
Το περιστατικό σημειώθηκε το μεσημέρι της Τετάρτης 19 Αυγούστου, στη συμβολή των οδών Βασιλίσσης Όλγας και Ξενοπούλου.
Η Ελένη Παπαστεργίου μας εξιστορεί, με λόγια που ακόμη κουβαλούν τον φόβο εκείνων των λεπτών, πώς ένα ήσυχο μεσημέρι μετατράπηκε ξαφνικά σε εφιάλτη. Από τη στιγμή που άνοιξε την πόρτα του σπιτιού της και αντίκρισε τη φωτιά, μέχρι τη στιγμή που πίστεψε πως δεν θα προλάβει να σωθεί, περιγράφει λεπτό προς λεπτό την εμπειρία που, όπως λέει η ίδια, άλλαξε για πάντα τον τρόπο που βλέπει τη ζωή. Το περιστατικό σημειώθηκε το μεσημέρι της Τετάρτης 19 Αυγούστου, στη συμβολή των οδών Βασιλίσσης Όλγας και Ξενοπούλου. Για τη φωτιά γράφτηκαν ειδήσεις, καταγράφηκαν τα γεγονότα και οι ζημιές. Πίσω όμως από τις πληροφορίες και τα αστυνομικά δεδομένα υπάρχει η πραγματική εμπειρία των ανθρώπων που βρέθηκαν εκεί.
Ήταν 19 Αυγούστου. Μεσημέρι. Κοιμόμουν και κάποια στιγμή ξύπνησα από φωνές. Στην αρχή δεν έδωσα σημασία. Νόμιζα ότι ήταν απλώς ένας ακόμη καβγάς από το διπλανό ζευγάρι.
Σηκώθηκα και πλησίασα την πόρτα. Την άνοιξα.
Αυτό που είδα δεν μπορώ ακόμη να το περιγράψω ακριβώς. Ήταν σαν ένα πύρινο νέφος. Και μαζί ένας τρομακτικός ήχος, ένα αργό, μακρόσυρτο «σσσσς», σαν μια ανάποδη, καυτή βροχή. Ένιωθα το σώμα μου να καίγεται.
Μπήκα ξανά μέσα στο σπίτι και πήρα ό,τι μπορούσα εκείνη τη στιγμή. Τα κλειδιά μου, το κινητό μου και δύο μικρές χριστιανικές εικόνες. Αυτό θυμάμαι. Κάποιοι άνθρωποι επέλεξαν να μείνουν στα σπίτια τους. Εγώ δεν το σκέφτηκα ούτε για ένα δευτερόλεπτο. Το μόνο που περνούσε από το μυαλό μου ήταν ότι, αν η φωτιά έφτανε μέσα στο διαμέρισμα, η μόνη μου επιλογή θα ήταν να πηδήξω από το μπαλκόνι.
Βγήκα.
Κατάφερα να φτάσω μέχρι τον πρώτο όροφο. Προσπαθούσα να αναπνεύσω, να βρω λίγο οξυγόνο, αλλά δεν μπορούσα. Άρχισα να ουρλιάζω και να χτυπάω πόρτες. Δεν είχα πια καμία αίσθηση του χώρου ή του χρόνου. Δεν ήξερα πού βρισκόμουν, δεν ήξερα τι έκανα. Έβλεπα τη φωτιά να ανεβαίνει γύρω μου. Κάτι μέσα στον αέρα με έκαιγε. Πονούσε η μύτη μου, πονούσε το στόμα μου, είχα γεμίσει στάχτη. Αργότερα έμαθα ότι είχα καεί και εσωτερικά.
Ένιωθα ότι άρχιζα να τσουρουφλίζομαι.
Χτυπούσα τις πόρτες και φώναζα: «Βοήθεια, καίγομαι».
Ήμουν τόσο πανικόβλητη, που λειτουργούσα χωρίς να καταλαβαίνω τι κάνω. Κάποια στιγμή σκέφτηκα μόνο ένα πράγμα: «Θα πάρω τη μαμά μου να την αποχαιρετήσω».
Άκουγα την Πυροσβεστική να πλησιάζει, αλλά μέσα μου ήμουν σίγουρη ότι δεν θα προλάβαιναν. Ότι δεν θα με έβρισκαν εγκαίρως. Εκεί, μέσα στις σκάλες, κατάλαβα ότι θα πεθάνω. Πίστεψα πραγματικά ότι θα καώ ζωντανή.
Έφτασα με κάποιον τρόπο στον δεύτερο όροφο. Συνέχιζα να φωνάζω: «Βοήθεια, ακούστε με!».
Και τότε, ξαφνικά, ένας άντρας άνοιξε μια πόρτα, με άρπαξε και μου είπε: «Έλα εδώ».
Με τράβηξε μέσα στο σπίτι του.
Έκλαιγα. Βγήκα στο μπαλκόνι. Απέναντι, στην άλλη πολυκατοικία, υπήρχαν άνθρωποι που μας κοιτούσαν. Πήρα τηλέφωνο τη μαμά μου, αλλά δεν μπορούσα να της μιλήσω. Πήρα και τον σύντροφό μου. Κοιτούσα τα χέρια και τα πόδια μου. Ήταν κατακόκκινα, καμένα.
Όλα είχαν ξεκινήσει από το υπόγειο και μέσα σε ελάχιστο χρόνο είχε γίνει αυτό.
Ο άνθρωπος που με έβαλε στο σπίτι του μου έδωσε ένα παντελόνι να φορέσω. Κάποια στιγμή επέστρεψα στο δικό μου σπίτι και άνοιξα τα παράθυρα. Αργότερα κατέληξα στο νοσοκομείο. Είχα οιδήματα, εγκαύματα, προβλήματα από όσα είχα εισπνεύσει. Θυμάμαι να μου ρίχνουν νερό στα πόδια και εγώ ακόμη να προσπαθώ να καταλάβω τι είχε συμβεί.
Σήμερα το αναπνευστικό μου είναι καλύτερα. Το στρες, όμως, μου προκάλεσε και άλλα προβλήματα.
Ακόμη σκέφτομαι πόσο λίγο περιθώριο είχα. Δεν υπήρχε χώρος, δεν υπήρχε χρόνος, δεν υπήρχαν πολλές πιθανότητες. Μέσα σε λίγα λεπτά βρέθηκα από το κρεβάτι μου να πιστεύω ότι πρόκειται να πεθάνω.
Και γι’ αυτό, όσο κι αν ακούγεται μεγάλη λέξη, για μένα το ότι βγήκα ζωντανή από εκεί ήταν ένα θαύμα.



