
γράφει ο Κυκλοθυμικός
Δεν υπάρχει πιο σκληρό κι αιχμηρό μέταλλο από τον Έρωτα. Η ιστορία πιο γνωστή από όλες. Ο Νικόλας Παπάζογλου μετά τον φονικό σεισμό του 1978 στη Θεσσαλονίκη στέλνει τη γυναίκα και το νεογέννητο παιδί τους στο Αμέρικα για ασφάλεια. Το σπίτι τους είχε πληγεί σοβαρά. Με κάθε τρόπο.Ο Σαββόπουλος τον προσκαλεί να πάει στο Πήλιο να τον φιλοξενήσει μέχρι να τελειώσει η αντάρα.
Εκεί την γνωρίζει. Και την ερωτεύεται. Άντε χώσε τον έρωτα σε μονογαμικά κουτάκια και κρατικές υπογραφές είτε με τα ράσα του παπά είτε με τα κουστούμια του αντιδημάρχου. Καρναβάλια δηλαδή, αποκυήματα της ανθρώπινης φαντασίας. Μόνο όσοι δεν έχουν ερωτευτεί ποτέ τα λένε αυτά.Το τραγούδι της γεννήθηκε από μνήμης. Δεν το έγραψε ποτέ σε χαρτί. Φώλιασε στο μυαλό του. Και στην καρδιά του.
Έφυγε τρέχοντας για την Θεσσαλονίκη για να ξεφύγει. Από τον Έρωτα. Ένας Ορέστης που τρέχει να ξεφύγει από τις Ερινύες. Είναι πολλά που είναι πιο ισχυρά από τον άνθρωπο. Μην τον κοιτάς αλαζόνα και προκλητικό. Ένα αδύναμο πλασματάκι είναι. Κέρινος γίγαντας. Ανασφαλής. Για αυτό κι αυτοκαταστροφικός.
Το τραγούδι που τον στιγμάτισε ήταν για μια άλλη γυναίκα. Το τραγούδι που δεν έλειψε από καμία συναυλία, που του ζητούσαν όλοι, που χαράχτηκε το ίδιο βαθιά με το όνομά του, δεν ήταν για την Βαρβάρα, αλλά για εκείνη την κοπέλα στο Πήλιο.
Κάθε φορά ακούμε αυτήν την ειλικρινή και τίμια ερωτική εξομολόγηση και προσκυνάμε. Δεν είναι ακόμα ένα τραγούδι. Είναι ένα διαμάντι στο στέμμα του Έρωτα. Ένας ύμνος της Αγάπης. Κληρονομιά του Ανθρώπου.
Κι όμως από πίσω υπάρχει μια Βαρβάρα. Μια προδοσία, ακούσια. Άρα μια τραγωδία. Το σκοτεινό κομμάτι του φεγγαριού. Αυτό που εθελοτυφλούμε, ότι τάχα δεν υπάρχει για να σαχλαμαρίζουμε με την καρδιά μας.
Κάθε φορά που ακούω τον Αύγουστο σκέφτομαι την Βαρβάρα και μετά παραδίνομαι στον Νικόλα και σε αυτό που ένιωσε. Έτσι γεννήθηκε η πιο σοβαρή αλήθεια του Έρωτα. Όλα τα άλλα είναι φκιασιδώματα. Κοροϊδεύουμε τον εαυτό μας με τον Θάνατο, τον κοροϊδεύουμε και με τον Έρωτα.
Ένα είναι το κριτήριο για να μάθεις αν ερωτεύτηκες ποτέ. Ποιο;
«Θα πάω κι ας μου βγει και σε κακό.»


