
Ο Γιάννης Διονυσίου δε χρειάζεται συστάσεις. Κατάφερε να ξεχωρίσει με όπλα του τη σπουδαία φωνή, τις υπέροχες ερμηνείες, αλλά και την πίστη του στο πραγματικά καλό τραγούδι. Κόντρα σε μια εποχή γρήγορων ταχυτήτων και εντυπωσιασμού, ο ίδιος δεν ξεπερνά τις «κόκκινες γραμμές» του και βαδίζει με ταλέντο, συνέπεια και σεβασμό στον δρόμο που χάραξαν καλλιτέχνες που αγάπησε.
Αφορμή για τη συνομιλία μας στάθηκε η εμφάνισή του στις 29/12 στη Θεσσαλονίκη, αλλά και το ολοκαίνουργιο album του «Λακούβα».
Του Χρήστου Σατανίδη
ΧΣ: Θα ήθελα να πω πως χαίρομαι διπλά για τη συνομιλία μας. Αφενός διότι είσαι ένας καλλιτέχνης που εκτιμώ βαθύτατα, αφετέρου διότι θα μιλήσουμε για μια νέα ολοκληρωμένη δισκογραφική δουλειά.
ΓΔ: Χαίρομαι που αγαπάμε και οι δύο τη δισκογραφία, με την κλασική της μορφή. Η «Λακούβα» είναι ένα album που αποτελείται από 11 τραγούδια. Δημιουργός τους είναι ο Γιάννης Παπαγεωργίου, ένας από τους πιο αγαπημένους μου τραγουδοποιούς της εποχής μας. Είμαστε φίλοι από τα φοιτητικά μας χρόνια στη Θεσσαλονίκη. Καταφέραμε, μέσα από διάφορες διαδικασίες και δυσκολίες, να υλοποιήσουμε αυτόν τον δίσκο και είμαστε πολύ χαρούμενοι. Κυκλοφόρησε αρχικά ψηφιακά και από τις 18/12 κυκλοφορεί και σε βινύλιο.
ΧΣ: Δύσκολη εποχή για μια ολοκληρωμένη δουλειά, κρίνοντας από το πώς κινείται πλέον η μουσική βιομηχανία.
ΓΔ: Ναι. Επικρατεί η λογική του μεμονωμένου single. Εμείς επιλέξαμε να παρουσιάσουμε ένα ολοκληρωμένο album, διότι τόσο ο Γιάννης όσο και εγώ πιστέψαμε πως έχουμε κάτι να πούμε και πως προκύπτει ένα πλήρες νόημα μέσα από όλα αυτά τα τραγούδια.
ΧΣ: Σε μια εποχή που διψά για το «φαίνεσθαι», κινήσεις εντυπωσιασμού, και με δεδομένο ότι είσαι ένας καλλιτέχνης που απέχεις από όλα αυτά, ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος για σένα να επικοινωνήσεις τη δουλειά σου;
ΓΔ: Το πιο ισχυρό μέσο που έχει ένας καλλιτέχνης στα χέρια του είναι η ζωντανή παράσταση, η ζωντανή εκτέλεση του έργου του. Με αφορμή αυτά τα τραγούδια, έχουμε ολοκληρώσει τις παραστάσεις μας στην Αθήνα, ερχόμαστε Θεσσαλονίκη και με τη νέα χρονιά θα ακολουθήσει μια μεγάλη βόλτα στην Ελλάδα και την Κύπρο.
Εμείς θέλουμε να μιλάμε και να ανταλλάσσουμε απόψεις με τον κόσμο. Είναι ό,τι πιο υγιές. Τα social media τα έχω αποκλειστικά για την επικοινωνία της δουλειάς μου. Έχω κάποιες «κόκκινες γραμμές» που δεν τις ξεπερνάω. Δεν θέλω να εκθέτω την προσωπική μου ζωή, ούτε να κάνω πράγματα που βλέπω στα social και μου φαίνονται υπερβολικά. Αυτές οι γραμμές έχουν να κάνουν και με τις συνεργασίες. Το κυριότερο μέλημά μου είναι αυτό που κάνω να μου αρέσει και να έχει κάτι ουσιαστικό να πει.
ΧΣ: Σε μια εποχή που διψά για το «φαίνεσθαι» και κινήσεις εντυπωσιασμού, με δεδομένο ότι είσαι ένας καλλιτέχνης που απέχεις από όλα αυτά, ποιος είναι για σένα ο καλύτερος τρόπος να επικοινωνήσεις τη δουλειά σου;
ΓΔ: Το πιο ισχυρό μέσο που έχει ένας καλλιτέχνης στα χέρια του είναι η ζωντανή παράσταση, η ζωντανή εκτέλεση του έργου του. Με αφορμή αυτά τα τραγούδια, ολοκληρώσαμε τις παραστάσεις μας στην Αθήνα, ερχόμαστε Θεσσαλονίκη και με τη νέα χρονιά θα ακολουθήσει μια μεγάλη βόλτα στην Ελλάδα και την Κύπρο.
Εμείς θέλουμε να μιλάμε και να ανταλλάσσουμε απόψεις με τον κόσμο. Είναι ό,τι πιο υγιές. Τα social media τα χρησιμοποιώ αποκλειστικά για την επικοινωνία της δουλειάς μου. Υπάρχουν κάποιες «κόκκινες γραμμές» που δεν ξεπερνάω. Δεν θέλω να εκθέτω την προσωπική μου ζωή, ούτε να κάνω πράγματα που βλέπω στα social και μου φαίνονται υπερβολικά. Οι γραμμές αυτές έχουν να κάνουν και με τις συνεργασίες. Το κυριότερο μέλημά μου είναι ό,τι κάνω να μου αρέσει και να έχει κάτι ουσιαστικό να πει.
ΧΣ: Ανήκεις σε μια ομάδα τραγουδιστών που ξεχωρίσατε λόγω του ταλέντου σας και όχι εξαιτίας ενός μεγάλου hit. Αυτό κάνει πιο ισχυρή τη δυνατότητα καταξίωσης και διαχρονικότητας;
ΓΔ: Πιστεύω πως όλα είναι σχετικά. Υπάρχουν καλλιτέχνες με ταλέντο που είπαν εξαιρετικά τραγούδια, αλλά δεν τους δόθηκε η ευκαιρία να προβληθούν όσο τους άξιζε. Δεν ξέρω αν το ότι έγινα γνωστός λόγω της φωνής μου αρκεί για τη διαχρονικότητα που λες. Ο χρόνος θα το δείξει.
ΧΣ: Ξέρω πως δεν αγαπάς καθόλου τις ταμπέλες, όμως έχεις ταυτιστεί με το κλασικό λαϊκό τραγούδι. Αν σε γυρίσω στα παιδικά–εφηβικά σου χρόνια, τι ακούσματα είχες;
ΓΔ: Μέχρι να μπω στην εφηβεία άκουγα κυρίως ό,τι έπαιζαν τα ραδιόφωνα. Στην Κύπρο οι σταθμοί έπαιζαν κλασικό λαϊκό τραγούδι, αλλά και αντικατοχικά τραγούδια, μιας και υπάρχει το πρόβλημα της εισβολής εδώ και 51 χρόνια.
Στην εφηβεία ανακάλυψα το rock, τόσο το ξένο όσο και το ελληνικό. Ταυτόχρονα άκουγα και ηχογραφήσεις ψαλτικής, γιατί είχα ήδη ξεκινήσει μαθήματα βυζαντινής μουσικής. Επίσης ανακάλυψα την παραδοσιακή μουσική της Ελλάδας και της Κύπρου. Να σου πω ότι είχαμε και ένα σχολικό συγκρότημα όπου παίζαμε ελληνικό ροκ. Η αναζήτησή μου στη μουσική ξεκίνησε από το γυμνάσιο.
ΧΣ: Ήσουν από τα παιδιά που έκαναν συλλογή δίσκων;
ΓΔ: Ναι. Για πολλά χρόνια αγόραζα πάρα πολλά CD. Τώρα θέλω να ξεκινήσω μια συλλογή από βινύλια. Προτιμώ να βάζω έναν δίσκο στο pick up, παρά να ακούω μουσική από το κινητό ή εφαρμογές.
ΧΣ: Αν έψαχνα τη συλλογή σου, ποιο θα ήταν το πιο απρόβλεπτο album που θα έβρισκα;
ΓΔ: Εξαρτάται από το τι θα περίμενες να δεις. Ίσως να ήταν απρόβλεπτος ένας δίσκος των Metallica, αλλά και ένας του Μάκη Χριστοδουλόπουλου.
ΧΣ: Έχοντας καταλάβει από μικρός ότι θέλεις να ασχοληθείς με τη μουσική, αλλά βλέποντας και την πτώση της δισκογραφίας από τις αρχές του 2000, προβληματίστηκες για την πορεία σου;
ΓΔ: Όχι ιδιαίτερα. Ανδρωθήκαμε καλλιτεχνικά στη Θεσσαλονίκη με έναν τρόπο όπου τα όνειρα και τα «θέλω» μας ήταν πολύ ισχυρά. Παρακολουθούσαμε τις αλλαγές, αλλά είχαμε πάντα την πεποίθηση ότι θα τα καταφέρουμε. Υπήρχε μια απόλυτα δημιουργική φιλοδοξία.
Από την άλλη, ακολουθώντας τα σημεία των καιρών, προσαρμοζόμαστε όσο μπορούμε, έχοντας όμως πάντα τις «κόκκινες γραμμές» μας. Στην εποχή της ταχύτητας, όπου ο κόσμος ακούει δευτερόλεπτα από ένα τραγούδι στις πλατφόρμες, εμείς επιλέξαμε να κάνουμε έναν κλασικό δίσκο.
ΧΣ: Υπήρξαν γυναικείες φωνές που μελέτησες ή θαύμασες;
ΓΔ: Είναι πολλές. Η Μαρίκα Νίνου, που θεωρώ πως ήταν η πρώτη διδάξασα. Η Πόλυ Πάνου, η Καίτη Γκρέυ. Με εντυπωσιάζει η Τζένη Βάνου για τις τεράστιες φωνητικές της δυνατότητες. Από τις επόμενες γενιές θαυμάζω τη Γλυκερία, την Ελένη Τσαλιγοπούλου, τη Χαρούλα Αλεξίου. Πολύ μεγάλες τραγουδίστριες.
ΧΣ: Στη «Λακούβα» ακούμε τον στίχο «κι έτσι προχωράει η ζωή μας, η μικρή η φυλακή μας». Είσαι αισιόδοξος άνθρωπος και τι νιώθεις ότι σε φυλακίζει;
ΓΔ: Είμαι πολύ αισιόδοξος άνθρωπος, πολλές φορές ίσως και υπερβολικά. Φυλακή μπορεί να είναι ο τρόπος που επιλέγουμε να ζούμε. Μπορεί να είναι αναπόφευκτος για μια περίοδο, αλλά πιστεύω ότι πάντα υπάρχει τρόπος να ξεφύγεις. Τις φυλακές μας τις δημιουργούμε εμείς και οι επιλογές μας — αν και υπάρχουν άνθρωποι που ζουν καταστάσεις από τις οποίες δεν μπορούν να δραπετεύσουν.
ΧΣ: Από το τραγούδι «Την ώρα που σβήνω τα φώτα». Ποια είναι η πιο έντονη μνήμη σου από τη Θεσσαλονίκη;
ΓΔ: Δεν είναι μια συγκεκριμένη στιγμή, αλλά μια διαδικασία. Η ώρα που επέστρεφα στο σπίτι μετά από μια ζωντανή εμφάνιση. Αυτή η αίσθηση πληρότητας από τη μουσική, τις συζητήσεις, το μοίρασμα — όχι το ξόδεμα — είναι αυτή που κουβαλάω μέσα μου.
ΧΣ: Ως καθηγητής, πώς βλέπεις το αυξανόμενο ενδιαφέρον των νέων για την παραδοσιακή μουσική; Και ποια τραγούδια από την Κύπρο θα μας σύστηνες;
ΓΔ: Η Κύπρος έχει βαθύ και ουσιαστικό πλούτο στην παραδοσιακή μουσική. Το ανακάλυψα αφού ήρθα στην Ελλάδα. Ίσως για να εκτιμήσεις τον τόπο σου, πρέπει πρώτα να φύγεις. Η μουσική της Κύπρου έχει επιρροές από τη Μικρά Ασία και την Ανατολή.
Κάθε τόπος είχε τη δική του «φωνή». Από την Ακανθού έχουμε την Ακαθκιώτισσα φωνή, από το Αυγόρου την Αυκορίτισσα. Η φωνή παίρνει το όνομα του τόπου. Είναι δύσκολες φωνές και απαιτούν ιδιαίτερη τεχνική.
ΧΣ: Να κλείσουμε με ένα ραντεβού στο Soul;
ΓΔ: Ραντεβού τη Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου στο Soul, μαζί με τον Γιάννη Παπαγεωργίου. Η παράσταση λέγεται «Λακούβα» και γίνεται με αφορμή την κυκλοφορία του album. Θα παρουσιάσουμε τα νέα τραγούδια, αλλά και κομμάτια από την προσωπική μας πορεία. Στο Soul θα είναι διαθέσιμο και το βινύλιο, κάτι που μας χαροποιεί ιδιαίτερα.
Πληροφορίες και εισιτήρια για την παράσταση «Λακούβα» θα βρείτε στο link.
https://cometogether.live/



