
Περπάτησα την Παύλου
Μελά σήμερα το απόγευμα μετά την δουλειά.
Περπάτησα αργά, προσεχτικά, δεν κοίταζα
τον κόσμο που περνούσε δίπλα μου, δεν
με ένοιαζε. Βρισκόμουν εκεί που τόσες
μέρες περίμενα να σε γνωρίσω. Έψαχνα τα
ίχνη σου. Όχι την μυρωδιά σου, δεν την
γνώριζα, δεν μου την χάρισες. Την ενέργειά
σου ήθελα, να με χτυπήσει απότομα, να
περάσει από μέσα μου, να ενώσει όλες τις
στιγμές μας σε εκείνο το σημείο του
δρόμου.
Ήταν η απουσία σου που
ερωτεύτηκα. Ίσως είναι λάθος λέξη το
“ερωτεύτηκα”. Ήταν η απουσία σου στην
οποία εθίστηκα. Εθίστηκα στην εικόνα
που είχα στο μυαλό μου για σένα, στην
ρουτίνα σου που μόνο από μηνύματα
γνώριζα, σε εκείνα τα πρωινά μηνύματα,
τις απογευματινές στιχομυθίες και τα
βράδια που πνιγόμασταν μέσα στην λαγνεία
των γραπτών μας. Εθίστηκα στον ήχο της
μπαταρίας του κινητού μου που τελείωνε
εκείνη την στιγμή που την χρειαζόμουν
περισσότερο.
Ήταν η απουσία σου που
ερωτεύτηκα. Εκείνη η απουσία που προϋπήρχε
της ανάγκης μου να σε γνωρίσω. Και τώρα
που δεν μας χωρίζουν 1600μέτρα, η Αγίου
Δημητρίου, η Εγνατία, η Αγιά Σοφιά και
η Παύλου Μελά αλλά μία χώρα και δύο
θάλασσες, σε σκέφτομαι διαρκώς. Ούτε
μια στιγμή δεν ήταν η απόσταση το θέμα.
Ήταν που αρνιόσουν πεισματικά να
πληγωθείς και να με πληγώσεις. Πώς να
ερωτευτείς αν φοβάσαι να πληγωθείς?



