεις σε ένα άλογο να επιταχύνει ή να κόψει ταχύτητα. Έπρεπε να ξεκινήσουμε την κάμερα και να βάλουμε το άλογο σε κίνηση την κατάλληλη ακριβώς στιγμή, ώστε όταν κάναμε πανοραμική κίνηση προς τον ορίζοντα, τα τρένα να εμφανιστούν λίγο αργότερα. Και φυσικά, τα τρένα δεν είχαν ναυλωθεί για τις ανάγκες μας, οπότε αυτό το ένα και μόνο πλάνο απαιτούσε πολλή αναμονή και αρκετή αγωνία.

Σε ό,τι αφορά τις σκηνοθετικές και σεναριακές προκλήσεις, το δυσκολότερο κομμάτι ήταν η διαχείριση του παρελθόντος των χαρακτήρων. Δεν ήθελα να αποκαλύψω τα πάντα στο κοινό. Ήταν πολύ σημαντικό για μένα να παραμείνει ένα αίσθημα μυστηρίου, ώστε οι θεατές να μπορούν να συμπληρώσουν μόνοι τους τα κενά.

Οι ηθοποιοί, όμως, ο Piotr Bułka που υποδύεται τον Piotr και ο Łukasz Stawarczyk που υποδύεται τον Paweł, έπρεπε να γνωρίζουν πολύ περισσότερα από όσα υπήρχαν γραμμένα στο σενάριο. Γι’ αυτό δημιούργησα ένα πλήρες παρελθόν για τους χαρακτήρες, πριν από τα γεγονότα της ταινίας, δίνοντας στους ηθοποιούς σαφή κίνητρα που θα τους καθοδηγούσαν σε κάθε σκηνή.

Υπήρξε κάποια συγκεκριμένη στιγμή κατά τη συγγραφή, τα γυρίσματα ή το μοντάζ που σας βοήθησε να ανακαλύψετε κάτι καινούργιο για το είδος κινηματογράφου που θέλετε να κάνετε;

Στην πραγματικότητα, σχεδόν με κάθε καινούργια ταινία ή πρότζεκτ ανακαλύπτω κάτι νέο. Στην περίπτωση του Too Cold for a Storm, νομίζω ότι για μένα η πιο καθοριστική ανακάλυψη ήταν το να καταλάβω πόσο πολύ μπορεί ο ίδιος ο κόσμος της ταινίας να διαμορφώσει τον πρωταγωνιστή.

Στη δική μου ταινία, βασική προϋπόθεση ήταν να δημιουργηθεί η αίσθηση ότι ο κόσμος που περιβάλλει τους χαρακτήρες δεν είναι απολύτως ρεαλιστικός. Τα χωράφια που απλώνονται μέχρι τον ορίζοντα, οι υπνωτιστικές ανεμογεννήτριες ή οι τυχαίοι άνθρωποι και τόποι που συναντούν στη διαδρομή είχαν στόχο να δημιουργήσουν μια ονειρική ατμόσφαιρα.

Μέσα από αυτό ήθελα να δώσω την εντύπωση ότι μια φαινομενικά ρεαλιστική ιστορία μετατρέπεται σταδιακά σε ένα είδος παραβολής. Ταυτόχρονα, ένας συνηθισμένος πρωταγωνιστής όπως ο Piotr έρχεται σε έντονη αντίθεση με αυτή την πραγματικότητα και δεν καταφέρνει ποτέ να βρει πραγματικά τη θέση του μέσα σε αυτή.

Άλλωστε, η επιστροφή του στις αναμνήσεις του παρελθόντος είναι η μεγαλύτερη εσωτερική του σύγκρουση, και ήθελα ο ίδιος ο κόσμος γύρω του να λειτουργεί σαν μια διαρκής υπενθύμιση αυτού.

Ποιο ήταν το βασικό ερώτημα ή η ανάγκη που θέλατε να εξερευνήσετε μέσα από την ταινία; Άλλαξε ο τρόπος με τον οποίο το βλέπατε μέχρι την ολοκλήρωσή της;

Ομολογώ πως δεν υπήρχε κάποιο συγκεκριμένο ερώτημα ή μια συγκεκριμένη ανάγκη πάνω στην οποία να στηρίχθηκε η ταινία. Προσωπικά, όταν δημιουργώ μια ιστορία, το βαθύτερο νόημά της συχνά προκύπτει υποσυνείδητα.

Δεν θέλω να ακουστεί επιφανειακό, αλλά ο βασικός μου στόχος είναι πάντα απλώς να αφηγηθώ μια ενδιαφέρουσα και δυνατή ιστορία. Στη διαδικασία δημιουργίας του κόσμου, των χαρακτήρων και των γεγονότων είναι που ανακαλύπτω ξανά τι πραγματικά αφορά η ιστορία.

Στην περίπτωση αυτή, συνειδητοποίησα ότι, στον πυρήνα της, είναι μια ιστορία για τη συγχώρεση.

Αν το κοινό μπορούσε να κρατήσει ένα μόνο συναίσθημα, μια σκέψη ή μια εικόνα από την ταινία μετά την προβολή, ποιο θα θέλατε να είναι αυτό;

Νομίζω ότι η απάντηση σε αυτή την ερώτηση βρίσκεται σε έναν συγκεκριμένο συμβολισμό της τελευταίας σκηνής.

Η ταινία αφηγείται την ιστορία του Piotr, ο οποίος κουβαλά μέσα του θυμό και μίσος για τον πατέρα του, συναισθήματα που έχει καταπιέσει για χρόνια. Επιφανειακά, πιστεύει πως έχει συμφιλιωθεί με το παρελθόν, μέχρι τη στιγμή που αναγκάζεται ξαφνικά να συναντήσει για πρώτη φορά τον ετεροθαλή αδελφό του. Η παρουσία του αδελφού λειτουργεί σαν να ανοίγει το κουτί της Πανδώρας.

Η ένταση είναι αισθητή σε κάθε βλέμμα του Piotr και όλα δείχνουν πως αυτή η συνάντηση δεν μπορεί να οδηγήσει σε κάτι καλό. Στο τέλος, όμως, προκύπτει μια μορφή κατανόησης. Δεν υπάρχει ευτυχισμένο τέλος, ούτε αγκαλιές. Υπάρχει όμως κατανόηση και συμφιλίωση.

Στην τελευταία σκηνή, δύο τρένα διασταυρώνονται στον ορίζοντα, συμβολίζοντας τους δύο αποξενωμένους αδελφούς. Στην αρχή μοιάζουν να κινούνται το ένα καταπάνω στο άλλο, σαν να πρόκειται να συγκρουστούν, τελικά όμως περνούν το ένα δίπλα από το άλλο και συνεχίζουν το καθένα προς τη δική του κατεύθυνση.

Κάπως έτσι βλέπω και τους ετεροθαλείς αδελφούς στην ταινία. Δεν θα γίνουν φίλοι, ούτε αδέλφια με την ουσιαστική έννοια. Μετά την κηδεία, ο καθένας θα ακολουθήσει τον δικό του δρόμο και ίσως να μη συναντηθούν ποτέ ξανά. Αυτό που έχει σημασία, όμως, είναι ότι ανάμεσά τους δημιουργήθηκε ένας δεσμός κατανόησης και, ίσως μέσα από αυτόν, κατάφεραν να επεξεργαστούν συναισθήματα που κρατούσαν θαμμένα για χρόνια.

Αυτό, λοιπόν, που θα ήθελα να κρατήσει το κοινό είναι πως δεν μπορείς να προχωρήσεις πραγματικά μπροστά, αν πρώτα δεν συμφιλιωθείς με το παρελθόν σου.

Ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σας ως κινηματογραφιστή;

Πρώτα απ’ όλα, θέλω απλώς να συνεχίσω να κάνω ταινίες και να αφηγούμαι ιστορίες, κάτι που, όπως όλοι ξέρουμε, δεν είναι πάντα εύκολο.

Η επόμενη ταινία μου, The Clever Plan, την οποία επίσης δημιούργησα όσο σπούδαζα στη σχολή κινηματογράφου, έχει ήδη κάνει την πρεμιέρα της και αυτή την περίοδο ακολουθεί τη φεστιβαλική της πορεία. Πρόκειται για ένα εντελώς διαφορετικό πρότζεκτ, που γεννήθηκε από την επιθυμία μου να κάνω μια κωμωδία ληστείας. Παρότι στην επιφάνεια μοιάζει ανάλαφρη, στην πραγματικότητα μιλά για τη βαθιά αίσθηση απομόνωσης που μοιράζονται δύο πολύ διαφορετικοί άνθρωποι, τους οποίους φέρνει κοντά μια απρόσμενη τροπή των γεγονότων.

Πρόσφατα ολοκλήρωσα επίσης την πτυχιακή μου ταινία στη Σχολή Κινηματογράφου Krzysztof Kieślowski στο Κατοβίτσε, με τίτλο Born to Hang Won’t Drown. Η ταινία βρίσκεται στα τελικά στάδια του post – production και αναμένει την πρεμιέρα της. Σε αυτήν ήθελα να εξερευνήσω το αναπόφευκτο της μοίρας, καθώς ένας νεαρός ιδεαλιστής έρχεται αντιμέτωπος με μια σκληρή πραγματικότητα.

Αυτό που αγαπώ περισσότερο στις ταινίες μου, αλλά και στα μελλοντικά μου πρότζεκτ, είναι να αφηγούμαι ιστορίες για συνηθισμένους ανθρώπους που βρίσκονται μέσα σε ασυνήθιστους κόσμους ή καταστάσεις. Το να χτίζω αυτές τις συνθήκες γύρω από έναν χαρακτήρα είναι αυτό που επιτρέπει σε έναν καθημερινό άνθρωπο, σαν όλους εμάς, να γίνεται πραγματικά συναρπαστικός.

 

6ο Thessaloniki Free Short Festival 2026

Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2026

Ωράριο προβολών: 20:00 – 23:30

Στον  Πολυχώρο WE (Λεωφόρος 3ης Σεπτεμβρίου 3 & Γρηγορίου Λαμπράκη, Θεσσαλονίκη) Απέναντι από τη στάση Μετρό «Πανεπιστήμια»

Πρόγραμμα προβολών:

12 Επίσημες επιλογές: 6 Ελληνικές & 6 Διεθνείς Φοιτητικές Ταινίες Μικρού Μήκους

3 Γαλλικές Ταινίες Μικρού Μήκους σε συνεργασία με το Hallucinea Film Festival

3 Μουσικά Βίντεο Κλιπ κατά τη διάρκεια δεκάλεπτου διαλείμματος

ΕΙΣΟΔΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗ

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.
Προσθήκη του exostis.gr στην Google

Related stories

How to Have Sex — Οι γκρίζες ζώνες στη συναίνεση

γράφει η Κατερίνα Χρυσοχόου Μία μέρα, ψάχνοντας κάτι να δω...

Τι βλέπουμε αυτή την εβδομάδα στα θερινά της Θεσσαλονίκης

Κλασικές ταινίες, αγαπημένα cult διαμάντια, ρομαντικές ιστορίες, Disney, Κουροσάβα,...

Τέλος εποχής για ιστορικό δισκοπωλείο της Θεσσαλονίκης – Έπειτα από 48 χρόνια κατεβάζει ρολά

Ένα κομμάτι της μουσικής ιστορίας της Θεσσαλονίκης ετοιμάζεται να...

Βιβλιοπρόταση: Joseph Roth «Ιώβ. Η ιστορία ενός απλού ανθρώπου».

Γράφει ο Τάσος Γέροντας Joseph Roth «Ιώβ. Η ιστορία ενός...