
Ο Λου Ριντ δεν ήταν ποτέ από αυτούς που μασάνε τα λόγια τους. Ο άνθρωπος πίσω από τους Velvet Underground είχε τη φήμη ότι «έθαβε» χωρίς δεύτερη σκέψη όποιον δεν ταίριαζε με τη δική του αντίληψη για τη μουσική. Από τους Beatles μέχρι τον Bob Dylan, τα σχόλιά του ήταν συχνά καυστικά, σχεδόν επιθετικά. Δεν τον ενδιέφερε να γίνει αρεστός. Τον ενδιέφερε να είναι ειλικρινής — ακόμη κι αν αυτό σήμαινε να χαλάει φιλίες, να… σπάει αυγά, να λέει ό,τι του κατέβει στο κεφάλι…
Για τον Ριντ, η μουσική έπρεπε να είναι ωμή, αληθινή, σχεδόν «βρώμικη». Να κουβαλά εμπειρία, όχι θέαμα. Αυτή η φιλοσοφία τον έφερε σε αντίθεση με καλλιτέχνες που βασίζονταν περισσότερο στο σόου και τη σκηνική υπερβολή. Έτσι, δεν δίστασε να χαρακτηρίσει τον Frank Zappa «άταλαντο», τους Roxy Music «βαρετούς» και τον Pete Townshend «χωρίς ταλέντο». Ακόμη και για τον Dylan είχε αιχμές. Παρ’ όλα αυτά, δεν ήταν απόλυτος — μπορούσε να αλλάξει γνώμη, όπως όταν παραδέχτηκε ότι η διάλυση των Beatles ήταν τελικά κάτι θλιβερό.
Η πιο σκληρή του επίθεση, όμως, ήρθε για τον Alice Cooper. Εκπρόσωπος του shock rock, με αίμα, θεατρικότητα και έντονα σκηνικά shows, ήταν ό,τι πιο μακριά από το μουσικό σύμπαν του Ριντ. Και εκείνος δεν το άφησε ασχολίαστο. Με τον δικό του χαρακτηριστικό τρόπο, τον αποκάλεσε «τη χειρότερη και πιο αποκρουστική πλευρά της ροκ μουσικής». Μια δήλωση που συνοψίζει τέλεια το χάσμα ανάμεσα σε δύο τελείως διαφορετικές σχολές: την ωμή ποίηση του δρόμου και το θεατρικό υπερθέαμα.


