
Από τον Γιώργο Καρακασίδη
Το “The Brutalist” θα μπορούσε να λειτουργήσει ως φιλί ζωής για τον κινηματογράφο, καθώς στην εποχή που όλα τρέχουν με τον ίδιο ιλιγγιώδη ρυθμό με τον οποίο ξεχνιούνται, το να μείνεις καθηλωμένος για τρεισήμισι ώρες στη μεγάλη οθόνη (χωρίς τον περισπασμό του 15 second attention span του κινητού) αποδεικνύει πόσο σπουδαία παραμένει η εβδόμη τέχνη. Στην οθόνη ξεδιπλώνεται η ιστορία της Αμερικής τον 20ο αιώνα μέσα από την πορεία της ζωής ενός μετανάστη, Ούγγρου εβραϊκής καταγωγής επιζήσαντα του Ολοκαυτώματος, καλλιεργημένου αρχιτέκτονα και όχι ενός Ιταλού ή Ιρλανδού μαφιόζου, όπως είχαμε συνηθίσει αρχετυπικά σε τέτοιας μεγάλης κλίμακας έργα. Ακόμα και το “There will be Blood” του Paul Thomas Anderson που αναφέρεται στην προπολεμική εποχή ανακάλυψης του μαύρου χρυσού, όπως και το “Killers of the Flower Moon” του Σκορσέζε μπορεί να μην είχαν ήρωες γκάνγκστερς, είχαν όμως αλαζόνες οπορτουνιστές.
Εδώ ο ήρωας είναι ένας οραματιστής αρχιτέκτονας που στην όψη του αγάλματος της Ελευθερίας δεν βλέπει το αμερικανικό όνειρο, αλλά τη δυνατότητα να επιζήσει. Κι αυτό ενόσω έχει χωριστεί από τη γυναίκα του, που βρίσκεται εγκλωβισμένη στην κατεστραμμένη Ευρώπη. Χάρη σε έναν ομοεθνή ξάδερφό του, ο οποίος έχει αντιληφθεί από νωρίς ότι πρέπει να υιοθετήσει τον αμερικάνικο τρόπο ζωής και να αποτινάξει οτιδήποτε ξένο, βρίσκει στέγη. Προσωρινά, όμως, καθώς η γυναίκα του πρώτου, ως καθολική -νιώθοντας κι αυτή κατά κάποιο τρόπο μειονότητα στην Προτεσταντική Αμερική- αισθάνεται απειλή, οπότε βρίσκει μια πρόφαση για να τον διώξουν από το σπίτι. Ο ήρωας μας δεν το βάζει κάτω, παραμερίζει τον αρτίστικο εγωισμό του και κάνει δουλειές του ποδαριού. Παράλληλα, όμως, αρχίζει να εθίζεται στην ηρωίνη, βλέποντας την ως ένα (μη) προσωρινό μέσο επούλωσης του τραύματος του πολέμου.
Μέχρι που ένας μεγιστάνας ολλανδικής καταγωγής (Σ.Σ. Οι Ολλανδοί άποικοι της Βόρειας Αμερικής μπορεί να μην ήταν τόσο πολυπληθείς όσο οι Άγγλοι ή οι Γάλλοι, άφησαν όμως το εμπορικό τους αποτυπώμα. Άλλωστε δεν ήταν τυχαίο ότι η Νέα Υόρκη αρχικά λεγόταν Νέο Άμστερνταμ) έπειτα από μια παρεξήγηση που είχε προηγηθεί, τον ξαναβρίσκει, κι έχοντας διακρίνει το ταλέντο του, του αναθέτει το κτίσιμο ενός μπρουταλιστικού μαυσωλείου. Εδώ αξίζει να σταθούμε σε κάτι που γιγάντωσε την Αμερική πέραν της πλούσιας μορφολογίας του εδάφους της αχανούς έκτασής της και του γεωγραφικού απομονωτισμού που λειτούργησε ως προμαχώνας απέναντι στις εξωτερικές απειλές. Αυτή ήταν η προτεσταντική ηθική που —σύμφωνα με τον Μαξ Βέμπερ— τοποθετεί την ατομική ευθύνη πάνω από όλα, αποκλειστική προϋπόθεση για το συλλογικό καλό, σε αντίθεση με το μοιρολατρικό “έχει ο Θεός” της Ορθοδοξίας και την υποτακτικότητα στην κοσμική εξουσία του Πάπα στον Καθολικισμό. Με πυξίδα αυτή την ηθική, οι “ντόπιοι” Αμερικανοί αγκάλιασαν τους ξένους Ευρωπαίους, όχι από αλτρουισμό, αλλά με βαθύτερο σκοπό να εκμεταλλευτούν τις ικανότητές τους για να μεγεθύνουν κι άλλο το φαραωνικό οικοδόμημά τους. Το έκαναν όμως ‘τόσο όσο’, δηλαδή ναι μεν ενίσχυσαν την αυτοπεποίθηση των δεύτερων, χωρίς όμως εκείνοι να ξεχνούν ποιοι είναι οι ευεργέτες τους. Ίσως από έπαρση ίσως από φθόνο. Αυτό είναι ευδιάκριτο και στην ταινία στο ταξίδι των δύο πρωταγωνιστών στην Ιταλία προς αναζήτηση ειδικής πέτρας για την κατασκευή.
Κάποια στιγμή, με τη βοήθεια του κύκλου του επιχειρηματία, η γυναίκα του φτάνει επιτέλους στην Αμερική. Όμως η επανένωση δεν φέρνει την προσδοκώμενη λύτρωση: ο έρωτας απουσιάζει, σαν να έχει εξαντληθεί μαζί με την ανάγκη για επιβίωση. Η σχέση τους δεν λειτουργεί ως καταφύγιο, αλλά ως ακόμη μία υπενθύμιση ότι σε αυτόν τον κόσμο προτεραιότητα δεν έχει η επιθυμία, παρά μόνο η αντοχή.
Δίκαιο Όσκαρ ερμηνείας για τον Άντριεν Μπρόντι – νοερή προέκταση του 26χρονου εαυτού του στον “Πιανίστα” του Πολάνσκι για το οποίο είχε αποσπάσει επίσης Όσκαρ 23 χρόνια πριν – καθώς και φωτογραφίας και πρωτότυπης μουσικής, ανάμεσα σε συνολικά 10 υποψηφιότητες.
Με τα ανησυχητικά νέα του ενδεχόμενου εξαγοράς της Paramount (που έχει στην κατοχή της και το ασυμβίβαστο HBO) από το Netflix και τον επικείμενο φόβο της απόλυτης stream-οποίησης των ταινιών, έργα όπως το Brutalist αναλαμβάνουν το ρόλο της σωσίβιας λέμβου της σκοτεινής αίθουσας. Κι αυτό γιατί ο σκηνοθέτης Μπρέιντι Κόρμπετ κατόρθωσε με μόλις 9,5 εκατομμύρια δολάρια να γυρίσει ένα μεγαλεπήβολο έπος στην πατρίδα του, χωρίς να είναι περιορισμένος στα (ακριβά) χολιγουντιανά στεγανά. Σε αυτό βοήθησε και η χρήση VistaVision 8-perf φιλμ που παραπέμπει στο κλασικό φορμά μεγάλου κάδρου. Είχαμε καιρό να ζήσουμε παρόμοια κινηματογραφική εμπειρία — και γι’ αυτό το σινεμά έχει ανάγκη από τέτοιες για να μακροημερεύσει.


