
Η φετινή τουριστική σεζόν στη Χαλκιδική ξεκίνησε με σημαντικές ελλείψεις προσωπικού, καθώς πολλές επιχειρήσεις αδυνατούν να βρουν τον απαιτούμενο αριθμό εργαζομένων για να καλύψουν τις ανάγκες τους. Ως αποτέλεσμα, αρκετές λειτουργούν με λιγότερο προσωπικό από το αναγκαίο ή απασχολούν άτομα χωρίς την απαραίτητη εξειδίκευση. Αν το πρόβλημα δεν περιοριστεί μέχρι τα μέσα Ιουνίου, εκφράζονται φόβοι ότι κατά την κορύφωση της τουριστικής περιόδου θα επηρεαστεί η ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών, γεγονός που ενδέχεται να πλήξει τη φήμη της περιοχής ως τουριστικού προορισμού.
Ο πρόεδρος του Επιμελητηρίου Χαλκιδικής, Γιάννης Κουφίδης, επισημαίνει ότι η έλλειψη εργαζομένων αποτελεί διαχρονικό πρόβλημα, το οποίο επιδεινώνεται κάθε χρόνο. Παρά τις προσπάθειες εύρεσης προσωπικού μέσω Ημερών Καριέρας, αγγελιών και συνεργασιών με γραφεία που φέρνουν εργαζόμενους από το εξωτερικό, οι ανάγκες εξακολουθούν να μην καλύπτονται. Επιπλέον, οι διαδικασίες προσέλκυσης εργαζομένων από άλλες χώρες χαρακτηρίζονται χρονοβόρες και αναποτελεσματικές, ενώ το δημογραφικό πρόβλημα επιβαρύνει περαιτέρω την κατάσταση.
Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί το γεγονός ότι, σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται ο κ. Κουφίδης, στη Χαλκιδική υπάρχουν 9.750 επίσημα καταγεγραμμένοι άνεργοι, την ώρα που επιχειρήσεις στους τομείς του τουρισμού, της εστίασης, του εμπορίου και της αγροτικής παραγωγής αναζητούν προσωπικό χωρίς επιτυχία. Για την αντιμετώπιση του φαινομένου, το Επιμελητήριο έχει ξεκινήσει έρευνα καταγραφής των αναγκών της τοπικής αγοράς και σχεδιάζει, σε συνεργασία με το Υπουργείο Παιδείας, τη δημιουργία επαγγελματικών σχολών στη Χαλκιδική με αντικείμενα σπουδών προσαρμοσμένα στις ανάγκες των επιχειρήσεων, ώστε να εξασφαλιστεί μελλοντικά η τροφοδότηση της αγοράς με κατάλληλα καταρτισμένο προσωπικό.
Παράλληλα, ο πρόεδρος του Επιμελητηρίου προτείνει τη μετατόπιση της κρατικής πολιτικής από τα επιδόματα ανεργίας προς την επιδότηση της εργασίας. Υποστηρίζει ότι οικονομικά κίνητρα τόσο για τους εργαζόμενους όσο και για τις επιχειρήσεις θα μπορούσαν να ενισχύσουν τη νόμιμη απασχόληση και να περιορίσουν τα φαινόμενα αδήλωτης εργασίας. Τέλος, αναγνωρίζει ότι εξακολουθούν να υπάρχουν περιπτώσεις εργοδοτικής εκμετάλλευσης, ωστόσο θεωρεί πως έχουν μειωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, καθώς οι επιχειρήσεις αντιλαμβάνονται ότι η διατήρηση ικανοποιημένου προσωπικού αποτελεί προϋπόθεση για τη βιωσιμότητά τους σε μια αγορά με αυξημένη ζήτηση εργαζομένων.



