
Από τον Γιώργο Καρακασίδη
Ένας πρώην βασανιστής του ιρανικού καθεστώτος συναντά τυχαία έναν από τους ανθρώπους που είχε κακοποιήσει στο παρελθόν. Η φαινομενικά ασήμαντη αυτή συνάντηση ανοίγει ξανά μια πληγή που δεν έκλεισε ποτέ και φέρνει στο προσκήνιο το ενδεχόμενο της εκδίκησης. Ο σκηνοθέτης Τζαφάρ Παναχί δεν ενδιαφέρεται τόσο για την ίδια την πράξη, όσο για το τι συμβαίνει όταν η εξουσία αλλάζει χέρια — μια αντιστροφή που θυμίζει το πείραμα φυλακής του Στάνφορντ (1971), όπου «κανονικοί» άνθρωποι, μόλις βρεθούν στη θέση του ελέγχου, δοκιμάζονται στο αν θα αναπαράγουν τη βία που υπέστησαν.
Ταυτόχρονα, ο απόηχος του “Ο Θάνατος και η Κόρη” (1994) του Πολάνσκι είναι σαφής (μια γυναίκα συναντά τον πρώην βασανιστή της μετά την πτώση της χούντας, και η αναμέτρηση με τη μνήμη και τη δικαιοσύνη οδηγεί σε ψυχολογικό θρίλερ γεμάτο ένταση και αμφιβολίες για την ηθική της τιμωρίας). Η ένταση δεν προκύπτει από την εκδίκηση καθαυτή, αλλά από την αναμονή της — από το αν ο κύκλος της βίας θα κλείσει ή απλώς θα αλλάξει κατεύθυνση. Κι εδώ η ταινία λειτουργεί βιωματικά, γνωρίζοντας ότι ο ίδιος ο Παναχί έχει περάσει από τα υπόγεια της καταστολής, κάτι που προσδίδει στο φιλμ μια σχεδόν σωματική αλήθεια.
Κι όμως, η στάση του σκηνοθέτη είναι σπάνια: ακόμα κι όταν το μίσος είναι μπολιασμένο μέσα στο σώμα, η άρνηση της ανταπόδοσης δεν παρουσιάζεται ως αδυναμία, αλλά ως ριζοσπαστική πράξη ανθρωπιάς. Και σαν να γνωρίζει πόσο ασήκωτο θα ήταν αυτό χωρίς ανάσα, ο Παναχί παρεμβάλλει μικρές δόσεις χιούμορ — αμήχανες σιωπές, ειρωνικές λεπτομέρειες, στιγμές σχεδόν γραφειοκρατικής γελοιότητας — όχι για να ελαφρύνει το έγκλημα, αλλά για να απογυμνώσει το ίδιο το σύστημα που το γέννησε.
Χρυσός Φοίνικας στο Φεστιβάλ των Καννών.


