HomeInterviewsΘωμάς Κοροβίνης: «Η μνήμη είναι η ανεξάντλητη...

Θωμάς Κοροβίνης: «Η μνήμη είναι η ανεξάντλητη πηγή της έμπνευσής μου»

Ο Θωμάς Κοροβίνης, συγγραφέας, ποιητής και ερμηνευτής, παραμένει μια από τις πιο αυθεντικές φωνές του σύγχρονου ελληνικού λόγου και πολιτισμού. Από τα χρόνια της Θεσσαλονίκης της Μεταπολίτευσης, που τον μύησαν στη δύναμη της τέχνης και της συλλογικής εμπειρίας, μέχρι τη βαθιά συνομιλία του με τον λορκικό κόσμο στην παράσταση Duende, το έργο του διατρέχεται από την ποίηση, τη μνήμη και τον αγώνα για προσωπική και συλλογική ελευθερία. Με ειλικρίνεια και πάθος, μιλά για τις επιρροές του, τις ρίζες της δημιουργίας του και τον τρόπο που αντιλαμβάνεται τον διάλογο ανάμεσα στη λογοτεχνία, τη μουσική και τη θεατρική πράξη.

της Μαρίας Φαρδέλλα

Ποιες προσωπικές εμπειρίες ή αναμνήσεις από τη Θεσσαλονίκη διαμόρφωσαν τη λογοτεχνική σας φωνή;

Όσα έζησα, προσωπικές και κοινωνικές εμπειρίες, πολλές απ’ αυτές έντονες και εκστασιακές, της νιότης μου, ιδιαίτερα τις δύο τελευταίες δεκαετίες του περασμένου αιώνα, στην Θεσσαλονίκη κι ένα μεγάλο διάστημα στην Πόλη,  έχουν διαμορφώσει όχι μόνο την λογοτεχνική μου φωνή αλλά την σύνολη προσωπικότητά μου. Η Θεσσαλονίκη πέρασε μια περίοδο λαμπρής και ποικίλης πολιτιστικής ακμής κατά την Μεταπολίτευση που μας πλούτισε πνευματικά, ηθικά, πολιτικά και ερωτικά. Αλησμόνητα χρόνια που οι σημερινοί νέοι δεν μπορούν να διανοηθούν την σημασία τους γιατί το σκηνικό της ζωής στην πόλη μας έχει αλλάξει απόλυτα. Σε βαθμό ώστε κάποιοι από μας, τους παλιότερους να νιώθουμε σήμερα ξένοι και ορφανοί ζώντας στον τόπο που τόσο αγαπήσαμε και μας σημάδεψε.

Η ποίηση και η μνήμη φαίνεται να είναι κεντρικά θέματα στα έργα σας. Πώς προσεγγίζετε αυτά τα θέματα στη συγγραφή σας;

Με την ποίηση έχω ασχοληθεί συστηματικά από νέος, έχω γράψει ποιήματα και στιχουργήματα που άλλα μελοποιήθηκαν και άλλα όχι. Έχω έφεση και ευκολία στον στίχο. Η μνήμη ως προσωπική παρακαταθήκη βιωμάτων, κυρίως των πιο σκληρών, και η ιστορική μνήμη, ιδιαίτερα της χώρας μας, είναι η ανεξάντλητη πηγή των εμπνεύσεών μου, ιδιαίτερα όταν συνδέεται με τα άδικα που έχουμε υποστεί σαν λαός.

Ποιος ήταν ο μεγαλύτερος δάσκαλος ή επιρροή σας στην πορεία σας ως συγγραφέας;

Τους κλασικούς της νεοελληνικής λογοτεχνίας, πεζογράφους και ποιητές έχω κυρίως διαβάσει και μελετήσει και κάποιους ξένους. Δάσκαλοί μου είναι ο Χριστιανόπουλος, ο Γιώργος Σαββίδης, ο Δημήτρης Μαρωνίτης, η Διδώ Σωτηρίου, ο Μάνος Ελευθερίου, ο Περικλής Κοροβέσης. Ο Γιώργος Ιωάννου είναι εκείνος που νιώθω κάπως να με έχει επηρεάσει στην πεζογραφία.

Στην παράσταση «Duende», ερμηνεύετε τον λορκικό λόγο με έναν τρόπο που «συνομιλεί» με τη δική σας λογοτεχνική πορεία. Πώς προσεγγίσατε αυτόν τον ρόλο;

Πολύ αυθόρμητα και «σαν έτοιμος από καιρό». Εξάλλου έχω μια προπαιδεία γνωριμίας με το έργο του Λόρκα και συνομιλίας με την προσωπικότητά του από πολύ νεαρός. Έχω μια κάποια συγγένεια μαζί του. Ο τρόπος και το μεράκι με τα οποία προσεγγίζω στα έργα μου την δική μας παράδοση έχει κάποια αντιστοιχία με τον διάλογο του Λόρκα με την Ισπανική παράδοση  και την ανάδειξη του λαϊκού ταμπεραμέντου των μεσογειακών λαών.

Το έργο ασχολείται με τον εμφύλιο σπαραγμό και την υπαρξιακή παραβατικότητα. Τι σας συγκινεί περισσότερο σε αυτή την θεματική;

Δεν υπάρχει παραβατικότητα, τονίζεται η ανάγκη του αγώνα για αυτοπροσδιορισμό και προσωπική ανεξαρτησία του ατόμου μέσα σε συνθήκες ασφυξίας ενός συντηρητικού οικογενειακού περιβάλλοντος και μιας κατασπαρακτικής κοινωνίας, αγώνας ζωής και θανάτου. Μ’ αυτή την έννοια το έργο αποκτά διαχρονικότητα, γιατί αυτές οι συνθήκες δεν παύουν να υφίστανται σ’ όλες τις μεριές της οικουμένης με τη μια ή την άλλη μορφή.
Ο εμφύλιος μας καίει εδώ εμάς, γιατί τον πληρώσαμε ακριβά και οι λογαριασμοί εκείνοι δε φαίνεται να κλείνουν εύκολα, ιδίως αν η αμείλικτη Δεξιά με τους επιγόνους της δεν ξαναδιαβάσει την ιστορία και δε βάλει νερό στο κρασί της. Και αν η Αριστερά βέβαια δε μαζέψει τα κομμάτια της.

Πώς σας επηρέασε η μουσική και ο συνδυασμός σώματος, λόγου και μουσικής στη σκηνική σας ερμηνεία;

Προσπαθώ να ερμηνεύσω τον λόγο με φυσικότητα, ακρίβεια και χρωματικό φωνητικό τονισμό ώστε να αποδώσω τις συναισθηματικές εναλλαγές όσο γίνεται πιο καίρια και πιο υποβλητικά. Έχω δοκιμαστεί σ’ αυτό πολύ στο παρελθόν. Διαβάζω όχι σα να απευθύνομαι στο κοινό αλλά σα να τα λέω στον ίδιο τον Λόρκα κρατώντας του το χέρι. Αντιλαμβάνομαι τον ρόλο μου ως βασικό μέρος ενός συνδυασμού τεχνών με στόχο την εναρμόνισή τους και σ’ αυτό συντελούν η σκηνοθετική μέριμνα του Βραχνή και η πρωτότυπη μουσική του Κραουνάκη σε εναρμόνιση με τον λόγο, με την συνεργασία των νεαρών ηθοποιών-χορευτών-τραγουδιστών και χορωδών.

 


Ποιες δυσκολίες αντιμετωπίσατε στην ενσάρκωση ενός ρόλου που δεν είναι απλώς αφηγηματικός, αλλά μια φωνή μνήμης και κραυγής;

Δεν υπάρχει δυσκολία, μου είναι οικεία και λατρευτά θέματα και είμαι προπονημένος από καιρό σ’ αυτά.

Στην παράσταση υπάρχει έντονη αίσθηση τελετουργίας και «Duende» όπως το περιέγραψε ο Lorca. Τι σημαίνει για εσάς προσωπικά αυτή η έννοια;

Θα επιχειρούσα να αποδώσω την εκδοχή του Duende κατά την προσωπική μου αίσθηση. Θα μπορούσα να το ορίσω κάπως έτσι : «Η έξαρση της ψυχής, του κορμιού και του νου ως υπέρβαση της γήινης διάστασής τους σε συνεργασία μεταξύ τους πέρα από τους νόμους της λογικής, φαινόμενο που οφείλεται σε μια αιφνίδια μα όχι αναίτια εκρηκτική πυροδότηση των ενστίκτων, με αποτέλεσμα αυθεντικό, σπάνιο και θαυμαστό, είτε ως απλή λειτουργία ζωής, είτε ως επιδραστικό γεγονός στην δημιουργία μιας μορφής τέχνης, χωρίς φυσικά, το αντίθετο μάλιστα, το ένα να αναιρεί το άλλο.

Υπάρχουν στοιχεία από τα δικά σας ποιητικά ή θεατρικά κείμενα που συνδέονται ή αλληλεπιδρούν με τον λορκικό λόγο στην παράσταση;

Διάσπαρτα ναι, έμμεσες κυρίως αναφορές. Και κάποια άμεσα συγγενή. Θα το διαπιστώνατε αν διαβάζατε το μεγάλο μυθιστόρημά μου «Ο θρύλος του Ασλάν Καπλάν» που διαδραματίζεται στη Θεσσαλονίκη  μέσα στη φωτιά του 1917, εκεί να δείτε έξαρση του αδιέξοδου ερωτικού πάθους και ψυχικοσωματικό σπαραγμό.

Τι θέλετε να κρατήσει το κοινό μετά την παράσταση, και πώς συνδέεται αυτό με τη δική σας καλλιτεχνική πορεία και την αγάπη σας για τη Μεσόγειο και τη μνήμη;

Δε μπορείς να μπεις στην καρδιά του κοινού, γιατί το κοινό δεν έχει κοινό αίσθημα. Είναι ζήτημα ψυχικής αγωγής και επεξεργασίας δραματικών προσωπικών βιωμάτων ο τρόπος πρόσληψης μιας παράστασης τέτοιου ύφους. Δε μπορώ να πω εγώ πως θα το συνδυάσει κάποιος με το έργο μου, αν με έχει παρακολουθήσει στην πορεία μου θα αντιληφθεί την σύνδεσή μου.


 

Duende / Μονάχα αίμα ανθίζει εδώ 3,4 & 5 Οκτωβρίου

 

Η Εταιρεία Θεάτρου Πρόταση ανοίγει τη φετινή σεζόν με το «Duende / Μονάχα αίμα ανθίζει εδώ», ένα έργο-κραυγή για τον εμφύλιο σπαραγμό, σε σκηνοθεσία Στέλιου Βραχνή στο Θέατρο Αυλαία 3,4 & 5 Οκτωβρίου. Μια πρωτότυπη σκηνική και ηχητική σύνθεση, βασισμένη στα εμβληματικά ποιητικά και θεατρικά γραπτά του Federico García Lorca και στις μελοποιήσεις του μεγάλου Έλληνα συνθέτη Σταμάτη Κραουνάκη.

Ο Federico García Lorca, ποιητής της γενιάς του ’27, έδωσε φωνή στους αποκλεισμένους, στις γυναίκες, στους καταπιεσμένους. Εκτελέστηκε τις πρώτες μέρες του Ισπανικού Εμφυλίου, το 1936, χωρίς δίκη. Το σώμα του έμεινε άταφο και η φωνή του έγινε παγκόσμιο σύμβολο μνήμης και αντίστασης.

Ο Lorca περιέγραψε το «Duende» στη διάλεξή του στη Μαδρίτη το 1933 ως τη σκοτεινή, αρχέγονη δύναμη που οδηγεί την τέχνη στα άκρα της ανθρώπινης εμπειρίας: στο θρήνο, στον έρωτα, στο θάνατο.

Η παράσταση

Στην παράσταση του Στέλιου Βραχνή, ο Λόγος, η Μουσική και το Σώμα ενώνονται σε ένα δυνατό οδοιπορικό μνήμης και συγκίνησης. Η μάνα νανουρίζει και θρηνεί, οι εραστές διεκδικούν την ύπαρξή τους σε έναν κόσμο που δεν τους χωρά, ενώ τα σώματα του Χορού γίνονται η ίδια η φωνή μιας πληγής που παραμένει ανοιχτή και ζωντανή.

Πρωταγωνιστής ο Χορός: 23 τραγουδιστές και ηθοποιοί και ένα τριμελές μουσικό σχήμα συνθέτουν το τελετουργικό τοπίο του λορκικού σύμπαντος. Τα σώματα δεν αφηγούνται μόνο μια ιστορία· γίνονται κραυγή μνήμης, φωνή του εμφυλίου και της ατομικής παρόρμησης που φιμώνεται. Στο κέντρο της σκηνής, ο Θεσσαλονικιός λογοτέχνης Θωμάς Κοροβίνης ενσαρκώνει τον λορκικό λόγο με έναν ρόλο που «συνομιλεί» με τη δική του λογοτεχνική πορεία γύρω από τη μνήμη, τη Μεσόγειο και την υπαρξιακή παραβατικότητα.

Ποιητικό σημείωμα

Θωμάς Κοροβίνης:
ΛΟΡΚΑ
«Ποτέ δε θα χορτάσει η Μεσόγειος / ν’ ακούει το πιάνο, τη Μπερνάρντα, τον Ιγνάθιο / και τα καταραμένα σου τραγούδια / Φεντερίκο / Όμορφε / λυγερέ / και φλογισμένε / ποιητή και θεατρίνε / παρά που πήγες από βόλι φαλαγγίτικο / άταφος κι άκλαυτος / βορά κυνών / έν’ αυγουστιάτικο πρωί…»

Συντελεστές

  • Δραματουργία / Σκηνοθεσία: Στέλιος Βραχνής
  • Μουσική: Σταμάτης Κραουνάκης
  • Μουσική / φωνητική επιμέλεια: Ελένη Δημοπούλου
  • Το Duende ερμηνεύει: Θωμάς Κοροβίνης
  • Πιάνο: Θάνος Σταμούλης
  • Τσέλο: Μαρία Τσόλκα
  • Κιθάρα: Κωστής Παλαιογιάννης
  • Βοηθός σκηνοθέτη: Πάνος Αναγνωστόπουλος
  • Βοηθός παραγωγής: Χαρά Σβάνου
  • Φωτογραφία: Γιάννης Πορτοκαλίδης, Απόστολος Λινάρδος
  • Επικοινωνία: Ρεβέκκα Ρουμελιώτη

Συμμετέχουν

Χαρά Σβάνου, Απόστολος Λινάρδος, Ναταλία Αποστολάκη, Αγγελίνα Δημητριάδη, Βάγια Θώμου, Γιώργος Καλημέρης, Λένια Κεσανλή, Ανδρέας Κεσανλής, Λίνα Κούτσικα, Ευγένης Κοψαχείλης, Αλεξάνδρα Μαγιοπούλου, Ελένη Ναβροζίδου, Φώτης Παπουτσής, Ηρώ Σαλάκου, Δέσποινα Σαραντίδη, Γιώργος Σαρίκης, Παναγιώτα Τατανάρη, Μαργαρίτα Τιλελή, Μαρία Τοπάλη, Κική Τσιτογιάννη

Πληροφορίες

  • Ημέρες & ώρες: Παρασκευή 3, Σάββατο 4 Οκτωβρίου – ώρα 21:00 | Κυριακή 5 Οκτωβρίου – ώρα 20:00
  • Χώρος: Θέατρο Αυλαία, Θεσσαλονίκη
  • Διάρκεια: 75’
  • Εισιτήρια: 17€ κανονικό | 15€ μειωμένο (φοιτητές, άνεργοι, ΑμεΑ)
  • Προπώληση: Ταμείο θεάτρου Αυλαία και στο https://www.more.com/gr-el/tickets/theater/duende-lorka/

Related stories