
Από τον Γιώργο Καρακασίδη
Γενέθλια του Michael Mann πριν από λίγες μέρες, και ίσως να αρκούσε μόνο το arthouse meets crime “Heat” για να του πλέξουμε το εγκώμιο. Νωρίτερα, όμως, μας είχε ήδη συστήσει κινηματογραφικά τον κόσμο του Χάνιμπαλ Λέκτερ στο Manhunter με τη χαρακτηριστική 80s cult αισθητική του, έξι χρόνια πριν από τη “Σιωπή των Αμνών” του Τζόναθαν Ντέμι. Η οσκαρική αναγνώριση ήρθε με το Insider, όπου ο Ράσελ Κρόου ενσάρκωσε έναν από τους πρώτους ουσιαστικά κορπορατικούς whistleblowers: έναν άνθρωπο που ρίσκαρε την καριέρα του και τη ζωή της οικογένειάς του για να αποκαλύψει τους πραγματικούς κινδύνους του τσιγάρου.
Υπάρχει όμως κι ένα άλλο — λιγότερο προφανές — εύσημο που πρέπει να του αποδώσουμε. Ήταν ο πρώτος auteur που έδωσε επιτέλους τον ρόλο του καθαρόαιμου κακού στο «παιδί με το αστραφτερό χαμόγελο», Tom Cruise. Πρόκειται για το “Collateral”, όπου ένας οδηγός ταξί (Jamie Foxx) κάνει την «τύχη» του όταν παίρνει για πελάτη έναν αμείλικτο hitman, που σε κάθε στάση εκτελεί κι ένα συμβόλαιο. Ένα 24ωρο αγωνίας, με στιλιζαρισμένες νυχτερινές λήψεις του Los Angeles που δύσκολα βλέπουμε σήμερα και με μια άψογα γυρισμένη σκηνή δράσης σε club υπό τους ήχους του Paul Oakenfold, σε εποχές που οι DJs ήταν κάτι σαν ροκ σταρ.
Ο Vincent του Cruise δεν υπακούει σε κάποιον κώδικα σαμουράι με ηθικές περιστροφές, όπως ο «Δολοφόνος με το αγγελικό πρόσωπο» του Ντελόν στην ταινία του Μελβίλ το 1967. Ανήκει ξεκάθαρα στον κυνισμό της εποχής του (early 00s) έναν κυνισμό που είδαμε να επιστρέφει αρκετά αργότερα και στο “The Killer” του Φίντσερ με τον Μάικλ Φασμπέντερ.
Η κρίσιμη διαφορά, ωστόσο, βρίσκεται στον ρυθμό: εκεί ο εκτελεστής λειτουργεί μέσα από τη στασιμότητα και την αναμονή, ενώ στο Collateral, μέσα από μια διαρκή κίνηση που μας ρουφά στην εντροπία της δράσης του. Κι αυτό είναι που καθιστά τον Vincent έναν σκοτεινό καθρέφτη της κινηματογραφικής περσόνας του Cruise.


