HomeInterviewsΜπορείς να βγάλεις τη Ρένια από τη...

Μπορείς να βγάλεις τη Ρένια από τη Θεσσαλονίκη, αλλά ποτέ τη Θεσσαλονίκη από τη Ρένια

Συνέντευξη στη Μαρία Μυλωνά/Φωτογραφίες: Νekti

Όταν μιλάς μαζί της, νιώθεις μια ζεστασιά, μία μαμαδίστικη αλλά και φιλική αίσθηση, σαν να τη γνωρίζεις χρόνια. Μα ναι, όντως τη γνωρίζεις. Έχει υπάρξει κομμάτι της παιδικής και ενήλικης ζωής σου, έχει υποδυθεί ρόλους που έχεις αγαπήσει και που σε κάθε επανάληψη, σε γυρνούν σε όμορφες στιγμές που αναπολείς. Από το Αστροπελέκι και την Αλίκη, μέχρι τη Χαρά και τη Χαρούλα, η Ρένια Λουϊζίδου έχει αφήσει ένα ισχυρό στίγμα στην τηλεόραση αλλά και στο θέατρο, έχει λάβει πολλές και διαφορετικές ταυτότητες, τις οποίες σήμερα νιώθει σαν παράσημα.

Μιλήσαμε για την τρέλα των 90s, την αγάπη για τη Θεσσαλονίκη, τα λάθη του παρελθόντος, τη μητρότητα, αλλά και για τον ρόλο της Άλις στην παράσταση Sexy Laundry, που έχουμε τη χαρά να φιλοξενούμε στην πόλη μας.

Είπαμε πολλά και απολαυστικά. Αν με ρωτάς, όμως, τι δεν θα ξεχάσω ποτέ από αυτήν τη συνέντευξη, θα σου απαντήσω με βεβαιότητα τον τρόπο με τον οποίο η Ρένια Λουϊζίδου σε κάνει μαγικά να γελάς και να προβληματίζεσαι την ίδια ακριβώς στιγμή. Άλλωστε, όπως η ίδια λέει, όταν γελάς με κάποιον για το ίδιο πράγμα, δημιουργείται μια άλλη σύνδεση. Την ευχαριστώ πολύ γι’ αυτό ακριβώς.

Γνωρίζω ότι δεν ανήκεις σε εκείνους τους ηθοποιούς που ήξεραν από πολύ μικρή ηλικία ότι θα ακολουθήσουν την υποκριτική τέχνη, η οποία μπήκε στη ζωή σου κάπως… μοιραία. Κάνε μας μια μικρή αναδρομή σε εκείνα τα πρώτα χρόνια στο ΚΘΒΕ. Πότε θυμάσαι να λες «ναι, τώρα νιώθω όντως ότι είμαι ηθοποιός»;

Όχι, δεν ήμουν από εκείνα τα παιδιά που λένε από πολύ μικρά «εγώ θα γίνω ηθοποιός», αλλά ήταν και πολύ διαφορετικές οι εποχές. Δεν ήταν κάτι που το έλεγες με την ίδια ευκολία όπως σήμερα. Οπότε, δεν ξέρω αν υπήρχε υποσυνείδητα στο μυαλό μου… Τότε δεν ήταν μια επιλογή που έθετες στο τραπέζι. Η γκάμα ήταν γιατρός, δικηγόρος, δάσκαλος. Ο χώρος των Τεχνών ήταν μακρινός επαγγελματικός προσανατολισμός. Οπότε, ίσως, να μην το συνειδητοποιούσα, παρά να μην το επιθυμούσα… Δεν έχω ψυχαναλυθεί τόσο ώστε να το έχω ανακαλύψει αυτό! (γέλια)

Πάνω στην απελπισία μετά τις εισαγωγικές εξετάσεις στο πανεπιστήμιο και γνωρίζοντας ότι έχω περάσει στη σχολή της επιλογής μου, μέσα σε μια υπαρξιακή αναρώτηση «τι κάνω τώρα που το κατάφερα αυτό;» και του τι σημαίνει πρακτικά το ότι πέρασα στο Πανεπιστήμιο, άρχισα να σκέφτομαι ότι πρέπει να κάνω και κάτι εναλλακτικό. Άρχισα να νιώθω κάπως εγκλωβισμένη. Αγαπούσα πολύ το θέατρο σαν θεατής και, επειδή είχα περάσει στη Φιλολογία, μου φάνηκε καλή ιδέα να πάω και στη Θεατρολογία, για να συνδυάσω τα δύο στοιχεία, εκείνο που μου άρεσε και εκείνο που σπούδαζα. Ήθελα να δω πώς είναι η τέχνη του θεάτρου στο δια ταύτα. Έτυχε να δίνει μία φίλη μου στη Δραματική και έδωσα κι εγώ. Πέρασα με την πρώτη και κάπως έτσι βρέθηκα στη Σχολή, χωρίς να ξέρω καλά καλά αν είμαι στο σωστό μέρος. Η επαφή μου με όλο αυτό το αντικείμενο ήταν σαρωτική. Με «ρούφηξε» κυριολεκτικά! Νομίζω ότι μέχρι το τέλος της πρώτης χρονιάς, είχα συνειδητοποιήσει ότι αν τα καταφέρω, θα ήθελα πολύ να ασχοληθώ με αυτό. Κοινώς «κόλλησα»!

Όμως, για να πω στον εαυτό μου «τώρα είσαι όντως ηθοποιός», πέρασαν πολλά χρόνια, μπορεί και μια δεκαετία που ήμουν ήδη στο επάγγελμα. Ακόμα ήταν κάτι για το οποίο αναρωτιόμουν και το διαπραγματευόμουν μέσα μου. Ήταν μάλλον ο χρόνος, οι πληροφορίες, οι εμπειρίες που συσσωρεύτηκαν… Βρήκα εγώ τα πατήματά μου μέσα σε αυτή τη δουλειά. 

Για εμάς τους Θεσσαλονικείς είναι πολύ γνώριμη η ατάκα «δικό μας παιδί» για κάποιον καλλιτέχνη που κατάγεται από την πόλη μας. Ως βέρα Θεσσαλονικιά, νιώθεις ότι οι δεσμοί αυτοί δεν θα σπάσουν ποτέ; Ποια είναι η πιο ισχυρή μνήμη από τη Θεσσαλονίκη των παιδικών σου χρόνων;

Κάτι έχουμε οι Θεσσαλονικείς με την πόλη μας, ένα πολύ ξεχωριστό συναίσθημα. Όσοι Θεσσαλονικείς έχουμε έρθει στην Αθήνα εδώ και πολλά χρόνια λόγω του επαγγέλματος, πάντα κάτι θα μας συνδέει. Αν και μένω πια περισσότερα χρόνια στην Αθήνα, είναι η μόνιμη βάση μου, έχω αφομοιωθεί από την πόλη, δεν υπάρχει περίπτωση να σταματήσω μέσα μου να αισθάνομαι Θεσσαλονικιά, αν και δεν ξέρω τι ορίζεται έτσι, πέρα από ένα πιο «φασαριόζικo», πιο εξωστρεφές ύφος από αυτό που συναντάς στην Αθήνα (γέλια). Είναι κάτι που αναγνωρίζουμε εμείς μεταξύ μας και νιώθουμε έτσι.

Ως εκ τούτου, αυτός ο δεσμός δεν κόβεται. Κάθε φορά που επιστρέφω, η πόλη με εκπλήσσει με τις αλλαγές της. Φυσικά, δεν περιμένει εμένα να την επισκεφτώ για να αλλάξει. Τσαντίζομαι όταν πάω κάπου και περιμένω να βρω κάτι άλλο στη θέση του… Με «εκνευρίζει» που αλλάζει χωρίς να μου πάρει την άδεια! (γέλια) Θέλω να είναι όπως εμένα με έχει βολέψει να τη θυμάμαι.

Η πιο ισχυρή μνήμη ε; Τα παγωτά στην «Ωραία» ως μικρό παιδί με την οικογένεια, με τους συμμαθητές μου… Όμορφα χρόνια.

Δεν ξέρω αν πιστεύεις στο κάρμα, στη μοίρα και τα συναφή, αλλά οι σχέσεις σου και η συνύπαρξή σου με κάποιους ηθοποιούς μοιάζει να είναι καρμική, όπως με τη Μίρκα Παπακωνσταντίνου, τον Γιάννη Μπέζο, τον Σπύρο Παπαδόπουλο… Αλήθεια έχεις δημιουργήσει φιλίες μέσα στον χώρο; Είναι δύσκολο και, αν ναι, γιατί;

Όλοι οι άνθρωποι που αναφέρεις είναι μερικοί από εκείνους που γνώρισα στα απολύτως πρώτα μου βήματα στο επάγγελμα, όταν κατέβηκα από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα, στην πρώτη μου δουλειά. Δεν είναι οι άνθρωποι που κάνουμε παρέα σε καθημερινή βάση, αλλά μας συνδέει, αρχικά, ο πολύς χρόνος. Είναι συνδεδεμένη μαζί τους η «παιδική μου ηλικία» σε αυτή τη δουλειά, είναι μία αναφορά μου, μια σχεδόν συγγενική σχέση. 

Ναι, είνα δύσκολο να δημιουργήσεις φιλίες, καθώς είναι ένας χώρος με έντονο ανταγωνισμό, αλλά όχι σε μεγαλύτερη κλίμακα από οποιοδήποτε άλλο επάγγελμα. Ζούμε έτσι κι αλλιώς σε εποχές άγριες, που οι άνθρωποι αγωνίζονται για την επιβίωσή τους. Αυτό εκ των πραγμάτων κάνει τους ανθρώπους ανταγωνιστικούς, ακόμα και σε επαγγέλματα που δεν θα περίμενε κανείς να υπάρχει ανταγωνισμός.

Απλώς στη δική μας δουλειά υπάρχει και το στοιχείο του κουτσομπολιού λόγω της αναγνωρισιμότητας. Δεν αφορά το ίδιο μία κακή σχέση ανάμεσα σε συναδέλφους ενός άλλο αντικειμένου π.χ μίας τράπεζας. Φυσικά, υπάρχουν και μεγάλα ποσοστά φιλοδοξίας, ναρκισσισμού, αλλά και ανεργίας στον κλάδο μας. Δεν είναι, όμως, τόσο δραματικό όσο περιγράφεται από κάποιους. Είναι, βέβαια, και τι ορίζει κανείς ως φιλία. Αυτό που εγώ ορίζω ως φιλία, το έχω καταφέρει και μέσα στον χώρο μας. 

Δεν γίνεται υποθέτω κάποιος να κάνει μαζί σου συνέντευξη και να μη σε ρωτήσει για τους «Απαράδεκτους»… Είναι μία σειρά που θαρρείς και σημάδεψε ανεξίτηλα τα 90s, αλλά και που μας «ταξιδεύει» πίσω σε εκείνα τα ανέμελα χρόνια μέσα από τις επαναλήψεις της, από αναφορές στα social media, memes κλπ. Αλήθεια, ποιοι είναι οι λόγοι που θεωρείς ότι έκαναν τους «Απαράδεκτους» κομμάτι της ψυχοσύνθεσής μας μέχρι σήμερα;

Οι «Απαράδεκτοι» δεν παίζονταν ποτέ σε επαναλήψεις στο παρελθόν. Είναι κάτι που ο ίδιος ο κόσμος το αναζήτησε. Δεν έχω ιδέα, αλήθεια! Την πιο αισιόδοξη μαντεψιά να μας έβαζες να κάνουμε το 1991 και να μας έλεγε κάποιος ότι τα επόμενα τριάντα χρόνια θα κουβεντιάζεται αυτό που ζούσαμε τότε, κανείς δεν θα το πίστευε. Σε καμία περίπτωση δεν το φανταζόταν κανείς από εμάς. Μου μιλάνε για τους «Απαράδεκτους» άνθρωποι που ήταν αγέννητοι τότε. Δεν μπορώ να το εξηγήσω. Το μόνο που ξέρω είναι ότι για εκείνη την εποχή ήταν μια σειρά με μία αλήθεια, μία αυθεντικότητα. Καταλαβαίνω ότι ήταν καινούργια γλώσσα, καινούργιο ύφος για την εποχή της.

Αλλά για το πώς επιβιώνει ακόμα και σήμερα αυτό το ύφος δεν έχω σίγουρα εξήγηση. Η αυθεντικότητα της ίδιας της σειράς είναι μάλλον αυτή που δίνει την εξήγηση. Γράφτηκε αυθορμήτως από τη Δήμητρα (Παπαδοπούλου), παίχτηκε αυθορμήτως από εμάς και να… Μιλάμε ακόμα γι’ αυτό. Πάντως, σίγουρα δεν έγινε με τηλεοπτικούς κανόνες. Μάλλον το αντίθετο, σχεδόν με «αναρχικές» συνθήκες. Η Δήμητρα έγραψε ένα σήριαλ σε μία γλώσσα που μιλούσε ο κόσμος στις παρέες του, χωρίς να την ωραιοποιήσει και να τη στρογγυλέψει σαν να επρόκειτο να βγει στην τηλεόραση. Αυτό ήταν κάτι που το διαπιστώναμε και τότε. Εγώ ήμουν και εντελώς πρωτάρα τότε. Δεν είχα τις ανάλογες πληροφορίες για το πώς είναι η δουλειά, για να μπορώ να κρίνω. Ήταν η δεύτερη τηλεοπτική μου δουλειά. Σίγουρα, πάντως υπήρχε ένα πολύ ευχάριστο κλίμα, το οποίο δεν είχαμε επίγνωση ότι το δημιουργούμε. Απλώς συνέβαινε.

Και μιας και μιλάμε για αναμνήσεις των 90s, νιώθεις ότι υπάρχει μια έντονη επιθυμία για επιστροφή στο παρελθόν, ίσως γιατί το παρόν είναι αρκετά ζοφερό; Το «κάθε πέρυσι και καλύτερα» είναι μία ατάκα που κι εσύ ενστερνίζεσαι; Υπάρχει κάτι που σου λείπει από εκείνη την εποχή;

Όχι. Νοσταλγία υπάρχει πάντα για το παρελθόν, αφού καθώς μεγαλώνει ο άνθρωπος, είναι κάτι που έτσι κι αλλιώς προκύπτει. Όταν πιάνεις τον εαυτό σου να νοσταλγεί το παρελθόν, είναι επειδή μεγαλώνεις εσύ ο ίδιος. Το ότι οι εποχές που πέρασαν ήταν καλύτερες είναι κάτι που έτσι το βιώνουμε οι άνθρωποι. Ωραιοποιούμε αυτό που έχει συμβεί. Υπάρχουν τομείς που τότε ήταν όντως καλύτερα τα πράγματα, αλλά και πάρα πολλοί τομείς που είναι σήμερα καλύτερα. Με κουτσά και αργά βήματα, μπουσουλώντας πάει ο κόσμος μπροστά… Ένα βήμα μπρος, δύο πίσω, αλλά πάντα η ζωή προχωρά προς τα μπροστά. Και ναι, πολλά πράγματα γίνονται παράλογα, φοβιστικά… Αλλά αν το δεις στη σούμα της ιστορίας, δεν πάμε ακριβώς προς τα πίσω. 

Το ότι ζούμε μια περίεργη εποχή γιατί τα πράγματα αλλάζουν πια με ταχύτητες πιο γρήγορες από αυτές που μπορούμε να παρακολουθήσουμε και να αφομοιώσουμε, αυτό μπορεί να είναι ένα πρόβλημα για το μέλλον. Σε ό,τι αφορά συγκεκριμένα τα 90s, πολλά από τα χρέη –εντός αλλά και εκτός εισαγωγικών- που πληρώνουμε αυτή τη στιγμή «κατάγονται» από τη συγκεκριμένη δεκαετία. Σας παρακαλώ πάρα πολύ να μην ξαναγυρίσουμε εκεί, διότι έχουμε παιδιά!

Στα 90s υπήρχε όντως μια εξωστρέφεια, μια ξέφρενη πλάκα και μια ανεμελιά, συχνά στα όρια της σαχλαμάρας. Ναι, η αναμελιά όντως μας λείπει. Είναι όμως που την παρακάναμε… Ήταν μπροστά μας πράγματα που από την πολλή αναμελιά δεν θέλαμε να δούμε και, όταν τα είδαμε, τα είδαμε με χαστούκι.

Αρκετά έχουμε χαντακώσει τα παιδιά μας… Θεωρώ πως η γενιά μου είναι υπόλογη στη νέα γενιά. Χειριστήκαμε πολλά πράγματα με αδικαιολόγητα αφελή τρόπο. Σε πολλά πράγματα έπρεπε να είμαστε πιο προσεκτικοί και να μην κοιμόμαστε τον ύπνο του δικαίου και του αδίκου. «Μεγαλοπιαστήκαμε» είναι, ίσως, η σωστότερη λέξη. Εγώ έχω μια ιδιαίτερη ευαισθησία στο περιβαλλοντικό κομμάτι. Ακόμη και από αυτή την άποψη αν το δει κανείς, τα παιδιά μας σίγουρα έχουν κάθε λόγο να μην μας πουν «συγχαρητήρια».

Γενικότερα, είσαι μια ηθοποιός που σε ταυτίζουν με τους ρόλους σου, σαν να κουμπώνουν πάνω σου διαχρονικά. Αστροπελέκι, Χαρά, Χαρούλα… Ήταν αυτό κάτι που σε ενοχλούσε ή σε τρόμαζε;

Τώρα, μετά από τόσα πολλά χρόνια που κάνω αυτή τη δουλειά, το βλέπω σαν κομπλιμέντο, σαν παράσημο. Τώρα πια που είναι πολλοί οι ρόλοι που έχω υποδυθεί, μου δίνει χαρά το γεγονός ότι σε καθέναν που αγάπησε μία από τις σειρές στις οποίες έπαιξα, του έχω εντυπωθεί με κάποιον τρόπο. Στην πορεία, όμως, μου δημιούργησε και φόβο, μήπως με εμποδίσει στο επόμενο βήμα μου, αν ο κόσμος θα θελήσει να με δει σε κάτι άλλο… Αυτό είναι κάτι που κερδίζεται μόνο με τον χρόνο. Οι επιτυχίες αυτές θέλουν μια ιδιαίτερη διαχείριση, που δεν είναι πάντα στο δικό σου χέρι. Είναι και το πώς το βιώνει ο κάθε τηλεθεατής. Με τα χρόνια, όμως, αποκτάς ένα στίγμα που είναι πιο κοντά στο ονοματεπώνυμό σου, παρά στο όνομα του ρόλου. Και η τύχη και εσύ βάζεις το χέρι σου… Είναι σύνολο πραγμάτων.

Τι δεν μπορεί να φανταστεί ίσως κανείς για το επάγγελμα του ηθοποιού; Πολλές φορές μοιάζει να πρέπει ο ηθοποιός να φορά τη στολή του υπεράνθρωπου, να παίζει υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, να αφιερώνει τη ζωή του. Ποια είναι η άποψή σου;

Είναι ένα επάγγελμα που απέχει πάρα πολύ από αυτό που συχνά φαντάζεται ο κόσμος και που πραγματικά είναι, και στα καλά του και στα κακά του στοιχεία. Σίγουρα η λαμπερή εικόνα που βγαίνει προς τα έξω και υποβοηθείται και από τα περιοδικά, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τις δημόσιες εμφανίσεις, δίνει μια αίσθηση γκλαμουριάς που δεν υφίσταται. Η καθημερινότητα του ηθοποιού είναι σκληρή και έχει πολλή δουλειά, κάματο. Μία από τις πολλές δυσκολίες είναι το ότι απαιτεί στο 100% τη φυσική σου παρουσία. Ακόμα και 39 πυρετό να έχω, δεν μπορεί να πάει άλλος στη θέση μου. Όχι μόνο πρέπει να πάω εγώ, αλλά να δώσω και το μέγιστο της απόδοσής μου. Ο θεατής θέλει να δει τον ρόλο που υποδύεσαι και ο ρόλος σου δεν έχει πυρετό. Αυτό, λοιπόν, κατά τη γνώμη μου, πρέπει να έχει και κάποια όρια, γιατί και ο ηθοποιός είναι άνθρωπος, αλλά και γιατί δεν τιμάς το κοινό αν απλώς παραστείς για να καλυφθεί το κενό του ρόλου σου. Αν είσαι άρρωστος δεν μπορείς να υποδυθείς τον ρόλο με τέτοιον τρόπο, ώστε να νιώσει ο θεατής ότι τον τιμάς που ήρθε από το σπίτι του και πλήρωσε ένα εισιτήριο για να σε δει.

Τα όρια μας τα έβαλε για τα καλά ο κορονοϊός, ο οποίος ένα από τα πράγματα που άλλαξε είναι και αυτό. Τώρα πια είσαι πολύ περισσότερο σε θέση να πεις ότι δεν νιώθεις καλά για να κάνεις παράσταση. Φυσικά, δεν είναι κάτι που το λες για πλάκα. Είναι μια δουλειά ομαδική το θέατρο, δεν μπορεί κανείς να σε αντικαταστήσει και δεν μπορείς να κλείνεις ένα θέατρο γιατί πονάει λίγο το κεφάλι σου. Υπάρχουν, όμως, συνθήκες στις οποίες μετά βίας λειτουργείς. Σε τέτοιες περιπτώσεις με σεβασμό στο κοινό, πρέπει να διατυπώνεται μια τέτοια συνθήκη. Βέβαια, υπάρχει και η άποψη ότι σε περίπτωση ενός σημαντικού προσωπικού προβλήματος, όπως μιας απώλειας, μπορεί για τον ηθοποιό αυτό το δίωρο της παράστασης να λειτουργήσει λυτρωτικά… Σε κάποιον άλλον επιβαρυντικά… Ο κάθε ηθοποιός το αντιλαμβάνεται διαφορετικά.

Πώς αντιμετωπίζεις τον χρόνο ως έννοια; Είναι για εσένα γιατρός, φίλος, εχθρός; 

Ο χρόνος για μένα έχει υπάρξει όλα όσα αναφέρεις, όπως και για τους περισσότερους. Σε πράγματα που πονούν, όπως μια απώλεια, λειτουργεί ως γιατρός. Στον τρόπο που μεγαλώνοντας αντιμετωπίζεις τα πράγματα, λειτουργεί ως φίλος. Μπορεί να γίνει εχθρός στο υλικό κομμάτι μας, διότι φθείρεσαι. Είναι, όμως, νομοτέλεια. Από παιδί προσπαθούσα να μη λειτουργώ με άρνηση της πραγματικότητας. Είναι το πρώτο στάδιο του πένθους κα πρέπει να περάσεις από όλα για να φτάσεις στο πέμπτο. Αυτό που σου συμβαίνει, λοιπόν, στο τώρα, καλό είναι να το βλέπεις και να το αποδέχεσαι. Δεν μπορείς να κάνεις ότι δεν συμβαίνει. 

Θεωρείς ότι η Τέχνη οφείλει να παίρνει θέση απέναντι στις καταστάσεις και τα κακώς κείμενα που βιώνουμε; Τι σε τρομάζει περισσότερο στην κοινωνία του σήμερα;

Η Τέχνη παίρνει θέση, θέλει δεν θέλει. Δε χρειάζεται να μιλάς άμεσα για ένα θέμα της επικαιρότητας ή της σύγχρονης πραγματικότητας. Η Τέχνη μιλάει και με έμμεσους τρόπους και πάντα παίρνει μία είδους θέση. Δεν οφείλει, όμως, να γίνεται στρατευμένη. Οφείλει να μετακινεί κατά τι το μέσα μας. Ούτε μόνη της θα αλλάξει τον κόσμο, ούτε την πραγματικότητα. Αλλάζει εμάς τους ίδιους μέσω της εμπειρίας, όταν τη βιώνουμε, κουνώντας τις σταθερές μας. Όταν το πετύχει αυτό, είναι ήδη αρκετό. Ανοίγει παράθυρα στο μυαλό. 

Σήμερα, με τρομάζει το πόσο έχουμε εξοικειωθεί πια με το κομμάτι της βίας. Δεν ξέρω αν αυτό υπήρχε στον ίδιο βαθμό ή αν έχει μεγεθυνθεί λόγω του καταιγισμού της εικόνας. Αυτός ο βομβαρδισμός μας εξοικειώνει με ένα πράγμα, που ιδανικά, όχι απλώς δεν πρέπει να μας είναι γνώριμο, αλλά ούτε να το διανοούμαστε. Με τρομάζει εξίσου αυτό που συμβαίνει με τον πλανήτη, που δεν δίνει κανείς καμία σημασία. Έχουμε όλοι, μάλλον, την εντύπωση ότι θα καταστραφεί ο πλανήτης Γη. Όχι, είναι λάθος το αφήγημα. Ο πλανήτης θα συνεχίσει να υπάρχει. Η ανθρώπινη ζωή πάνω του δεν θα υπάρχει. Στο όνομα του κέρδους δεν δίνει κανένας δεκάρα, ενώ κάθε χρόνο τα πράγματα χειροτερεύουν με καλπάζοντα ρυθμό. «Κολυμπάμε» στις πλημμύρες και στις φωτιές … Καίγεται μια ολόκληρη πολιτεία και το θεωρούμε λογικό να πάμε παρακάτω, σαν να μην έχει συμβεί τίποτα. Πρέπει να είμαστε οι πρώτες γενιές που παραδίδουμε στις επόμενες λιγότερες πιθανότητες επιτυχίας και ευτυχίας στη ζωή τους. Μέχρι σήμερα οι γονείς πίστευαν ότι τα παιδιά τους θα ζήσουν μια καλύτερη ζωή και έτσι ήταν. Τώρα δεν είναι. 

Ρένια μοιάζεις να είσαι ένας φοβερά ήρεμος και ισορροπημένος άνθρωπος, από τον τρόπο που μιλάς και κινείσαι. Υπάρχει κάτι που μπορεί να σε βγάλει εκτός εαυτού και να μοιάζει μη διαχειρίσιμο όταν συμβαίνει;

Δε νιώθω ούτε στάλα ήρεμος και ισορροπημένος άνθρωπος! (γέλια) Το να μιλάμε προσεγμένα στον δημόσιο λόγο μας, είναι ένα μέρος του εαυτού μας. Πολλά πράγματα με θυμώνουν και ούτε πολύ αισιόδοξος και εξωστρεφής άνθρωπος είμαι. Έχω μια αντίληψη του χιούμορ και αυτό χρησιμοποιώ πάντα σαν γιατρικό, είτε στενοχωριέμαι είτε θυμώνω. Προσπαθώ πάντα μέσα από τη διακωμώδηση του εαυτού μου και της κατάστασης να επιβιώνω. Δεν θέλω να κάνω τη στενοχώρια μου θυμό, οργή και βία. Μα δεν μπορώ και να την αγνοήσω και να κάνω ότι ζω σε ένα ροζ σύννεφο. Το χιούμορ είναι τρόπος αποσυμπίεσης αλλά και άμεσης επαφής με έναν άλλον άνθρωπο. Όταν γελάς με κάποιον για το ίδιο πράγμα, δημιουργείται μια άλλη σύνδεση.

Για τρίτη συνεχή χρονιά υποδύεσαι την Άλις στην κωμωδία “Sexy Laundry” στο πλευρό του Σπύρου Παπαδόπουλου, στον οποίο ανήκει και η σκηνοθεσία του έργου. Κάτι μου λέει ότι θα γίνει sold out και στην πόλη μας, που θα έχει τη χαρά να σας φιλοξενήσει στο θέατρο Αριστοτέλειον. Το έργο πραγματεύεται μία θεματική πολύ γνώριμη, τη χαμένη ερωτική επιθυμία σε έναν πολυετή γάμο και την αναζήτηση του χαμένου πάθους. Θα έλεγες ότι είναι ένα έργο που «φώτισε» και δικές σου πλευρές;

Η Άλις έχει σίγουρα πολλά κομμάτια και δικά μου, αλλά και οποιασδήποτε γυναίκας που έχει περάσει τα πενήντα. Δεν υπάρχει καμία από εμάς που δεν μοιράζεται κάποιο από τα θέματα που απασχολούν την Άλις. Η αφορμή της σύγκρουσης του ζευγαριού είναι η ερωτική επιθυμία, αλλά στο τέλος της μέρας το θέμα είναι ο χρόνος που περνάει πάνω από τη σχέση γενικότερα, πάνω από τους ανθρώπους που αλλάζουμε χωρίς να το συνειδητοποιούμε, που ξεχνάμε στ’ αλήθεια να γυρίσουμε να κοιτάξουμε τον διπλανό μας επειδή μας παρασύρει η καθημερινότητα, που θεωρούμε τα πράγματα δεδομένα. 

Τα περισσότερα ζευγάρια φεύγουν έχοντας γελάσει πάρα πολύ, αλλά υπάρχουν και κάποιοι λίγοι που κοιτιούνται με «μισό μάτι» και σκέφτεσαι ότι, αφού βγουν από το θέατρο, μπορεί και να μαλώσουν (γέλια) Το έργο, παρότι είναι γραμμένο από γυναίκα, έχει μια πολύ σοφή ισορροπία. Είναι απολύτως δίκαιη η «μοιρασιά». Είναι σαν να έχει μπει η συγγραφέας εντυπωσιακά και στο μυαλό του άντρα, γιατί στης γυναίκας είναι αναμενόμενο. Αυτό είναι που δημιουργεί και το ενδιαφέρον στην παράσταση. Δεν έχει ένας από τους δύο μόνο δίκιο. Αγαπάς και τον απέναντί σου μέσα από την παράσταση.

Μετά από αρκετά χρόνια γάμου, έχεις καταλήξει στο τι είναι αυτό που μπορεί να κρατήσει τελικά τις ισορροπίες; 

Ούτε γι’ αυτό έχω ιδέα! (γέλια) Είναι και ζαριά, είναι το τυχερό, είναι προσπάθεια, επιλογές… Είναι όλα μαζί. Όπως είπε ο Καρλ Γιουνγκ «Η συνάντηση δύο προσωπικοτήτων όταν ενώνονται, είναι όπως όταν ενώνονται δύο χημικά στοιχεία: αν υπάρξει αντίδραση, και τα δύο μεταμορφώνονται». Αν αντιδράσουν οι άνθρωποι μέσα σε μια σχέση, και οι δυο θα αλλάξουν και θα έχουν από εκεί και πέρα μια άλλη πορεία μαζί. Αυτή η πορεία, σκοπός είναι να γίνεται προς την ίδια κατεύθυνση. Για μένα παίζει τρομερό ρόλο το χιούμορ μέσα σε μια σχέση. Πάντα μπορεί να σώσει καταστάσεις, να τις ελαφρύνει, να τις βάλει στη σωστή τους διάσταση. Μερικές φορές να τις κάνει και βαθύτερες.

Και μέσα σε όλο αυτό υπάρχει φυσικά και η μητρότητα, ίσως ο πιο απαιτητικός ρόλος. Τι τύπος μαμάς είσαι Ρένια; Υπήρχε κάτι που ήθελες να περάσεις διακαώς στον Βίκτωρα και νιώθεις ότι τα κατάφερες πολύ καλά;

Είμαι η μαμά που αγχώνεται, αλλά προσπαθεί να το σώσει! Δεν ξέρω αν το πετυχαίνω… Πλέον η γονεϊκότητα είναι σαν να συνοδεύεται από ένα manual στις νέες μαμάδες, που όλα πρέπει να γίνονται με συγκεκριμένους τρόπους, κάτι το οποίο θα με άγχωνε ακόμα πιο πολύ αν ήμουν στην ηλικία που θα έκανα τώρα παιδί. Πολλές κατευθυντήριες γραμμές από πάρα πολλές και διαφορετικές πλευρές.

Εμένα μου έφτανε να νιώθει ο Βίκτωρας ότι είναι ένας άνθρωπος που πάντα θα τον αγαπούν και θα τον στηρίζουν στα πράγματα που εκείνος επιθυμεί. Είναι δύσκολο να βρεις τον τρόπο σαν γονιός να αφήσεις τον χώρο στο παιδί σου, να γίνει ένας ανεξάρτητος άνθρωπος. Η γονεϊκή αγάπη σε σπρώχνει να παρεμβαίνεις και να προλαβαίνεις πράγματα. Νομίζω ότι τα πήγα πολύ καλά σε ό,τι αφορά στον τρόπο με τον οποίο συμπεριφέρεται απέναντι στις γυναίκες. 

Ολοένα και πιο έντονα ακούγεται ότι θα επανέλθει στον Αlpha η αγαπημένη μας σειρά «Το σοι σου» με νέα επεισόδια. Μπορείς να μας κάνεις κάποια αποκάλυψη;

Αυτό κοντεύει να γίνει ανέκδοτο πια! (γέλια) Από τότε που σταμάτησε η σειρά, κάθε χρόνο επανέρχεται αυτό το θέμα ως συζήτηση. Φέτος, μπορώ να παραδεχτώ ότι αυτή η ιδέα έχει πάρει περισσότερο σχήμα. Δεν ξέρω αν αυτή θα είναι η τελευταία φορά που συζητιέται. Είναι σύνθετο το να καταφέρουμε να το αναπαράξουμε, γιατί πρέπει να είμαστε πολλοί άνθρωποι διαθέσιμοι ταυτόχρονα, από τους ηθοποιούς μέχρι τους σκηνοθέτες και τους σεναριογράφους. Υπάρχουν σίγουρα συζητήσεις, αλλά δεν ξέρω αν τελικά θα καταλήξουν αυτή τη φορά κάπου. Για εμάς που ήμασταν μέσα σε αυτή τη σειρά, είναι μία πολύ ιδιαίτερη συνθήκη, γιατί κράτησε πέντε ολόκληρα χρόνια, συνδεθήκαμε μεταξύ μας συναισθηματικά. Δεν ξέρω, ειλικρινά, αν είναι η καλύτερη ιδέα να ξανασυμβεί, αλλά σίγουρα ξέρω ότι συναισθηματικά κανείς μας ως μονάδα δεν μπορεί να πει ότι δεν θα το ξανακάνει. Πολύ θα μου άρεσε, πάντως, να πάω ξανά για δεκάωρο γύρισμα με τους συγκεκριμένους ανθρώπους. Αν έλεγα όχι, θα το ένιωθα σαν να λέω όχι στη Βάσω, στον Μελέτη, στη Μίρκα κλπ. 

Νιώθεις τυχερός άνθρωπος; 

Είμαι πια μεγάλο κορίτσι και εμπειρικά ξέρω ότι στη ζωή, όσες φορές αφέθηκα στα πράγματα που ήρθαν, η πορεία αποδείχτηκε πιο ενδιαφέρουσα. Κάποιες φορές η ζωή έχει καλύτερες ιδέες σε σχέση με όσα εσύ σκέφτεσαι. Αν και δεν είμαι ο τύπος “go with the flow”, όταν αφήνομαι, έχει συμβεί όντως η ζωή να μου φέρει πολύ ενδιαφέροντα πράγματα, που κάποια δεν τολμούσα ούτε να τα σκεφτώ. Δεν είχα την τύχη του Γκαστόνε, αλλά σίγουρα η τύχη δεν μου πήγε και κόντρα. Θα ήμουν αχάριστη να πω ότι υπήρξα άτυχη. 

Κάνεις σχέδια για το μέλλον; Πώς θα φάνταζε αυτό ιδανικά;

Δεν μπορώ να με φανταστώ να μην κάνω τη δουλειά που κάνω. Ανήκω στο ποσοστό των ανθρώπων που έχουν την τύχη να κάνουν τη δουλειά που αγαπούν. Θα ήθελα, όμως, να την κάνω με πιο αργούς και αραιούς ρυθμούς. Με έχει κουράσει η ένταση και η ταχύτητα της εποχής και της ίδιας της δουλειάς. Θα ήθελα να απολαμβάνω πια τα πράγματα την ώρα που συμβαίνουν και όχι να κυνηγάω να τα προλάβω, αλλά και να μπορώ να έχω και προσωπικό χρόνο, που μεγαλώνοντας καταλαβαίνει κανείς πόσο πολύτιμος είναι. 

*** Η παράσταση Sexy Laundry ξεκίνησε στις 12 Μαρτίου στο Θέατρο Αριστοτέλειον και αναμένεται να βγει sold out! Σπεύσατε για εισιτήρια

Μέρες & Ώρες Παραστάσεων

Τετάρτη 19:00 

Πέμπτη 21:00

Παρασκευή 21:00

Σάββατο 18:00 και 21:00

Κυριακή 19:00

Προπώληση εισιτηρίων: More.com και στο ταμείο του θεάτρου

Related stories

Άνοιξη μετά καλοκαίρι και άνθρωποι σε εξάντληση

γράφει ο Κωνσταντίνος Ν. Καρεμφύλλης Τα παιδιά των πόλεων έχουν...

Το Τρίτο Πρόγραμμα ανανεώνεται και μας κρατά συντροφιά κι αυτή την Άνοιξη

Ανανεωμένο και με φρέσκια δυναμική υποδέχεται την άνοιξη και...

Eurovision: Οι φωτογραφίες από την πρώτη πρόβα της Ελλάδας

Στη σκηνή του Stadthalle στη Βιέννη ανέβηκε για πρώτη...

Ποιος δήμος της Θεσσαλονίκης φέρνει παιδοψυχολόγους στα σχολεία με τη νέα χρονιά

Όπως αναφέρει ρεπορτάζ του Τύπου Θεσσαλονίκης, από τη νέα...