
Από το Γιώργο Καρακασίδη
Παγκόσμια Μέρα SEX την Πέμπτη που μας πέρασε. Αλήθεια, όμως, χρειάζεται να έχει τη δική του μέρα; Αφού (σχεδόν) κάθε μέρα δεν είναι στο μυαλό μας; Τουλάχιστον, όταν –και για όσο– έχουμε λυμένα τα βασικά μας προβλήματα (ή και όχι). Κι επειδή, κακά τα ψέματα, η τέχνη εμπνέεται από το sex αλλά και το sex εμπνέει την τέχνη, αυτή η σχέση αλληλεπίδρασης κάνει λίγο πιο πικάντικη –μάλλον καυτή– τη ζωή μας.
Ας παραλείψουμε τις τοιχογραφίες με γενετήσιες πράξεις που κοσμούσαν τα πρώτα παλαιολιθικά σπήλαια, τα αρχαιοελληνικά και ρωμαϊκά όργια (με αμφιβόλου ηθικής όρια ηλικίας), καθώς και τους απαγορευμένους πίνακες που κρύβονταν στα υπόγεια σπιτιών βικτωριανού «καθωσπρεπισμού». Κι ας κάνουμε ένα μεγάλο άλμα στη σύγχρονη τέχνη: την έβδομη. Η οποία –ώ του τεχνολογικού θαύματος– χωράει πια στην οθόνη ενός κινητού, αποδεικνύοντας ότι το μέγεθος δε μετράει (όχι όπως ακριβώς φαντάζεστε – θα επανέλθουμε σε αυτό).
Κι επειδή η παρατήρηση του σεξ -όπως και των υπόλοιπων φιλμικών genres- έχει κατά κανόνα γίνει μέσα από το πρίσμα του male gaze, ο γράφων θα επιχειρήσει να την προσεγγίσει όσο γίνεται πιο ουδέτερα, χωρίς να πέσει στις παγίδες του σημερινού wokeness.
Η απαρχή του κινηματογραφικού ερωτισμού (’20s–’50s)

Ο πρώτος μεγάλος εραστής της μεγάλης οθόνης ήταν ο Ρούντολφ Βαλεντίνο στα χρόνια του βωβού κινηματογράφου στα ’20s. Μετά τον θάνατό του, η δεκαετία του ’30 έφερε το κλασικό χολιγουντιανό σύστημα με τα λαμπερά ζευγάρια στην οθόνη, αλλά και την καθιέρωση του Κώδικα Hays που επέβαλε όρια σε ό,τι θεωρούνταν “ανήθικο”. Έτσι, μπαίνοντας στα ’40s, ο ερωτισμός κρυβόταν συχνά πίσω από βλέμματα, σκιές και υπαινιγμούς των film-noirs, μέχρι που στα ’50s ο αμερικανικός κινηματογράφος βρέθηκε πια κάτω από τη βαριά σκιά του Κώδικα, περιορίζοντας στο ελάχιστο τις ερωτικές απεικονίσεις. Ό,τι πιο προκλητικό μπορούσε να δει κανείς ήταν ένα φιλί που κρατούσε δευτερόλεπτα παραπάνω ή μια γυμνή πλάτη στο μισοσκόταδο. Κι όμως, μέσα από αυτά τα «μισόλογα», σταδιακά γεννήθηκε η εικόνα του sex-symbol: η Marilyn Monroe στο “Some Like It Hot” ή το “The Seven Year Itch” ανέδειξε πώς ο ερωτισμός μπορούσε να περάσει μέσα από ένα χαμόγελο και ένα φουστάνι που ανεμίζει, αφήνοντας τη φαντασία να κάνει τα υπόλοιπα. Σήμερα, βέβαια, θα μπορούσε κανείς να μιλήσει για μια πρώιμη μορφή γυναικείου objectification, όμως στα πλαίσια εκείνης της εποχής ο ερωτισμός συνυπήρχε με τα noirs και τις femme fatales που τύλιγαν σαν αράχνες τα αρσενικά παλαιάς κοπής της μεγάλης οθόνης — από τη Barbara Stanwyck στο “Double Indemnity” του Billy Wilder μέχρι τη Rita Hayworth που βγάζει το γάντι της στο “Gilda” του Charles Vidor.
Η ρήξη των ταμπού (‘60s) και η απελευθέρωση (‘70s)

Στα ’60s αρχίζουν να σπάνε τα ταμπού. Η Ευρώπη προχωράει πιο τολμηρά από το Χόλιγουντ: ο Fellini βάζει στο “La Dolce Vita” την Anita Ekberg να βαφτίζεται ερωτικά στα νερά της Φοντάνα ντι Τρέβι, ενώ στη Σουηδία και στη Γαλλία η σεξουαλικότητα φιλμάρεται με μεγαλύτερη άνεση. Στην Αμερική, ο Kubrick σοκάρει με τη “Lolita” (1962), βασισμένη στο προκλητικό μυθιστόρημα του Ναμπόκοφ για τον εμμονικό έρωτα ενός μεσήλικα με μια ανήλικη, μια ιστορία που θα ήταν αδύνατο να περάσει σήμερα στη μεγάλη οθόνη. Το 1967 το “The Graduate” με την Anne Bancroft ως Mrs. Robinson κλείνει το μάτι στη νέα γενιά, βάζοντας στο mainstream τη σχέση μιας ώριμης γυναίκας με έναν νεαρό άντρα (Dustin Hofmann), ενώ το 1968 το “The Thomas Crown Affair” αποδεικνύει ότι ο ερωτισμός μπορεί να κορυφωθεί μέσα από βλέμματα και κινήσεις σε μια παρτίδα σκάκι ανάμεσα στον Steve McQueen και τη Faye Dunaway.
Στα ’70s, όλα πια μπαίνουν στο τραπέζι. Ο Κώδικας Hays καταργείται και το Νέο Χόλιγουντ φέρνει ωμό ρεαλισμό: η σεξουαλικότητα απελευθερώνεται πλήρως. Το “Last Tango in Paris” του Bertolucci με τον Marlon Brando και τη Maria Schneider μένει στην ιστορία για την τολμηρότητά του, ενώ η διαβόητη «σκηνή με το βούτυρο» μετατρέπεται σε σκάνδαλο μετά τις αποκαλύψεις της πρωταγωνίστριας χρόνια αργότερα. Μένοντας στην Ευρώπη, διαχρονικές παραμένουν για τον ρεαλισμό τους οι ερωτικές σκηνές μεταξύ Donald Sutherland και Julie Christie στη στοιχειωμένη Βενετία του “Don’t Look Now” του Nicolas Roeg, ενώ το 1974 η λέξη “Emmanuelle” γίνεται συνώνυμη του soft porn με τη Sylvia Kristel πρέσβειρα ενός γλυκά πρόστυχου αισθησιασμού. Αντίθετα, ο βιασμός στην έπαυλη από τη συμμορία του Malcolm McDowell στο “Clockwork Orange” είναι ένας από τους λόγους που αναγκάζουν τον Stanley Kubrick να αποσύρει την ταινία από τη διανομή στη Βρετανία, επιτρέποντας την επανακυκλοφορία της μόνο μετά τον θάνατό του. Στην άλλη όχθη, το “Deep Throat” σηματοδοτεί την εποχή του “porno chic”, όταν ακόμη και ταινίες πορνό προβάλλονταν σε κανονικούς κινηματογράφους με ουρές θεατών. Παράλληλα, το queer cinema κάνει τα πρώτα του τολμηρά βήματα, με τον Fassbinder και τον Pasolini να φέρνουν στο προσκήνιο την ομοφυλοφιλική επιθυμία χωρίς περιστροφές.
Το σώμα στο επίκεντρο (’80s)

Στα ’80s, το σεξ στον κινηματογράφο παίρνει πιο γυαλιστερή και επιδεικτική μορφή. Δύσκολα μπορεί να ξεχάσει κανείς τον κυριολεκτικό κι ερωτικό ιδρώτα της Κάθλιν Τέρνερ και του Γουίλιαμ Χαρτ στην Έξαψη του “Body Heat”, φιλμ που πατά στους κανόνες του νουάρ. Την Κάθλιν Τέρνερ τη συναντάμε ξανά το 1984 με διπλή ζωή (σχεδιάστρια μόδας το πρωί, πόρνη το βράδυ) ως China Blue στο “Crimes of Passion”, χωρίς να φοβάται να ικανοποιήσει ακόμα και τα πιο ακραία βίτσια των πελατών της. Η πιο εμβληματική, όμως, ταινία της δεκαετίας (σε πιο mainstream επίπεδο) σκηνοθετείται από τον Adrian Lyne και κυκλοφορεί το 1986. Οι “9½ Εβδομάδες” περιγράφουν τη βραχύβια σχέση πάθους ανάμεσα σε μια γκαλερίστρια κι έναν χρηματιστή, καθιερώνοντας την Kim Basinger και τον Mickey Rourke ως sex symbols της εποχής. Παιχνίδια με ζελέ και δεμένα μάτια, κυνήγι σε βρεγμένες σκάλες κι ένα επικό στριπτίζ υπό τους ήχους του Joe Cocker, που σε παρακινεί να μείνεις στο τέλος μόνο με το καπέλο σου, δημιουργούν τον απόλυτο cult ερωτικό θρύλο. Ακολουθεί, ένα χρόνο μετά, από τον ίδιο σκηνοθέτη, η ιστορία του one-night stand ενός παντρεμένου με μια άλλη γυναίκα στο “Fatal Attraction”. Αίσθηση προκαλεί η σκηνή σεξ στο ασανσέρ ανάμεσα στον Michael Douglas και τη Glenn Close, με την τελευταία να αποδεικνύεται ψυχοπαθής stalker, σε αντίθεση με τη γλυκιά σύζυγο που κάνει την καρδιά της πέτρα και συγχωρεί στο τέλος το παραστράτημα του άντρα της. Κρίμα, γιατί η έντονη ερεθιστικότητα της ταινίας καταλήγει σε ένα συμβιβαστικό -παρά την κορύφωση της έντασης- φινάλε, απότοκο του συντηρητισμού των ’80s. Άξιο αναφοράς το ερωτικό νεο-νουάρ “Sea of Love”, μεγάλο εμπορικό hit του 1989, με την Ellen Barkin να βάζει χέρι εκεί που δεν πρέπει στον Al Pacino, του οποίου η καριέρα είχε πάρει την κατιούσα στα τέλη των ’70s. Την ίδια χρονιά, οι φήμες ότι οι Mickey Rourke και Carré Otis δεν προσποιούνται στις ερωτικές σκηνές της “Άγριας Ορχιδέας” φουντώνουν και εξάπτουν το ενδιαφέρον, μιας και ήταν πραγματικό ζευγάρι.
Η χρυσή εποχή του ερωτικού θρίλερ (’90s)

Στα ’90s, το ερωτικό θρίλερ βρίσκεται στο απόγειό του: σκοτεινό, ψυχολογικό και συχνά απρόβλεπτο. Στο “Presumed Innocent” του Άλαν Πάκουλα (που πρόσφατα απέκτησε remake σε σειρά στο Apple TV), ενώ συναντάμε το γνώριμο μοτίβο της απιστίας ενός οικογενειάρχη δημόσιου κατήγορου (Harrison Ford), η ιστορία παίρνει διαφορετική τροπή: εκείνος βρίσκεται ύποπτος για τον φόνο της συναδέλφου του (Greta Scacchi), με την οποία είχε παράνομο δεσμό. Σε αντίθεση με το Fatal Attraction του Lyne το ’87, εδώ η πλοκή αποδεικνύεται λιγότερο προβλέψιμη.
Το 1992, η κατάσταση κάνει στροφή 180° με το “Basic Instinct”. Η Sharon Stone δεν είναι απλά μια δυναμική γυναίκα που παίρνει την κατάσταση στα χέρια της, αλλά καταλύτης για μια σειρά γεγονότων που ξεφεύγουν από τον έλεγχο κάθε άντρα, του οποίου οι φαντασιώσεις μπορούν να θρυμματιστούν μόνο με έναν παγοκόφτη. Το περίφημο σταυροπόδι (χωρίς εσώρουχο) ίσως είναι το καρέ με τα περισσότερα pauses όλων των εποχών (σε εποχές που δεν ήταν τόσο εύκολη η δυνατότητα του fast forward/rewind), ενώ η απεικόνιση λεσβιακής σχέσης και η σκηνή με το ενστικτωδώς άγριο σεξ μεταξύ Douglas και Tripplehorn κατέστησαν τον Ολλανδό σκηνοθέτη Πολ Βερχόφεν μέγα προβοκάτορα, συνθέτοντας με τον σεναριογράφο Τζο Έστερχαζ το απόλυτο —χιτσκοκικής υφής— ερωτικό θρίλερ. Το λάγνο βλέμμα της Stone θα το συναντήσουμε ξανά ένα χρόνο μετά στο λιγότερο πετυχημένο “Sliver” (πάλι σε σενάριο Έστερχαζ), με θέμα την ηδονοβλεψία σε λοφτ του Μανχάταν, με την επίμαχη σκηνή στην κολώνα (με τον μικρότερο αδερφό του Alec Baldwin, William) να προκαλεί ακόμα ερωτικούς ιλίγγους. Την ίδια χρονιά, η Demi Moore —που μέχρι τότε είχε πιο πολύ το στυλ «του κοριτσιού της διπλανής πόρτας»— ενδίδει στην “Ανήθικη Πρόταση” του Robert Redford να περάσει μια βραδιά μαζί του για ένα εκατομμύριο δολάρια, με τη διστακτική συγκατάθεση του συζύγου της (Woody Harrelson). Το ξεπούλημα του σεξ στον καπιταλισμό παίρνει επίσημα σφραγίδα. Η ίδια ηθοποιός θα αντιστρέψει τη σχέση εξουσίας ανάμεσα στα φύλα, στριμώχνοντας ως αφεντικό τον υφιστάμενό της Michael Douglas στο “Disclosure” του 1994. Την ίδια χρονιά, η Linda Fiorentino στο “The Last Seduction” είναι σκέτη φωτιά και λαύρα, στήνοντας παγίδες με την ακαταμάχητη γοητεία της και χειραγωγώντας άντρες σαν πιόνια στη σκακιέρα της. Το 1996, ο άρχοντας του body horror David Cronenberg κερδίζει τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες με το “Crash” (βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο του J.G. Ballard), φετιχοποιώντας τον σαδομαζοχισμό που μπορεί να προκύψει από τη σύγκρουση αυτοκινήτων — μια αλληγορία, στην ουσία, για την εισβολή της τεχνολογίας ακόμα και στην ερωτική μας φύση. Δύο χρόνια μετά, αξιομνημόνευτη είναι η σκηνή με το τρίο ανάμεσα στους Matt Dillon, Denise Richards και Neve Campbell στο “Wild Things”. Η δεκαετία κλείνει με το κύκνειο άσμα του Stanley Kubrick “Eyes wide shut”, με το γυμνό κορμί της Nicole Kidman και την εξομολόγηση μιας φαντασίωσης στον Tom Cruise – που πυροδοτεί την προσωπική του Οδύσσεια- να επισκιάζουν τα μασονικού τύπου όργια στη βίλα.
Λίγο πριν από την κυριαρχία του ίντερνετ (‘00s)

Στα ’00s η κατάσταση παραμένει σχετικά ακμαία τουλάχιστον μέχρι τα μέσα προς τα τέλη της δεκαετίας, όταν το ίντερνετ αρχίζει να ανεβάζει στροφές και να προσφέρει ιδιωτικότητα στη θέαση του σεξ μέσα από τη βολικότητα της οθόνης ενός υπολογιστή. Έως τότε βέβαια, ουκ ολίγες είναι οι αλησμόνητες ερωτικές σκηνές, όπως της “Unfaithful” Diane Lane στην σκάλα ή στην τουαλέτα ενός καφέ με τον πολύ νεότερο της Olivier Martinez (σε σκηνοθεσία πάλι του Adrian Lyne), με το κέρατο να το τρώει κατά διαβολική ειρωνεία το άλλοτε sex symbol του “American Gigolo”, Richard Gere. Ακολουθεί το spanking στο γραφείο που τρώει ως “Secretary” η Maggie Gyllenhaal από το αφεντικό της James Spader το 2002, ενώ ένα χρόνο μετά, στο “Dreamers” του Bertolucci, δύο δίδυμα αδέρφια (η Eva Green και ο Louis Garrel) παρασύρουν τον Michael Pitt σε ένα ερωτικό πειραματικό γαϊτανάκι, την ώρα που έξω από την πόρτα τους ξεσπά ο Μάης του ’68. Στο “9 Songs” του Michael Winterbottom, εν μέσω εναλλακτικών Brit pop ήχων ξεπετάγονται απίστευτα αληθοφανείς σεξουαλικές σκηνές, ενώ στο σκοτεινό “In the Cut”, το άλλοτε σύμβολο των ρομαντικών κομεντί, η Meg Ryan, δείχνει μια πεσιμιστική τολμηρότητα, καθώς μπλέκει ερωτικά με ένα ντετέκτιβ που μπορεί και να είναι δολοφόνος (Mark Ruffalo).
Στο μεταξύ το queer cinema έχει τη σεξουαλική του τιμητική το 2005 με το οσκαρικό “Brokeback Mountain” του Ang Lee και την περίπλοκη ερωτική σχέση ανάμεσα σε δύο cowboys (τον αδικοχαμένο Heath Ledger και τον Jake Gyllenhaal), ενώ τέσσερα χρόνια πριν είχε προηγηθεί ο λεσβιακός του αντίποδας, το διαχρονικά μυστηριώδες “Mulholland Drive”, όπου ο David Lynch καδράρει αισθησιακά τις Naomi Watts και Laura Elena Harring, βρίσκοντας για άλλη μια φορά τρόπο να διαπεράσει ηδονικά τις κλειστές γρίλιες του ανοίκειου – όπως είχε κάνει και στο “Lost Highway” το ’97 με τη σεξουαλική σκηνή μπροστά στους προβολείς ενός αυτοκινήτου. Άξιο αναφοράς για τα ’00s είναι και το “Shortbus”, όπου στην προσπάθεια μιας ανοργασμικής σεξολόγου να εισέλθει με τη βοήθεια μιας dominatrix σε μια ιδιαίτερη κοινότητα, η αφήγηση κορυφώνεται με ένα αυθεντικό όργιο που σοκάρει και απελευθερώνει ταυτόχρονα.
Από τα ‘10s μέχρι σήμερα

Περνώντας στα 10s, τα πράγματα αρχίζουν να γίνονται πιο ‘άνυδρα’ όσον αφορά την κινηματογραφική σεξουαλικότητα. Οι ταχύτητες του ίντερνετ έχουν ανέβει κατακόρυφα, δίνοντας πρόσβαση στο «άτεχνο» (αλλά πιο βολικό — άρα και βασικό αντίπαλο της ερωτικής ταινίας) πορνό μέσα από την οθόνη ενός κινητού (το μέγεθος που αναφέραμε στην αρχή του κειμένου). Αυτό σε συνδυασμό με την έξαρση του political correctness και το πέρασμα στο τηλεοπτικό streaming καθιστούν κάπως περιττή την ανάγκη διέγερσης μέσα στη σκοτεινή αίθουσα. Βέβαια δε γίνεται να απουσιάσει η ερωτική τολμηρότητα από το σελιλόιντ, ξεπερνώντας σε σημεία το παρελθόν.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα το “Gone Girl” του David Fincher. Αν η Sharon Stone με το Βασικό Ένστικτο ανέδειξε την ηλεκτρισμένη αμηχανία που μπορεί να προκαλέσει μια γυναίκα στους άντρες, η Rosamund Pike -στο βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο της Gillian Flynn φιλμ- ενσάρκωσε τις φονικές διαθέσεις που μπορεί να κρύβονται πίσω από τη διαβολική της ευφυΐα.
Σε εντελώς διαφορετικό τέμπο, το οσκαρικό “Moonlight” (2015) του Barry Jenkins αποτυπώνει συγκλονιστικά την καταπιεστική αίσθηση αμηχανίας ενός μαύρου gay στο κατεξοχήν άντρο ματσίλας, το γκέτο. Ένα χρόνο αργότερα, στο “The Handmaiden” του Παρκ Τσαν-γουκ, παρακολουθούμε στην -υπό ιαπωνική κατοχή- Κορέα του ’30- τη σεξουαλικότητα που αναπτύσσεται σαν χορογραφία ανάμεσα σε μια πλούσια κληρονόμο και την υπηρέτρια της (με τη δολοπλοκία να καραδοκεί). Ορόσημο για το queer σινεμά είναι και το “Call Me by Your Name”: ο έφηβος γιος ενός καθηγητή αρχαιολογίας ερωτεύεται ένα φοιτητή του πατέρα του στην ιταλική εξοχή των 80s, σε ένα ρομαντικό καλοκαίρι που δε θέλει κανείς να τελειώσει ποτέ. Αντίθετα, η τριλογία του “50 Shades of Grey” που βασίζεται στην ομώνυμη σειρά bestseller αποδεικνύεται πολύ κακό για το τίποτα με τις κάπως άχαρα σκηνοθετημένες BDSM σκηνές ανάμεσα στη Dakota Johnson & τον Jamie Dornan να δυσκολεύονται να ανεβάσουν τη λίμπιντο. Λίμπιντο που εκτοξεύεται από τον εθισμό της Charlotte Gainsbourg στο σεξ στο διπλό “Nymphomaniac” του μόνιμα προκλητικού Lars von Trier.
Φτάνοντας στα 20s, στο “Titane” η σεξουαλική επαφή της ηρωίδας (Agathe Rousselle) με μια… Cadillac ακολουθεί τα αλληγορικά πρότυπα του Crash του Cronenberg, με το σεξ με τη μηχανή να λειτουργεί ως συμβολισμός για την αποξένωση και τη ‘μηχανοποίηση’ του ανθρώπου.
Στο “Babygirl” της Halina Reijn, οι προσδοκίες, αν και μεγάλες, μένουν ελαφρώς μετέωρες, παρά το ενδιαφέρον concept. Η CEO μιας εταιρείας (Nicole Kidman) γίνεται ερωτική servant με master έναν πολύ μικρότερο σε ηλικία υπάλληλό της (Harris Dickinson). Το kinky στοιχείο λειτουργεί ως μέσο εκτόνωσης της πίεσης που μπορεί να δέχεται μια γυναίκα σε θέση εξουσίας.
Τέλος, το βραβευμένο με Όσκαρ “Anora” του Sean Baker θίγει το θέμα της σεξεργασίας, με μια νεαρή μετανάστρια δεύτερης γενιάς (Mikey Madison) να βλέπει το όνειρο του πλούτου να μοιάζει ξαφνικά προσιτό, μέσα από έναν παρορμητικό γάμο με τον γιο ενός Ρώσου ολιγάρχη.
Επίλογος
Κάπου εδώ ολοκληρώνεται το αφιέρωμα, το οποίο εύλογα μπορεί να έχει κάποια κενά ή υπερβολές. Άλλωστε, ποιος μπορεί να χωρέσει ολόκληρη τη σεξουαλικότητα του σινεμά σε μερικές παραγράφους; Το μόνο σίγουρο είναι πως, όσο κι αν ο συντηρητισμός προσπαθεί να της κλείσει την πόρτα, εκείνη θα βρίσκει πάντα τρόπο να τρυπώνει στις αισθήσεις, στο μυαλό και -γιατί όχι- στην καρδιά μας.


