
Το καλοκαίρι, στην Ελλάδα, το ακούς. Έχει τον δικό του ήχο. Δεν είναι δυνατός, δεν είναι βίαιος, αλλά είναι παντού: μπαίνει από τα ανοιχτά παράθυρα, ανεβαίνει απ’ τις αυλές, χοροπηδάει ανάμεσα στις πολυκατοικίες. Είναι εκείνο το ασταμάτητο τρίξιμο των τζιτζικιών που σε συνοδεύει όσο στραγγίζεις τα μακαρόνια ή απλώνεις τα ρούχα. Μια καθημερινή μπάντα φτιαγμένη από μικρά πράγματα: ο ανεμιστήρας που γυρίζει, το δελτίο ειδήσεων των 8 που μιλάει για τον καύσωνα λες και είναι εθνική κρίση, ο αργός ήχος από τα ρολά που κατεβαίνουν το μεσημέρι, όταν ο ήλιος βαράει κι όλα σταματούν — εκτός απ’ τον ύπνο.
Μέσα στο σπίτι, οι ήχοι αλλάζουν: το νερό που τρέχει, ο πάγος που σπάει σ’ ένα ποτήρι φραπέ, μια πλαστική καρέκλα που σέρνεται στο μωσαϊκό. Κάθε αντικείμενο ακούγεται πιο έντονα. Ή μήπως είμαστε εμείς που ακούμε πιο πολύ; Οι ίδιες κινήσεις, αλλά ο ήχος τους διαφέρει: πιο αργός, πιο ξεκάθαρος, σαν να έχει λιώσει το φίλτρο ανάμεσα σε μας και τον κόσμο.
Και μετά υπάρχουν και οι ήχοι που δεν ελέγχεις. Αυτοί που έρχονται απ’ έξω, απ’ τους άλλους, που το καλοκαίρι μοιάζουν πιο κοντά. Ένα μηχανάκι που περνάει στην άκρη του δρόμου, το ίδιο κάθε μέρα, την ίδια ώρα.
Οι πόλεις το καλοκαίρι φαίνονται πιο άδειες — και πιo ιδανικές να ζεις. Σαν να ακούγεται, χωρίς τη φασαρία και τη βιασύνη, ο παλμός της ζωής που συνεχίζεται. Όλα έχουν έναν ήχο αναγνωρίσιμο: τζιτζίκια, ανεμιστήρες, βήματα με παντόφλες, ανακοινώσεις από μακρινά μεγάφωνα, οι ειδήσεις να μιλάνε για 45άρια θερμοκρασίες. Όλα είναι τόσο γνώριμα, που σχεδόν δεν τα προσέχεις. Κι όμως, αυτοί οι ήχοι είναι η απόδειξη ότι είμαστε μέσα στο καλοκαίρι — βουτηγμένοι στον ίδιο, νοσταλγικό ρυθμό του. Γιατί η μνήμη, συχνά, δεν χρειάζεται εικόνες. Φτάνει ένας συγκεκριμένος ήχος, από ένα διπλανό δωμάτιο, ένα τυχαίο απόγευμα του Αυγούστου, για να επιστρέψουν στο μυαλό μας όλες οι διακοπές που ζήσαμε.



