Μια μικρή λευκή συσκευή στο ταβάνι του υπνοδωματίου ήταν αρκετή για να γεννήσει υποψίες. Η 18χρονη φοιτήτρια την είχε προσέξει από την πρώτη στιγμή που μπήκε στο διαμέρισμα που είχε νοικιάσει στη Θεσσαλονίκη. Η εξήγηση που είχε ακούσει, όμως, ήταν πως επρόκειτο απλώς για ένα παλιό, ανενεργό σύστημα συναγερμού.
Λίγο αργότερα, η νεαρή άρχισε να παρατηρεί κάτι που την ανησύχησε περισσότερο. Η συσκευή ήταν στραμμένη προς το κρεβάτι της και, σύμφωνα με την καταγγελία της, αναβόσβηνε κατά διαστήματα. Η αμφιβολία μετατράπηκε σε φόβο και η ίδια απευθύνθηκε σε συγγενικό της πρόσωπο που γνώριζε από ηλεκτρικές συσκευές. Η υπόθεση πήρε τον δρόμο των Αρχών.
Η καταγγελία έγινε τον Νοέμβριο του 2019 και στο επίκεντρο βρέθηκε ο τότε 68χρονος ιδιοκτήτης του διαμερίσματος. Η νεαρή υποστήριξε ενώπιον του Εφετείου ότι πίστευε πως η κάμερα κατέγραφε την προσωπική της ζωή. Παράλληλα, ανέφερε ότι ο ιδιοκτήτης την επισκεπτόταν σε ανύποπτο χρόνο και φέρεται να έδειχνε ενδιαφέρον για πληροφορίες σχετικά με την προσωπική της ζωή.
Ο ίδιος, πάντως, αρνήθηκε την κατηγορία. Υποστήριξε ότι η συσκευή υπήρχε στο διαμέρισμα, αλλά δεν βρισκόταν σε λειτουργία. Όπως ανέφερε στην απολογία του, είχε ενημερώσει από την αρχή πως υπήρχε κάμερα και είχε ζητήσει από τον μεσίτη να την καλύψει με ένα πανί, σε περίπτωση που ενοχλούσε τον μελλοντικό ενοικιαστή.
Η υπόθεση έφτασε ξανά στο Εφετείο, το οποίο τον έκρινε ένοχο, επιβάλλοντας ποινή 24 μηνών φυλάκισης με τριετή αναστολή. Η ποινή ήταν μειωμένη κατά δύο μήνες σε σχέση με την πρωτόδικη απόφαση.
Μια συσκευή που παρουσιάστηκε ως «ανενεργή» βρέθηκε έτσι στο επίκεντρο μιας υπόθεσης που άνοιξε ένα πολύ πιο σοβαρό ζήτημα: τα όρια της ιδιωτικότητας μέσα σε έναν χώρο που, για τον άνθρωπο που τον νοικιάζει, θα έπρεπε να αποτελεί το πιο ασφαλές και προσωπικό του καταφύγιο.



