Η θερμοπληξία είναι μία από τις σοβαρότερες επείγουσες καταστάσεις που μπορεί να προκαλέσει η ζέστη. Και το επικίνδυνο είναι ότι η βλάβη δεν τελειώνει απαραίτητα τη στιγμή που η θερμοκρασία του σώματος επιστρέφει σε φυσιολογικά επίπεδα.
Όταν ο οργανισμός υπερθερμανθεί σοβαρά, μπορεί να εμφανιστούν σύγχυση, απώλεια συντονισμού, σπασμοί ή απώλεια συνείδησης, ενώ κινδυνεύουν ζωτικά όργανα όπως ο εγκέφαλος, οι νεφροί, το ήπαρ και η καρδιά. Η θερμοπληξία απαιτεί άμεση ψύξη και επείγουσα νοσοκομειακή αντιμετώπιση.
Το ενδιαφέρον των επιστημόνων στρέφεται πλέον και σε όσα συμβαίνουν μετά την αρχική υπερθέρμανση. Ο ανοσολόγος Borko Amulic από το Πανεπιστήμιο του Μπρίστολ εξηγεί ότι η έντονη θερμική καταπόνηση μπορεί να ενεργοποιήσει μια γενικευμένη φλεγμονώδη αντίδραση, παρόμοια σε ορισμένα χαρακτηριστικά με αυτή που παρατηρείται στη σήψη.
Ένας από τους πιθανούς μηχανισμούς ξεκινά από το έντερο. Καθώς το σώμα στέλνει περισσότερο αίμα προς το δέρμα για να αποβάλει θερμότητα, μειώνεται η αιμάτωση άλλων περιοχών. Το εντερικό φράγμα μπορεί να γίνει περισσότερο διαπερατό, επιτρέποντας σε μικροβιακά συστατικά να περάσουν στην κυκλοφορία και να ενεργοποιήσουν περαιτέρω το ανοσοποιητικό σύστημα. Ταυτόχρονα, τα κατεστραμμένα κύτταρα στέλνουν τα δικά τους «σήματα κινδύνου».
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα ουδετερόφιλα, λευκά αιμοσφαίρια που αποτελούν την πρώτη γραμμή άμυνας του οργανισμού. Στη θερμοπληξία μπορεί να παραμείνουν υπερενεργοποιημένα ακόμη και μετά την πτώση της θερμοκρασίας, συμβάλλοντας σε βλάβη των αγγείων, φλεγμονή και μικροσκοπικούς θρόμβους.
Γι’ αυτό και ένας ασθενής που έχει ήδη κρυώσει μπορεί να χρειάζεται στενή παρακολούθηση για ώρες ή ημέρες. Οι επιπλοκές μπορεί να εμφανιστούν μέσα στο πρώτο 24ωρο ή 48ωρο, μεταξύ άλλων με βλάβη σε νεφρούς και ήπαρ ή διαταραχές της πήξης.
Το βασικό μήνυμα παραμένει απλό: η θερμοπληξία είναι επείγον περιστατικό. Η γρήγορη ψύξη σώζει ζωές, αλλά δεν σημαίνει ότι ο κίνδυνος έχει απαραίτητα περάσει μόλις πέσει η θερμοκρασία.



