
Ο Ράινερ Μαρία Ρίλκε ζούσε μέσα στα ποιήματά του. Και πριν φτάσει στις Ελεγείες του Ντουίνο, έπρεπε πρώτα να ζήσει δέκα χρόνια αμφιβολίας, περιπλάνησης και σιωπής.
Ήταν ήδη διάσημος. Κυκλοφορούσε σε παλάτια, φιλοξενούνταν από κόμισσες, πριγκίπισσες, καλλιεργημένες γυναίκες της ευρωπαϊκής αριστοκρατίας που τον λάτρευαν. Εκείνος γοητευτικός, εύθραυστος, με βλέμμα μόνιμα στραμμένο προς τα μέσα. Οι σχέσεις του δεν ήταν απλώς ερωτικές· ήταν καταφύγια. Κάθε γυναίκα ένα δωμάτιο σιωπής, κάθε έρωτας μια απόπειρα να αντέξει τον κόσμο.
Το 1912, σε έναν πύργο κοντά στην Αδριατική, ακούει μέσα στον άνεμο τη φράση:
«Ποιος, αν φώναζα, θα μ’ άκουγε από τις τάξεις των αγγέλων;»
Έτσι γεννιέται η πρώτη Ελεγεία. Και μετά… τίποτα.
Έρχεται ο πόλεμος. Η Ευρώπη σπάει. Ο Ρίλκε καταρρέει ψυχικά. Δεν μπορεί να γράψει. Δεν μπορεί καν να διαβάσει τον εαυτό του. Οι λέξεις τον εγκαταλείπουν. Οι σχέσεις του γίνονται πιο σύντομες, πιο εύθραυστες. Δεν ψάχνει πια έρωτα· ψάχνει χώρο για να αντέξει το βάρος του κόσμου.
Για δέκα χρόνια οι Ελεγείες μένουν ανολοκλήρωτες. Όχι γιατί δεν ήξερε πώς να τις γράψει. Αλλά γιατί δεν είχε γίνει ακόμη ο άνθρωπος που μπορούσε να τις αντέξει.
Το 1922, απομονωμένος σε έναν πύργο στην Ελβετία, κάτι ανοίγει μέσα του. Μέσα σε λίγες εβδομάδες ολοκληρώνει όλες τις Ελεγείες. Σαν να περίμεναν χρόνια να βρουν σώμα. Σαν να ωρίμαζαν μέσα του όσο εκείνος ζούσε, ερωτευόταν, απογοητευόταν, σώπαινε.


