
γράφει η Δέσποινα Πολυχρονίδου
Δεν μπορούμε να πούμε πως πολλές φορές εξυμνούμε κάτι όταν είναι να το χάσουμε. Όπως τα μαγαζιά για παράδειγμα. Πόσες φορές λυπήθηκες για ένα μαγαζί που κλείνει αλλά δεν είχες πάει π.χ. 2 χρόνια σερί;
Έτσι είναι τα μαγαζιά – καμιά φορά κάπως μυθικά και αόρατα, μέχρι να κινδυνεύσουν. Εκεί, ξαφνικά, όλοι θυμούνται ότι τα αγαπούσαν πάντα, ότι είχαν περάσει από εκεί μια Τρίτη του ’98, ότι είχαν αφήσει κλειδιά, καημούς, καφέδες, τσιγάρα, σημειώματα, σιωπές. Κάπως έτσι, η «Μουριά» στα Εξάρχεια, το ιστορικό καφενείο στη γωνία Χαριλάου Τρικούπη και Καλλιδρομίου, βρέθηκε μέσα σε έναν μικρό αστικό σεισμό. Και τώρα, μετά τον σάλο, μοιάζει έτοιμη να κάνει δεύτερη καριέρα.
Γιατί ας μη γελιόμαστε: πολλές φορές η πόλη καταλαβαίνει τι έχει, μόνο όταν νομίζει ότι θα το χάσει. Η φήμη πως το καφενείο θα άλλαζε χρήση, ότι θα γινόταν κάτι άλλο, κάτι πιο «χρήσιμο», πιο «σύγχρονο», πιο αποστειρωμένο, λειτούργησε σαν ξυπνητήρι. Ξαφνικά η «Μουριά» … έγινε κουβέντα, ανάρτηση, αγωνία, θέση. Έγινε η αφορμή να ειπωθεί ξανά κάτι που η Αθήνα ξεχνάει εύκολα: ότι η μνήμη μιας πόλης δεν χωράει μόνο σε μουσεία, προθήκες και πινακίδες. Μερικές φορές κάθεται σε ξύλινες καρέκλες και πίνει ελληνικό.
Σύμφωνα με όσα δήλωσε η κόρη του ιδιοκτήτη, Αρετή Βάνα στη LIFO η «Μουριά» θα συνεχίσει να λειτουργεί ως καφενείο. Δεν υπάρχει, όπως είπε, διάθεση σύγκρουσης με τον ιδιοκτήτη του ακινήτου, ενώ στόχος είναι να χαρακτηριστεί νεότερο μνημείο σύγχρονης πολιτιστικής κληρονομιάς. Μια διαδικασία χρονοβόρα, μπορεί και τετραετής. Αλλά εδώ δεν μιλάμε μόνο για χαρτιά, φακέλους και υπουργεία. Μιλάμε για το πώς μια γειτονιά υπερασπίζεται τον εαυτό της.
Και κάπου εδώ αρχίζει το ενδιαφέρον. Γιατί η «Μουριά», που μέχρι χθες ήταν κυρίως αγαπημένη των μυημένων, μπορεί τώρα να γίνει προορισμός. Όχι με την τουριστική, κούφια έννοια. Αλλά με εκείνη την παλιά, σχεδόν ρομαντική έννοια του «πάμε να δούμε ένα μέρος που έχει ιστορία».
Η δεύτερη καριέρα της «Μουριάς» δεν θα είναι απαραίτητα πιο ήσυχη. Μάλλον το αντίθετο. Θα έχει πάνω της το βάρος της διάσωσης, την αύρα του «παραλίγο», την περιέργεια των περαστικών και τη συγκίνηση όσων τη θεωρούν κομμάτι της καθημερινότητάς τους.
Και τώρα που όλοι μιλούν γι’ αυτήν, η «Μουριά» έχει μπροστά της μια παράξενη ευκαιρία. Να συνεχίσει σαν ζωντανός οργανισμός. Να κάνει τη… δεύτερη καριέρα της χωρίς να φορέσει κουστούμι. Με τον ίδιο καφέ, τις ίδιες καρέκλες, την ίδια γωνία, την ίδια μουριά να ρίχνει σκιά πάνω από μια πόλη που αλλάζει πολύ γρήγορα και, καμιά φορά, θυμάται να αντιστέκεται την τελευταία στιγμή.
Κι εμείς οι Θεσσαλονικείς, που ξέρουμε καλά τι σημαίνει να χάνεται ένα στέκι και μετά να το ψάχνεις μέσα από αναμνήσεις, ας προλάβουμε να τη δούμε. Να καθίσουμε κάποια στιγμή στη ξύλινη καρέκλα της, να αφήσουμε τον καφέ να κρυώσει λίγο και να σκεφτούμε πως κάθε πόλη έχει τις δικές της «Μουριές». Μόνο που συνήθως τις καταλαβαίνουμε όταν αρχίζουν να κινδυνεύουν.



