
συνέντευξη στη Δέσποινα Πολυχρονίδου / Φωτογραφίες: Θανάσης Πρωτάτος
Ο Γιώργος Γάκης δεν είναι απλά ένας rock frontman. Είναι από εκείνους τους τύπους που κουβαλάνε πάνω τους ολόκληρη εποχή. Leopard πουκάμισο, δερμάτινο, μικρόφωνο στο χέρι και βλέμμα που λέει «πάμε μέχρι τέλους».
Μετρώντας, όπως λέει ο ίδιος, «πολλές χιλιάδες live», έχει πίσω του μια διαδρομή που δεν χωράει εύκολα σε τίτλους ή βιογραφικά. Και όμως, μέσα σε όλα αυτά, υπάρχουν στιγμές που μοιάζουν σχεδόν απίθανες.
«Ίσως ξεχωρίσω τη στιγμή που το 2006 έφερα στην πόλη μου τα Γιάννενα το αγαπημένο μου συγκρότημα των Whitesnake… καθόμουν σε μια γωνιά και δεν το πίστευα», λέει. Μια συναυλία που ξεκίνησε σαν αστείο για πολλούς και κατέληξε σε μια από τις πιο δυνατές στιγμές της πορείας του.
Αυτό όμως είναι το αποτέλεσμα. Όχι η συνθήκη. Γιατί το rock στην Ελλάδα δεν ήταν ποτέ εύκολη υπόθεση. Και δεν έγινε ποτέ mainstream με την έννοια της στήριξης.
«Το Rock στην Ελλάδα ποτέ δεν ήταν ιδιαίτερα εύκολη υπόθεση… δεν παύει να βρίσκεται στο περιθώριο», λέει ξεκάθαρα. Και συνεχίζει χωρίς ωραιοποιήσεις: «Για μουσικούς σαν εμένα που το παλεύουμε τόσα χρόνια χωρίς ουσιαστική στήριξη θέλει και περισσότερα από τρέλα κι από πείσμα».

Το ’90, όπως το περιγράφει, δεν ήταν πιο σκληρό — ήταν πιο καθαρό. «Τα πράγματα ήταν πιο αυθεντικά και πιο ειλικρινή… υπήρχε αφοσίωση». Χωρίς υπερπληροφόρηση. Χωρίς διάσπαση. «Υπήρχε καψούρα». Σήμερα η πληροφορία τρέχει πιο γρήγορα από την ανάγκη. Και κάπου εκεί, κάτι φεύγει. «Χάνεται η αφοσίωση… και μαζί της η άνευ όρων υποστήριξη στο Rock». Κι όμως, μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια, με δυσκολίες, κούραση, πίεση, αβεβαιότητα — δεν υπήρξε ποτέ η σκέψη να τα παρατήσει.
«Είμαι από τους λίγους «επαγγελματίες» στον χώρο της Rock στην Ελλάδα που μετράω ήδη 33 ασταμάτητα χρόνια με τους Troublemakers, παράλληλα με σόλο projects. Πριν από αυτά, υπήρξαν και τα χρόνια στα music halls της Θεσσαλονίκης, η συνεργασία για έναν χρόνο με τον Βασίλη Παπακωσταντίνου, έξι δίσκοι και συνεργασίες με μεγαθήρια της παγκόσμιας rock σκηνής.
Οπότε, όλο αυτό το διάστημα, και μέσα από όλα αυτά, ο δρόμος – και ειδικά όταν βιοπορίζεσαι από αυτό – δεν ήταν στρωμένος με ροδοπέταλα. Η καψούρα μου, όμως, γι’ αυτό που κάνω, τα ανεπανάληπτα συναισθήματα που παίρνω και η «ζάλη» της δημιουργίας, δεν με έκαναν ούτε μια στιγμή να σκεφτώ ότι θα τα παρατήσω, όση κι αν κάποιες φορές η κούραση, σωματική και ψυχική, ήταν μεγάλη.

Αντίθετα, αυτό που κάνω – και θα συνεχίσω να κάνω – είναι η απόλυτη ισορροπία μου».
«Με καταγωγή από τα Γιάννενα ήρθα στη Θεσσαλονίκη στα μέσα του ’80 ως φοιτητής την λάτρεψα -και την λατρεύω- κι έμεινα τότε 18 χρόνια! Πέρασα την εποχή της απόλυτης δημιουργίας στη Θεσσαλονίκη και εν μέρη ήμουν και κομμάτι αυτής. Η Θεσσαλονίκη είναι και τώρα μια μοναδική πόλη, αλλά τουλάχιστον για τα δικά μας γούστα κυρίως στη δεκαετία του ’90 στους περισσότερους τομείς της τέχνης, της διασκέδασης, του τρόπου ζωής, δεν συγκρινόταν με καμία πόλη. Μετά ως φυσική εξέλιξη έγινε μια μεγαλούπολη, κι έχασε πιστεύω την αυθεντικότητα και τον ρομαντισμό που την διέκριναν».
Και όταν τον ρωτάς τι θα έλεγε σε έναν πιτσιρίκο που θέλει να ζήσει αυτό που έζησε εκείνος; Δεν δίνει συμβουλές. Δεν το παίζει guru. Λέει απλά: «Του το εύχομαι με όλη μου την ψυχή».



